πικετοφορία/μπλόκο αυτοάμυνας κατοίκων ενάντια στην έξωση από τη γειτονιά «17 de mayo». Τελικά εκκενώθηκε με βάση τον «νόμο κατά των καταλήψεων» (Ley antitomas), αφήνοντας τον κόσμο στο δρόμο.

Στην περιοχή της Χιλής, μετά την έκρηξη της εξέγερσης του Οκτώβρη του 2019, που κλόνισε την κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Πινιέρα και ανέπτυξε σημαντικά επίπεδα προλεταριακής αυτοοργάνωσης, αλλά που εν τέλει καναλιζαρίστηκε σε δημοκρατικές ράγες από τα πολιτικά κόμματα όλων των αποχρώσεων, τα οποία συμφώνησαν να υπογράψουν τη «Συμφωνία για την Κοινωνική Ειρήνη και το Νέο Σύνταγμα», είχαμε τη δική μας εκδοχή της «ελπίδας που έρχεται» του ΣΥΡΙΖΑ: την κυβέρνηση του προοδευτικού αριστερού συνασπισμού Apruebo-Dignidad[1], η οποία, με το σύνθημα «για να ζούμε καλύτερα», έφερε στη διαχείριση του κράτους τον Γκαμπριέλ Μπόριτς.

πανό/πανό-καμβάς ενάντια στη στρατιωτικοποίηση στο Wallmapu (περιοχή των Μαπούτσε).

Η κυβέρνηση Μπόριτς και ο προοδευτισμός

Ο Μπόριτς κέρδισε τις εκλογές κινητοποιώντας τις δημοκρατικές δυνάμεις, στις οποίες προστέθηκαν για πρώτη φορά πολιτικοί χώροι και εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, είτε από φόβο για τον Καστ είτε από πεποίθηση υπέρ του σχεδίου του Frente Amplio· ωστόσο, αυτό το τμήμα του εκλογικού σώματος δεν αντιστοιχούσε κατ’ ανάγκη στο σύνολο του προλεταριάτου που είχε βρεθεί στους δρόμους. Η κατευναστική διαχείριση του κοινωνικού ανταγωνισμού στήθηκε πάνω στη δημοκρατική υπόσχεση για καλύτερες συνθήκες ζωής, περιορίζοντας τα πιο ριζοσπαστικά αιτήματα· όμως, όπως θα γινόταν πιο φανερό κατά τη διαδικασία σύνταξης του νέου συντάγματος, το σχέδιο αφορούσε περισσότερο τη διεύρυνση της ιδιότητας του «υποκειμένου δικαίου» ώστε να συμπεριλάβει «μειονότητες», παρά δομικές αλλαγές στο επίπεδο των ταξικών σχέσεων. Η κυβέρνηση πόνταρε τα πάντα στη «Συντακτική Συνέλευση», που υποτίθεται ότι θα έθετε τις βάσεις για όλες τις προγραμματισμένες αλλαγές, και τελικά απέτυχε παταγωδώς στο τελικό δημοψήφισμα. Πολλά κοινωνικά κινήματα ενσωματώθηκαν στο κράτος και οι αγωνιστές/τριές τους μετατράπηκαν σε κρατικούς/ές λειτουργούς, κάτι που ήταν ιδιαίτερα εμφανές στο πεδίο του αγώνα για τη στέγη και στον φεμινιστικό χώρο. Έπειτα, η προοδευτική κυβέρνηση αφιερώθηκε απλώς στη διαχείριση των συμφερόντων του κεφαλαίου, χωρίς κανένα πρόσχημα.

Έτσι, δεν υλοποιήθηκαν οι υποσχέσεις για δομικές μεταρρυθμίσεις: «σώθηκαν» οι ISAPRES[2], δεν άλλαξε τίποτα ουσιαστικό στο σύστημα συντάξεων, διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της κυβέρνησης η κατάσταση εξαίρεσης στη ζώνη των Μαπούτσε -με ανάπτυξη στρατού-, με επίπεδα καταστολής που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τη Δικτατορία, υπήρξαν αυξήσεις τιμών σε πολλές βασικές υπηρεσίες κ.ο.κ.

Η κυβέρνηση εφάρμοσε ένα πρωτοφανές για τη χιλιανή περιοχή πακέτο κατασταλτικών μέτρων, όπου τροποποιούνται ορισμένοι νόμοι ή δημιουργούνται νέοι που προβλέπουν πραγματικές ποινές φυλάκισης. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν: ο νέος αντιτρομοκρατικός νόμος (Ν° 21.732), ο νόμος κατά των οδοφραγμάτων και κατά της κουκούλας (Ν° 21.208), ο νόμος για τις κρίσιμες υποδομές (Ν° 21.542), ο νόμος κατά των καταλήψεων γης/χώρων (Ν° 21.633), ο νόμος «εύκολης σκανδάλης» (Ν° 21.560) κ.ά.[3] Με αυτόν τον τρόπο, η αριστερά του κεφαλαίου αποκατέστησε τη νομιμοποίηση των κατασταλτικών δυνάμεων, διοχετεύοντάς τους τεράστιους οικονομικούς πόρους, απενεργοποίησε τα κοινωνικά κινήματα, κατέστειλε χωρίς οίκτο τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που, παρότι απομονωμένα, συνέχισαν να αγωνίζονται (Μαπούτσε, αναρχικοί και ακροαριστεροί, αγωνιστές μαθητές δευτεροβάθμιας, καταλήψεις γης κ.ά.). Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ριζοσπαστικά κατασταλτικά μέτρα η δεξιά δεν τόλμησε ποτέ να τα εφαρμόσει, από φόβο για την πιθανή προλεταριακή απάντηση.

Η ολοκληρωτική αποτυχία της προοδευτικής αριστεράς ήταν η ανικανότητά της να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση στις επείγουσες υλικές ανάγκες του προλεταριάτου, εστιάζοντας σε πολιτικές ταυτότητας συνδεδεμένες με τις μεσαίες επαγγελματικές και αστικές τάξεις, τη σταθερότερη βάση στήριξής της. Σε αυτό προστέθηκαν η οικονομική στασιμότητα, το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που έφτασε στη χώρα και η αδυναμία της επίσημης αγοράς εργασίας να το εντάξει -κυρίως από τη Βενεζουέλα- καθώς και μια αρχική εμφάνιση του οργανωμένου εγκλήματος, που αναμφίβολα μεγενθύνεται από τα ΜΜΕ και τη δεξιά, οι οποίοι μιλούν για μια υποτιθέμενη «κρίση ασφάλειας»[4].

Αυτό το τοπίο δημιούργησε πλατιά απογοήτευση, διάψευση, αποθάρρυνση και αίσθημα ήττας στα λαϊκά στρώματα που της έδωσαν την εμπιστοσύνη τους, παρότι, αντικειμενικά, η εκλογική της βάση έχει παραμείνει σχετικά σταθερή – αλλά έχει πληγεί καθοριστικά από τότε που ισχύει η υποχρεωτική ψήφος.

νυχτερινή διαμαρτυρία σε περιφερειακή γειτονιά της πρωτεύουσας, με σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία.

Προεδρικές εκλογές 2025: μια καρικατούρα πόλωσης ανάμεσα σε «φασισμό» και «κομμουνισμό»

Στις τελευταίες προεδρικές εκλογές υπήρξε μια ψεύτικη πόλωση γύρω από εξευτελισμένες καρικατούρες του «φασισμού» (Ρεπουμπλικάνοι) και του «κομμουνισμού» (Κομμουνιστικό Κόμμα). Με τόσο υπερβολικά συνθήματα όπως ότι κινδύνευε η «δημοκρατία», ενώ ο Καστ δεν εκπροσωπεί τίποτε περισσότερο από μια νέα νεοφιλελεύθερη, συντηρητική και καθολική κυβέρνηση -που δεν έχει τίποτα το λαϊκιστικό- και έναν υποτιθέμενο τρόμο που δήθεν θα επέβαλαν ο «πολιτισμικός μαρξισμός», η «ιδεολογία του φύλου» και η «τρομοκρατία» σε περίπτωση νίκης της Ζανέτ Χάρα, όταν το ΚΚ δεν εκπροσωπεί παρά έναν χλιαρό σοσιαλδημοκρατικό πόλο[5]. Και οι δύο επιλογές αντιπροσώπευαν διαφορετικές στρατηγικές διακυβέρνησης, όμως και οι δύο ήταν πάντοτε απόλυτα εξυπηρετικές στην κυριαρχία του κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα και οι δύο χρειάζονταν να παράγουν σταθερότητα για να εγγυηθούν τη συσσώρευση, σε πλήρη αντίθεση με τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Αυτή τη φορά, ο εκβιασμός του «αντιφασισμού» για να ψηφιστεί το μικρότερο κακό δεν έπιασε, και η θεσμική αριστερά ηττήθηκε, χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, στις κάλπες.

Στον πρώτο γύρο των προεδρικών, η δεξιά με τέσσερις διαφορετικές υποψηφιότητες πήρε το 70,03% των ψήφων: Καστ[6] 23,92%, Παρίσι[7] 19,71%, Κάιζερ[8] 13,94%, Ματέι[9] 12,46%. Σαφώς, σε αντίθεση με την προηγούμενη προεδρική εκλογή, καθοριστικό ρόλο έπαιξε -και πρέπει να τονιστεί- η επιβολή της υποχρεωτικής ψήφου με πρόστιμο από $35.000 έως $105.000[10], κάτι που συμφωνήθηκε οριζόντια, χωρίς καμία αμφισβήτηση, από ολόκληρο το κομματικό σύστημα. Αναμφίβολα, η εργατική τάξη, δυστυχώς, παρασύρθηκε μαζικά από λαϊκιστικές και ριζοσπαστικές δεξιές επιλογές, που τοποθετούνται δεξιότερα από την παραδοσιακή δεξιά, καθώς υποσχέθηκαν άμεση βελτίωση των συνθηκών ζωής της: Κάιζερ, Καστ, Παρίσι.

Με αυτόν τον τρόπο, η καταστροφή της αριστεράς του κεφαλαίου ενίσχυσε την ακροδεξιά, οδηγώντας στον δεύτερο γύρο στο Παλάτι της Λα Μονέδα τον Χοσέ Αντόνιο Καστ, που πέτυχε άνετη νίκη με 58,16% των ψήφων[11].

Η μελλοντική κυβέρνηση του Χοσέ Αντόνιο Καστ

Ο Καστ εκπροσωπεί στη χιλιανή περιοχή τη διεθνή τάση -και στο νότιο ημισφαίριο- ανόδου κυβερνήσεων με έντονα συντηρητικό και αυταρχικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από τις προγραμματικές και ιδεολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους. Η Χιλή δε θα ήταν εξαίρεση.

Παρότι ο λόγος του μετριάστηκε κατά την προεκλογική καμπάνια, είναι βέβαιο ότι θα εφαρμοστούν μέτρα «αναδιάρθρωσης» που σε καμία περίπτωση δε θα ωφελήσουν την εργατική τάξη. Αυτό που δεν είναι ξεκάθαρο είναι πόσο βαθιές θα είναι αυτές οι αντιμεταρρυθμίσεις και σε ποιον βαθμό ο Καστ θα ελιχθεί για να διατηρήσει την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική ειρήνη, τόσο αναγκαίες για την καλή λειτουργία των επιχειρήσεων, πέρα από την ωμή και σκληρή καταστολή.

Υπάρχει προφανώς μια αλλαγή στη συλλογική υποκειμενικότητα που θα αποθρασύνει τους πιο ριζοσπαστικούς τομείς του αντιδραστικού πόλου να δρουν στους δρόμους με ατιμωρησία. Αν, με τους πολυάριθμους κατασταλτικούς νόμους που ψήφισε η κυβέρνηση της αριστεράς, η αστυνομία ήδη ένιωθε ότι έχει την εξουσία να κάνει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες -«νόμος εύκολης σκανδάλης»- τώρα ούτε καν θα κρατάει τα προσχήματα, με ένα κράτος που τη στηρίζει άνευ όρων.

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που θα πρέπει να ξεπεραστεί, μπροστά στις αναπόφευκτες κοινωνικές κινητοποιήσεις που θα προκύψουν, είναι ο ρόλος που θα παίξουν μέσα τους οι πολιτικές δυνάμεις που έχασαν την κυβέρνηση: θα επιδιώξουν απελπισμένα να «ανακτήσουν τον χαμένο χρόνο» και ήδη καλούν σε επιστροφή στους δρόμους και στη βάση της στράτευσης, ώστε να χρησιμοποιήσουν, να ενσωματώσουν και να εργαλειοποιήσουν τους/τις εκμεταλλευόμενους/ες ως κρέας για κανόνια για τα μικροκομματικά τους συμφέροντα.

υποστηρικτής του Καστ που πανηγυρίζει τη νίκη στις προεδρικές εκλογές κρατώντας φωτογραφία του δικτάτορα Αουγούστο Πινοτσέτ.

Και ο αυτόνομος και αναρχικός χώρος;

Δυστυχώς, ο αυτόνομος και αναρχικός χώρος είναι εντελώς κατακερματισμένος, διάσπαρτος και στριμωγμένος, την ίδια στιγμή που αποδείχτηκε ανίκανος να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Μπόριτς και την οργή ενός ολοένα και πιο επισφαλούς προλεταριάτου. Επιπλέον, η καταστολή χτύπησε πολύ σκληρά αυτόν τον χώρο στη διάρκεια της αριστερής κυβέρνησης. Η προώθηση της αλληλεγγύης από τα κάτω, της αυτοοργάνωσης και της αλληλοβοήθειας παραμένουν επείγοντα καθήκοντα, όπως και η διεκδίκηση της κληρονομιάς της εξέγερσης του Οκτώβρη, που αποτέλεσε μια πρακτική απόδειξη ότι μια άλλη μορφή ζωής είναι δυνατή έξω από τους θεσμούς του κεφαλαίου – και που η προοδευτική αριστερά φρόντισε να απαξιώσει, να αρνηθεί και να θάψει, τουλάχιστον σε επίπεδο λόγου.

Κατά τη γνώμη μας, χρειάζεται να σταματήσουμε με την επαναληπτική αδράνεια του να εστιάζουμε αποκλειστικά στη «σύγκρουση δρόμου» και στη βία -που σε πολλές περιπτώσεις είναι απλός φετιχισμός χωρίς περιεχόμενο-, να συζητήσουμε και να αντιπαρατεθούμε σοβαρά γύρω από τη στρατηγική, να παρέμβουμε στους κοινωνικούς αγώνες με καθαρές προτάσεις και να συγκροτήσουμε ένα αντικαπιταλιστικό κίνημα ικανό να σταθεί στο ύψος του ιστορικού μας χρόνου.

Pensamiento & Batalla (Σκέψη & Μάχη),

χιλιανή περιοχή, Δεκέμβρης 2025.


[1] Ήταν ένας χιλιανός πολιτικός συνασπισμός της αριστεράς, που έως το 2023 συγκέντρωνε τα κόμματα του Frente Amplio (FA) και του Chile Digno, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος (PC). Στη συνέχεια, ήδη ως κυβέρνηση, η συμμαχία διευρύνθηκε προς προοδευτικούς χώρους και κόμματα που είχαν υπάρξει μέρος της παλιάς Concertación και της Nueva Mayoría, τους οποίους, κατά τη δημιουργία του, το FA κατηγορούσε έντονα.

[2] Ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες υγείας που βρέθηκαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.

[3] Το αναρχικό συλλογικό σχήμα «Asamblea Libertaria Cordillera» από το Σαντιάγο πραγματοποίησε την ακόλουθη έρευνα σχετικά με αυτό το θέμα: https://drive.google.com/file/d/1wydSw9O6ueo6711YxUaq40RmOEOnWTew/view

[4] Σύμφωνα με τις στατιστικές, μόνο το 1% των θανάτων στη χώρα έχει ως αιτία θανάτου τις «ανθρωποκτονίες και το οργανωμένο έγκλημα», όμως η κάλυψή τους από τα ΜΜΕ καταλαμβάνει το 70% της προβολής. Στη Χιλή πεθαίνουν περισσότεροι άνθρωποι από αυτοκτονίες, λόγω της γενικευμένης δυσφορίας που προκαλεί η ασφυκτική καθημερινή ζωή κάτω από τον καπιταλισμό, αλλά γι’ αυτό δεν μιλά κανείς.

[5] Στη Χιλή υπάρχει επίσης ένα σταλινικό κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Δράση Προλεταριακή (Partido Comunista Acción Proletaria – PC-AP), του οποίου ο προεδρικός υποψήφιος Εδουάρδο Αρτές έλαβε στον πρώτο γύρο 0,66% (86.041 ψήφους). Με ορισμένες «ερυθροκαφετί» (rojipardistas) θέσεις, περιλαμβάνει διασυνδέσεις με λαϊκιστικές εθνικιστικές ομάδες αμφίβολης προέλευσης, όπως το «Círculo Patriótico Chile», που είναι υπεύθυνες για τη διάδοση κειμένων του Ρώσου εθνικομπολσεβίκου Αλεξάντρ Ντούγκιν.

[6] Υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Χιλής, νεοφιλελεύθερου, συντηρητικού και καθολικού χαρακτήρα.

[7] Υποψήφιος του Κόμματος του Λαού (Partido de la Gente – PDG), λαϊκιστικού χαρακτήρα, προσανατολισμένου προς τις μεσαίες τάξεις, που αυτοπροσδιορίζεται ως «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά», σε συντονισμό με τον μεταφασισμό.

[8] Υποψήφιος του Εθνικού Ελευθεριακού Κόμματος (Partido Nacional Libertario), αναρχοκαπιταλιστικού και ακροδεξιού χαρακτήρα, αντιφεμινιστής, σε μεγάλη σύμπνοια με τις θέσεις του Αργεντινού Χαβιέρ Μιλέι.

[9] Υποψήφια του συνασπισμού της παραδοσιακής δεξιάς «Chile Grande y Unido» (Renovación Nacional – RN, Unión Demócrata Independiente – UDI, Evópoli και Demócratas).

[10] Περίπου από 35 έως 105 ευρώ. Στη Χιλή ο κατώτατος μισθός είναι περίπου 530 ευρώ. Αν κάποιος δεν πληρώσει το πρόστιμο, τίθεται υπό ένταλμα σύλληψης από την αστυνομία.

[11] Το εκλογικό σώμα που είχε δικαίωμα ψήφου ήταν 15.779.102 άτομα. Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής: συνολικοί ψηφίσαντες 13.421.650 (συμμετοχή 85,06%), αποχή 14,94%, άκυρα 783.001 (5,83%), λευκά 165.355 (1,23%), Καστ 7.254.850 (58,16%), Χάρα 5.218.444 (41,84%).

Leave a comment