
Στις 31 Αυγούστου υπογράφηκε στο Τελ Αβίβ, διακρατική συμφωνία μεταξύ του ελληνικού κράτους και του κράτους του Ισραήλ για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Πρόκειται για την ανάπτυξη ενός αντιβαλλιστικού και αντιdrone θόλου, με συστήματα David’s Sling και SPYDER της Rafael και BARAK MX της Israel Aerospace Industries (IAI), που αποτελεί κεντρικό τμήμα της «Ατζέντας 2030» για την αναβάθμιση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Το κόστος αυτής της συμφωνίας με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ θα ξεπεράσει τα 3 δις. ευρώ.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί το ξεκίνημα της στρατιωτικής, οικονομικής και στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ του ελληνικού και του ισραηλινού κράτους, αλλά το επιστέγασμα αυτής. Αυτή η συνεργασία χτίζεται, με τη σφραγίδα των ΗΠΑ, εδώ και πολλά χρόνια και αποτελεί στρατηγικό σημείο μέγιστης σημασίας για τα σχέδια του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Από τη στρατιωτική συνεργασία και το σχήμα 3+1 (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ+ΗΠΑ), στη δημιουργία του Διεθνούς Κέντρου Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα, σε συνεργασία με την ισραηλινή εταιρεία «Elbit», στην πραγματοποίηση κοινών στρατιωτικών ασκήσεων και συνεκπαιδεύσεων έως την «Ασπίδα του Αχιλλέα» βλέπουμε ότι η σχέση αυτή μόνο τυχαία και αφηρημένη δεν είναι.
Βέβαια η σχέση του ελληνικού κράτους με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ δεν περιορίζεται μόνο στα στρατιωτικά όρια αλλά έχει διευρυνθεί σημαντικά, συγκροτώντας ένα σύνθετο πλέγμα στρατιωτικών, οικονομικών, επιχειρηματικών, ερευνητικών και τεχνολογικών συνεργασιών, μέσα από το οποίο ενισχύονται οι διασυνδέσεις μεταξύ ελληνικών και ισραηλινών επιχειρηματικών συμφερόντων. Ελληνικές επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικοί φορείς και κρατικές υπηρεσίες συμμετέχουν σε κοινά προγράμματα με ισραηλινές εταιρείες και οργανισμούς, ενώ ισραηλινά κεφάλαια διευρύνουν την παρουσία τους ή εξετάζουν νέες επενδύσεις σε ελληνικούς κλάδους και υποδομές, όπως ο τουρισμός, η ενέργεια, τα ακίνητα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ενεργειακός τομέας, καθώς η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία εντάσσεται στις ευρύτερες επιδιώξεις για τη διαμόρφωση νέων ενεργειακών διαδρομών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Απέναντι στο αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ για «αμυντικούς» εξοπλισμούς, είναι φανερό ότι το ελληνικό κράτος όχι μόνο είναι δεμένο στο άρμα του ΝΑΤΟ και υλοποιεί τους σχεδιασμούς του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, αλλά επιδίδεται σε μια κούρσα πολεμικών εξοπλισμών προκειμένου να αναβαθμίσει τη θέση του μέσα σε αυτό. Άλλωστε, αυτό έχει ως στόχο η «Ατζέντα 2030» και η αναβάθμιση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, να προετοιμάζονται για τους πολεμικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ.
Και αν η «Ασπίδα του Αχιλλέα» παρουσιάζεται ως μία αναγκαία συμφωνία για την «ασφάλεια της χώρας», έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε τι ακριβώς κρύβεται πίσω από τα δισεκατομμύρια που θα δαπανηθούν. Δεν πρόκειται απλώς για την αγορά ενός «αμυντικού» συστήματος, αλλά για ένα τεράστιο πρόγραμμα που ανοίγει έναν νέο κύκλο εξοπλισμών, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα πεδίο κερδοφορίας για τις ισραηλινές και τις ελληνικές επιχειρήσεις και την πολεμική βιομηχανία. Η συμφωνία προβλέπει τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην υλοποίηση του προγράμματος, ενώ ήδη έχει γίνει λόγος για εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που θα κατευθυνθούν στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Για το κεφάλαιο, λοιπόν, οι εξοπλισμοί δεν αποτελούν απλώς «εθνική ανάγκη». Αποτελούν αγορά, επένδυση και πεδίο νέας κερδοφορίας.
Η κυβέρνηση ΝΔ, λοιπόν, μπορεί να παρουσιάζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ένα καθαρά αμυντικό πρόγραμμα, όμως η ίδια η ένταξή της στη συνολικότερη στρατηγική της «Ατζέντας 2030» δείχνει κάτι πολύ ευρύτερο: την προσπάθεια αναβάθμισης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του ελληνικού κράτους και της θέσης του μέσα στους ανταγωνισμούς του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της ΕΕ. Άλλωστε, το ελληνικό κράτος δεν περιορίζεται στην αγορά εξοπλισμών. Συμμετέχει σε στρατιωτικές αποστολές και επιχειρήσεις εκτός συνόρων, διαθέτει βάσεις και υποδομές για τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και αναλαμβάνει ρόλους σε μια σειρά από μέτωπα της ευρύτερης περιοχής. Η «Ασπίδα» αποτελεί επομένως τμήμα ενός συνολικότερου πολεμικού σχεδιασμού και όχι μια μεμονωμένη επιλογή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η επιλογή του Ισραήλ ως βασικού στρατηγικού εταίρου. Η ισραηλινή πολεμική βιομηχανία παρουσιάζεται ως πρότυπο τεχνολογικής και στρατιωτικής αποτελεσματικότητας και η πολεμική εμπειρία του ισραηλινού στρατού αξιοποιείται ως τεχνογνωσία που μπορεί να μεταφερθεί στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Η ίδια η ισραηλινή πλευρά έχει συνδέσει την ανάπτυξη των συστημάτων της με την «επιχειρησιακή εμπειρία» που αποκτήθηκε από τη χρήση τους στον πόλεμο.
Την ώρα που το κράτος-τρομοκράτης του Ισραήλ συνεχίζει τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και τη στρατιωτική του δράση στην ευρύτερη περιοχή, πιστό στον ρόλο του ως «μαντρόσκυλο» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, το ελληνικό κράτος λαμβάνει ξεκάθαρη θέση μάχης δίπλα του και αναβαθμίζει τη συνεργασία τους με δισεκατομμύρια ευρώ. Με αυτό τον τρόπο, βαθαίνει μια στρατηγική σχέση που περιλαμβάνει στρατιωτική εκπαίδευση, κοινές ασκήσεις, τεχνολογία, εξοπλισμούς και ενεργειακά συμφέροντα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» συμπυκνώνει, λοιπόν, μια συγκεκριμένη τυχοδιωκτική πολιτική που διαπερνά όλες τις κυβερνήσεις: περισσότερους εξοπλισμούς, βαθύτερη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ, μεγαλύτερη εμπλοκή στους σχεδιασμούς ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ και προσπάθεια γεωπολιτικής αναβάθμισης του ελληνικού κράτους μέσα από τους ανταγωνισμούς της Ανατολικής Μεσογείου. Απέναντι σε αυτή την πολιτική, το ζήτημα δεν είναι ποιος θα εξοπλιστεί περισσότερο, αλλά αν οι λαοί θα συνεχίσουν να πληρώνουν τις συνέπειες των ανταγωνισμών των κρατών και των επιχειρηματικών συμφερόντων.
Γιατί τα δισεκατομμύρια που διοχετεύονται σήμερα στους εξοπλισμούς αποτελούν πολιτική επιλογή και όχι μονόδρομο. Την ίδια ώρα που το κόστος ζωής είναι δυσβάσταχτο και η ακρίβεια αυξάνεται, βασικά αγαθά όπως η Υγεία και η Παιδεία εμπορευματοποιούνται και η στέγαση γίνεται αντικείμενο πολυτέλειας, δισεκατομμύρια ευρώ ξοδεύονται για πυραύλους και πολεμικά συστήματα για να κερδίζει το κεφάλαιο και οι πολεμικές βιομηχανίες.
Η απάντηση σε αυτή την αντικοινωνική και αντιδραστική πολιτική δεν μπορεί να είναι άλλη από τη ρήξη με τα συμφέροντα του ελληνικού κράτους, της Ε.Ε., του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, την απεμπλοκή από τους πολεμικούς σχεδιασμούς του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, το κλείσιμο των βάσεων του θανάτου και τη διακοπή κάθε συνεργασίας με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ.
Οι λαοί δεν έχουν ανάγκη από «ασπίδες», εξοπλισμούς και ιμπεριαλιστικές λυκοφιλίες. Με διεθνιστική αλληλεγγύη και πάλη ανοίγουν τον δρόμο απέναντι στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό.
Ορέστης Μ.
