
Πρόλογος
Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου και πρόκειται να διαβάσεις λογίζεται για συλλογή ποιημάτων. Και εντάξει ναι, έχει την ελευθερία, την απειθαρχία και την ανησυχία της ποίησης. Έχει κάτι που ξεπερνά τα στεγανά του πεζού, πράγματι. Έχει τη συμπύκνωση και τη ρωγμή της ποίησης.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι λέξεις και τα κείμενα που θα διαβάσεις διαθέτουν την πνοή και την ορμή μικρών ιστοριών. Εδώ το ποίημα δεν είναι αφαίρεση, είναι σκηνή, είναι συμβάν, είναι βλέμμα, πρόσωπο, δωμάτιο, μετρό, μπαρ, πεδίο μάχης, εσωτερικός μονόλογος ή νυχτερινή παραίσθηση. Θα αισθανθείς πως δεν διαβάζεις απλώς λέξεις, αλλά εισέρχεσαι σε έναν δραματικό χώρο όπου κάτι πρόκειται να συμβεί – ή έχει ήδη συμβεί και συνεχίζει να αιμορραγεί. Οι λέξεις αυτές ξέρουν πως η αφήγηση δεν είναι εχθρός της ποίησης, αλλά ένα από τα πιο αποτελεσματικά της οχήματα, όταν υπηρετείται από λόγο που ξέρει να συμπυκνώνει, να κόβει απότομα, να αφήνει πίσω του απόηχο.
Τα ποίηματα που θα διαβάσεις δεν στέκονται απλώς το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά συνομιλούν, αλληλοφωτίζονται, ενίοτε αντιμάχονται, και τελικά συνθέτουν έναν ενιαίο κόσμο. Έναν κόσμο όπου το βίωμα συναντά τη μυθοπλασία, ή – πιο αγαπημένο στον συγγραφέα – την φαντασία. Έναν κόσμο που η εξομολόγηση φοράει προσωπείο. Έναν κόσμο που η αλήθεια δεν ξεχωρίζει εύκολα από το ψέμα – όχι επειδή ο Ρωμανός επιδιώκει να εξαπατήσει – αλλά επειδή γνωρίζει καλά πως η λογοτεχνία και η φαντασία είναι συχνά βαθύτερες διαδικασίες από την απλή περιγραφή των γεγονότων.
Σε αυτές τις λέξεις δε θα βρεις βεβαιότητες. Δεν αναζητείται εδώ η καθαρότητα, αλλά πιο πολύ η ένταση. Μια ένταση περίεργη. Μια ένταση που κάπου κρύβεται, υποβόσκει και θα έρθει να συναντήσει τη δική σου. Θα γράψει μέσα σου.
Παρελθόν, παρόν και μέλλον τοποθετούνται όλα, πλέκονται, εμπλέκονται και ψάχνουν τον τρόπο να ξεδιαλυθούν. Σε αυτές τις λέξεις θα δεις έναν σεβασμό για τα περασμένα, μία αποδοχή για όσα συμβαίνουν και μία περίεργη αδιαφορία για τα μέλλοντα. Σε αυτές εδώ τις λέξεις θα διαβάσεις για το παρελθόν, όχι από αφελή νοσταλγία, αλλά σαν αναγνώριση χαμένων υποσχέσεων, μεγάλων αφηγήσεων που κάποτε πρόσφεραν νόημα, προσανατολισμό και πίστη. Θα διαβάσεις για το παρόν, που εμφανίζεται εδώ τραυματισμένο, εξαντλημένο, ηττημένο, ενώ το μέλλον μοιάζει να αχνοφαίνεται κυρίως ως απειλή, ως επερχόμενος κρότος, ως μια αβέβαιη συνέχεια που δύσκολα θα εμπνεύσει κάτι. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, αυτές οι λέξεις έχουν μια πυγμή. Και σίγουρα δεν παραιτούνται. Επιμένουν να κοιτούν. Επιμένουν να ονομάζουν. Επιμένουν να θυμούνται.
Στον κόσμο αυτών των ποιημάτων, το πραγματικό δεν αντιπαρατίθεται ποτέ απλά στο φανταστικό. Αντίθετα, τα δύο πεδία αλληλοεμπλέκονται διαρκώς. Δαίμονες, φαντάσματα, άγγελοι, νεκροί, οράματα, στοιχειώσεις και εσωτερικοί εφιάλτες δεν είναι απλά διακοσμητικά στοιχεία μιας νουάρ αφήγησης, αλλά μορφές μέσα από τις οποίες εκφράζεται αυτό που η κοινή γλώσσα δυσκολεύεται να πει: το τραύμα, την ενοχή, την επιθυμία, την απώλεια, τη βία που έχει αποτυπωθεί στο σώμα και τη μνήμη. Έτσι, το παραφυσικό (ή το φανταστικό) εδώ δεν απομακρύνει από την πραγματικότητα. Γίνεται τρόπος αυτή να γίνει ορατή.
Οι περισσότερες ιστορίες που θα διαβάσεις (σχεδόν όλες δηλαδή) είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Κι αυτό λειτουργεί σαν θεατρική μάσκα, σαν πεδίο όπου το προσωπικό γίνεται συλλογικό. Ή και το αντίθετο. Το «εγώ» στα ποιήματα του Ρωμανού δεν είναι ποτέ μόνο ένας άνθρωπος. Είναι συχνά ένας τύπος, ένα σύμπτωμα, ένα τραύμα αυτού εδώ του κόσμου. Εκτός από τις λέξεις εκείνες που αφηγούνται ιστορίες γυναικών. Αυτές δεν είναι σε πρώτο πρόσωπο (με μία εξαίρεση). Μοιάζει να είναι η μόνη θέση που ο Ρωμανός δεν μπορεί να μπει. Μοιάζει όμως, επίσης, να έχει ανάγκη να την παρατηρήσει και να την αφηγηθεί με σεβασμό.
Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αυτού θα νιώσεις επίμονα να επανέρχεται μια αίσθηση ανημπόριας. Όχι η ανημπόρια ως παθητικότητα, αλλά ως επίγνωση του αδιεξόδου και της κούρασης. Οι ήρωες που θα συναντήσεις σε αυτές τις λέξεις – αν μπορούμε να μιλάμε πια για ήρωες – είναι μεθυσμένοι, κουρασμένοι, στιγματισμένοι, ραγισμένοι, ερωτευμένοι χωρίς σωτηρία, εξαντλημένοι από την ιστορία και την καθημερινότητα. Φλερτάρουν με την αυτοκαταστροφή, με τη βία, με τη φθορά, ενίοτε και με τον θάνατο. Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκοτεινιά, οι λέξεις βρίσκουν ένα παράδοξο πείσμα. Το αδιέξοδο δεν παρουσιάζεται ποτέ ως τέλος της σκέψης, αλλά ως η αφετηρία για να ξανατεθεί το ερώτημα του νοήματος. Κι ας μην υπάρχουν πια τα κουράγια να ξανα-απαντηθεί.
Στις λέξεις αυτές θα αναγκαστείς να πάρεις θέση. Όχι με τον τάδε ή τον δείνα. Να πάρεις θέση στη συνθήκη. Τα λόγια και εδώ δεν έρχονται να εξωραΐσουν τον κόσμο, αλλά να τον ξεσκεπάσουν. Να δείξουν πώς αυτό που ονομάζουμε «πραγματικότητα» είναι συχνά ένα πεδίο επίθεσης εναντίον των πιο εύθραυστων και των πιο εκτεθειμένων. Εδώ όμως δεν θα δεις την πραγματικότητα καθαρή, όπως φαντάζεσαι. Εδώ θα δεις τα απόνερα αυτής στα σώματα και τις ψυχές των πιο υποτιμημένων. Θα δεις το τραύμα του ατόμου, τις δυναμικές των σχέσεων, τη συνήθη και μαθημένη πια ένταση και βία.
Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η δύναμη αυτής της συλλογής: στο ότι δεν διαλέγει ανάμεσα στο αισθητικά ωραίο και την ρεαλιστική αποτύπωση, ανάμεσα στο ιδιωτικό και το συλλογικό, ανάμεσα στο τρυφερό και το βίαιο. Τα κρατά όλα μαζί, σε μια ισορροπία που την μετατρέπει σε φωνή. Μια φωνή που άλλοτε ψιθυρίζει και άλλοτε γρυλίζει, άλλοτε σαρκάζει και άλλοτε θρηνεί, μα σπάνια σιωπά. Και όταν σιωπά, η σιωπή της ακούγεται σαν το βουητό που αφήνει ο κρότος.
Οι λέξεις που θα διαβάσεις δεν σου ζητούν να συμφωνήσεις μαζί τους, αλλά κάτι δυσκολότερο: να μπεις μέσα τους. Να δεχτείς πως οι ιστορίες δεν είναι καθαρές, πως οι μορφές δεν είναι αθώες, πως οι λέξεις δεν παρηγορούν εύκολα. Σου ζητούν να κοιτάξεις κατάματα το σκοτάδι χωρίς να ξεχάσεις πως ακόμα και μέσα σε αυτό επιμένουν να αναβοσβήνουν η επιθυμία, η μνήμη, το χιούμορ, ο έρωτας, η οργή, η ανάγκη για δικαίωση. Με αυτή την έννοια, τα ποιήματα που ακολουθούν δεν είναι απλώς κείμενα προς ανάγνωση. Είναι ρωγμές μέσα από τις οποίες φαίνονται καλύτερα οι καιροί μας.
Τέλος, και το πιο σπουδαίο ίσως, σε αυτές εδώ τις λέξεις θα βρεις μέσα μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά μας. Αυτή που πίστεψε στο Μεγάλο, το Ωραίο, το Αληθινό. Και πίστεψε πολύ. Αλλά ηττήθηκε. Και η ήττα είναι πολύ βαριά για να τη φέρει μέσα της. Αλλά αυτό που πίστεψε είναι τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο και τόσο αληθινό που βρίσκεται ακόμα κάπου εκεί μέσα και σιγοκαίει. Αυτή η μεγάλη αντίφαση που κουβαλάει μια ολόκληρη γενιά. Αυτή η αντίφαση που φέρει μέσα του η αφήγηση του Ρωμανού και η επιμελής πλέξη φαντασίας και πραγματικότητας.
Αυτό το βιβλίο διαβάζεται από την αρχή μέχρι το τέλος. Μην προσπαθήσεις να διαβάσεις διάσπαρτα τα ποιήματα. Κάτι θα χάσεις.
Μαρία Μπουσδέκη
Πάτρα, Μάρτης 2026
