Το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας έθεσε σε διαβούλευση την «Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035». Ένα κείμενο 120 σελίδων, ανάθεση σε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων έναντι 438.000 ευρώ με στόχο να αποτελέσει «τον πρώτο ολοκληρωμένο οδικό χάρτη» για τη στεγαστική κρίση της χώρας. Το κείμενο έρχεται προς διαβούλευση μερικά χρόνια αφού η στέγαση στις ελληνικές πόλεις, και δει στην Αθήνα όπου και κατοικεί ο μισός πληθυσμός της χώρας, έχει γίνει είδος πολυτελείας με την πλήρη συνενοχή και ενίσχυση πολιτικών που οδηγούν εκεί από πλευράς κράτους.

Η στιγμή, μάλιστα, που έρχεται η Στρατηγική αυτή δεν μοιάζει άσχετη μιας και έρχεται μόλις έχει ξεκινήσει μια μακρά προεκλογική περίοδος, κατά την οποία η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θέλει να αναδείξει την πρόθεση διαχείρισης όλων των ζητημάτων (ακόμα και αυτών που έχει η ίδια δημιουργήσει) και να ζητήσει κι άλλο χρόνο για την επίλυσή τους. Και θα έλεγε κανείς, διαβάζοντας το τεύχος της στρατηγικής πως το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Είναι κενό γράμμα. Ένα κενό γράμμα που κόστισε 438.000 ευρώ.

Σε μια περίοδο που η κοινωνική πλειοψηφία πασχίζει να βγάλει το μήνα και να ζει σε ένα αξιοπρεπές σπίτι, σε μια περίοδο που τα κέντρα των ελληνικών πόλεων τουριστικοποιούνται πλήρως μεταμορφώνοντας τα έτσι σε τόπους που ούτε χωράμε ούτε αναγνωρίζουμε να ζήσουμε, σε μια συγκυρία που οι ξένοι επενδυτές έρχονται μαζικά και αγοράζουν ακίνητα προκειμένου να τα μετατρέψουν σε Airbnb. Σε μια περίοδο που η πόλη και η κατοικία έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα από το οποίο επιχειρείται η μέγιστη άντληση κέρδους σε βάρος όλων ημών. Σε αυτή τη συνθήκη, στην το κράτος έχει συνηγορήσει πλήρως με τις πολιτικές του, έρχεται τώρα δήθεν να δώσει τη λύση.

Το Σχέδιο, πράγματι, καταγράφει ότι η χώρα διαθέτει περίπου 6,6 εκατομμύρια κατοικίες, με σχεδόν 800.000 κενές αν εξαιρεθούν οι εξοχικές, ότι οι τιμές αγοράς και ενοικίασης έχουν αυξηθεί πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα, ότι η κοινωνική κατοικία στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτη, και ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb αυξήθηκαν κατά περίπου 56% (!!) μεταξύ 2019 και 2025, απορροφώντας σημαντικό μέρος του διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών ιδίως στο κέντρο της Αθήνας (… και όχι – τελικά – οι μετανάστες μέσω του Helios+[1]). Η διάγνωση, με άλλα λόγια, μοιάζει να είναι ακριβής. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η θεραπεία αντιστοιχεί στη διάγνωση ή αν η ακριβής περιγραφή του προβλήματος επιχειρεί να επικαλύψει την -επί της ουσίας- αδράνεια απέναντι στις αιτίες του. Μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως συμβαίνει το δεύτερο. Πως θα μπορούσε άλλωστε η θεραπεία να βρεθεί από το κράτος που συνηγορεί – εκ των πραγμάτων – στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που είναι και ο βασικός υπαίτιος που οι πόλεις μας έχουν γίνει έτσι. Στο βωμό της τουριστικοποίησης, της υπεράντλησης κέρδους από την ακίνητη περιουσία και την πόλη, η κατοικία και ο τόπος μετατρέπεται σε εμπόρευμα που θα ικανοποιήσει την ανάγκη του κεφαλαίου να κινηθεί, την κατασκευαστική, κτηματομεσιτική και τουριστική δραστηριότητα να ανθίσουν.

Στο δια ταύτα, η Εθνική Στρατηγική για τη Στέγαση δεν αποτελεί κάποιο σχέδιο νόμου αλλά μία κανονιστική πράξη που συνενώνει πράγματα που υλοποιούνται ήδη πλάι σε κατευθύνσεις -και όχι δεσμεύσεις – που επιχειρούν εδώ να μπουν. Με απλά λόγια, δεν δίνει καμία απάντηση σε τίποτα. Δείχνει, ενδεχομένως, προς τα που θα κινηθούν οι κυβερνητικές πολιτικές για τη στέγαση το επόμενο διάστημα.

Σε ό, τι αφορά τη βραχυχρόνια μίσθωση, η ίδια η στρατηγική παραδέχεται ότι η ραγδαία επέκταση αυτών των πλατφορμών, σε συνδυασμό με την επενδυτική ζήτηση, περιόρισε σημαντικά τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση και τροφοδότησε την αύξηση των ενοικίων. Στοιχεία, μάλιστα, της AirDNA δείχνουν ότι η Ελλάδα αναμένεται να ανέβει φέτος στην έκτη θέση της Ευρώπης σε αριθμό ενεργών καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης, με σχεδόν 19.000 ενεργές καταχωρήσεις μόνο στην Αθήνα. Και όμως παρά αυτή την παραδοχή, το κείμενο προτείνει οι ρυθμίσεις που παραμένουν αποσπασματικές: παράταση της απαγόρευσης νέων εγγραφών στα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας και σε τμήμα της Θεσσαλονίκης, πρόστιμα, φορολογικές προσαρμογές. Μέτρα σημειακά, εφαρμοσμένα σε «κόκκινες» περιοχές αφού πρώτα έχει συντελεστεί ο εκτοπισμός και που δεν εμποδίζουν σε τίποτα να γίνει και αλλού. Γεγονός ιδιαίτερα εγκληματικό όταν υπάρχει ήδη «δεδικασμένο».

Ακόμη κι η προτεινόμενη σύνδεση της Golden Visa με υποχρέωση μακροχρόνιας μίσθωσης -πέραν του ότι στο παρόν είναι μια κατεύθυνση και αυτή- αφήνει ανέγγιχτο το ίδιο το καθεστώς προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου στην κατοικία ως επενδυτικό αγαθό. Δεν αμφισβητεί τη λογική, απλώς την αναδιατάσσει. Και εντύπωση θα μας κάνει αν στ’ αλήθεια θα υλοποιηθεί ακόμα και αυτό με τρόπο δεσμευτικό. Αλλά και πάλι. Μικρή σημασία έχει όταν οι γειτονιές μας έχουν ήδη διαμορφωθεί από τα ξένα funds.

Πυρήνας της στρατηγικής παραμένει η ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων το «Σπίτι μου», που δήθεν διευκολύνει την απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσω δανείων. Όμως, το πρόγραμμα παρουσιάζεται ως επιτυχία με μοναδικό κριτήριο τον αριθμό εγκεκριμένων δανείων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι η μέση κατοικία που αγοράζεται είναι κατασκευής 1982, με πραγματικό μηνιαίο κόστος-δόση, κοινόχρηστα, ΕΝΦΙΑ, ενέργεια, που μπορούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος ενός μέσου δικαιούχου. Επιπλέον, τα προηγούμενα προγράμματα «Το Σπίτι μου» περισσότερο ενίσχυσαν τις αυξητικές τάσεις των τιμών ακινήτων παρά διευκόλυναν τελικά.

Από την άλλη, το «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» έχει μόλις 3.368 ωφελούμενους σε σχέση με μια δεξαμενή περίπου 800.000 κενών κατοικιών. Η φοιτητική στέγαση αφορά μόλις 9.200 λειτουργικές κλίνες για 200.000 φοιτητές εκτός τόπου κατοικίας.

Για όλες αυτές τις κατευθύνσεις λοιπόν και για ένα κείμενο 120 σελίδων κατασπαταλήθηκαν χρήματα που σε τίποτα δεν έχουν να αποδώσουν στο βασικότερο πρόβλημα που πλήττει σήμερα την κοινωνική πλειοψηφία. Ούτε και γι αυτό είχαμε αμφιβολία.

Ο εκτοπισμός και η αδυναμία αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της αγοράς κατοικίας, είναι η λογική συνέπεια μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την κατοικία πρωτίστως ως επενδυτικό αγαθό.

Η υπό διαβούλευση στρατηγική περιγράφει με ακρίβεια τα συμπτώματα και αρνείται να αγγίξει τις αιτίες. Και δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για το αντίθετο. Στο κενό ανάμεσα στη διάγνωση και τη θεραπεία, αυτοί που πληρώνουν το τίμημα είμαστε όλοι εμείς που μας εμποδίζεται η πρόσβαση στην κατοικία και που οι πόλεις πια δεν μας χωράνε. Αλλά η μόνη θεραπεία θα υπάρξει μέσα από τους συλλογικούς αγώνες στις γειτονιές και τα σωματεία που θα διεκδικήσουν αξιοπρεπή διαβίωση για όλους.

Μαρία Μ.


[1] Ο Θάνος Πλεύρης υποστήριξε τον Οκτώβρη του 2025 πως -με την κατάργηση του προγράμματος Helios+- θα απελευθερωθούν σπίτια για τους Έλληνες που βιώνουν την στεγαστική κρίση επιχειρώντας έτσι να ικανοποιήσει το φασιστικό του κοινό και να ρίξει το φταίξιμο της στεγαστικής κρίσης στους μετανάστες.

Leave a Reply