«Εμένα με ενδιέφερε ο άνθρωπος που υποφέρει. Το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι η θεατρική σκηνή στην οποία εκτυλίσσονται τα συναισθήματα, η ίδια η ζωή»
Έτσι περιέγραφε ο αγωνιστής φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας τον τρόπο που έβλεπε μέσα από τον φακό του τον επαναστατημένο λαό της υπαίθρου στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Και πράγματι, αυτός είναι ο τρόπος που διατηρείται ζωντανή η ιστορική μνήμη: στις προφορικές μαρτυρίες, στις αυτοεκδόσεις των αγωνιστών, στα φωτογραφικά λευκώματα, στα ντοκιμαντέρ και τις ιστορικές μελέτες, οι νεότερες γενιές αναζητούν το νήμα που τις συνδέει με την αγωνιστική παράδοση του λαού μας. Η παρούσα ιστορική μελέτη αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Ο ερευνητής ως ενεργό κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο τοποθετείται εξ αρχής στην πλευρά των «ηττημένων» της ταξικής σύγκρουσης του ’40 -’49 και επιχειρεί μια ανασύνθεση των εμπειριών της επαναστατημένης αγροτικής και εργατικής τάξης συνεισφέροντας στην κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του τόπου, μια δουλειά που εν τέλει επαναφέρει το ζήτημα της σχέσης Τέχνης και Αγώνα. Μια δουλειά πολύπλευρη καθώς, μέσα από την έρευνα και το αρχειακό υλικό για τη θεατρική δραματουργία και την πολιτιστική άνθιση, φωτίζει υποτιμημένες πλευρές του αγώνα και κρατάει ανοιχτό το δρόμο για την παραπέρα μελέτη της ιστορίας του θεάτρου αλλά και των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα.
Το Σάββατο 16 Δεκεμβρίου στις 20.00, στον πολιτικό χώρο του Διαρκούς Αγώνα για την ταξική απελευθέρωση στη Θεσσαλονίκη -Γκαρμπολά 12- θα πραγματοποιηθεί παρουσίαση του νέου βιβλίου των εκδόσεων “Δυσήνιος Τύπος” με τίτλο “Θέατρο Χωρίς εισιτήριο”.
Θα ακολουθήσει συζήτηση με τον συγγραφέα του βιβλίου, Κυριακό Βλαχόπουλο και μπαρ οικονομικής ενίσχυσης.
Στον χώρο θα υπάρχει έκθεση σχετικής φωτογραφίας ενώ θα λειτουργεί δανειστική βιβλιοθήκη καθώς και βιβλιοπωλείο με ιστορικά, πολιτικά και λογοτεχνικά βιβλία.
Όπως αναφέρει και ο πρόλογος του βιβλίου: “Το θέατρο στο βουνό τοποθετείται εδώ ως μία ακόμα μορφή πολύμορφου αγώνα. Και ίσως η σημαντικότερη συνεισφορά αυτής της μελέτης να είναι ο τρόπος που εμπεδώνει την βαθύτερη ανάγκη που κινεί την ιστορία. Από το “αν δεν μπορώ να χορέψω, δεν είναι η επανάσταση μου” της Γκόλντμαν μέχρι το “Πολεμάμε και Τραγουδάμε” της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, η επανάσταση είναι η γιορτή των ταπεινωμένων και καταφρονημένων της ιστορίας, η εκδίκηση όχι μόνο για το ψωμί αλλά για κάθε στιγμή χαράς και δημιουργίας που μας στερήθηκε”.
Ετοιμάζεται σιγά σιγά η επόμενη έκδοση του δυσήνιου τύπου. Μιας έρευνας του συντρόφου Κυριάκου Βλαχοπούλου για το θέατρο στην αντίσταση.
ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ. Θέατρο στο βουνό. Ιστορία και Μνήμη στα χρόνια της κατοχής.
“Η θεατρική έκφραση που διαμορφώνεται στο βουνό συνδέεται άμεσα με το κοινό που το παρακολουθεί και αποτελεί ζωτικό χώρο στον οποίο εκφράζονται πολιτικοί και κοινωνικοί προβληματισμοί και ως εκ τούτου το περιεχόμενο στρέφεται και ευθυγραμμίζεται με τον αντιστασιακό αγώνα. Στην ουσία, θα μελετηθεί η συμβολή του θεάτρου στην Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής. Θα επικεντρωθούμε κυρίως στα θεατρικά δρώμενα της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου δημιουργούνται θίασοι και σκηνές που δίνουν παραστάσεις στα χωριά και τις περιοχές που θεωρούνται απελευθερωμένα εδάφη”
Ο Μορμόλης, κάτι παραπάνω από ένα παιδικό παραμύθι…
«Τόση φασαρία για ένα κουτί»
Ο Μορμόλης είναι ένα παραμύθι, ένα θεατρικό έργο για παιδιά, το οποίο γράφτηκε από τον Γερμανό θεατρικό συγγραφέα Ράινερ Χάχφελντ.
Το έργο άνηκε στο ρεπερτόριο του θιάσου του Φόλκερ Λούντβιχ, αδερφού του Χαχφελντ, «Gripstheater» («Θέατρο Γκρίπς») της πρώην Δυτικής Γερμανίας που πιστοποιεί -την ίδια εποχή στη Δυτική Ευρώπη- την ανανέωση του ρεπερτορίου και της σκηνοθεσίας στο θέατρο για παιδιά, επιδιώκοντας να δοθούν πλέον κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Ο Μορμόλης ήταν ένα έργο που αποκήρυττε τα χαρακτηριστικά των παραμυθιών: δεν ήταν ρομαντικό, ούτε διδακτικό. Απεναντίας, αναφερόταν σε δύο αδέλφια, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που περνούσαν τις διακοπές τους κοντά στο θείο και τη θεία τους και μια μέρα ξεκίνησαν να παίζουν με ένα κουτί: το Μορμόλη. Ο Μορμόλης έγινε ένας φανταστικός φίλος των παιδιών, όπως αυτούς που συνηθίζουν να έχουν τα παιδιά και έλεγε στους μεγάλους όσα δεν τολμούσαν να πουν οι μικροί. Οι μεγάλοι δεν καταλάβαιναν τι είναι αυτό το μυστηριώδες και ύποπτο κουτί. Το φοβούνταν και θύμωναν. Το κουτί- σύμβολο πήρε μεγάλες προεκτάσεις μέσα στον κόσμο των ενηλίκων και άρχισε να τρομάζει ολόκληρη την πολιτεία που επιστρατεύτηκε εναντίον ενός φοβερού εχθρού. Ο αστυνόμος ήρθε να το συλλάβει, ο στρατηγός προσπάθησε να το καταστρέψει με ένα κανόνι, ακόμα και ο υπουργός επενέβη. Τελικά, ο γκρινιάρης γείτονας κύριος Μπουρίνιας πήρε το πριόνι του και κομμάτιασε το Μορμόλη. Ο Μορμόλης όμως ήταν άτρωτος, μια και μπορούσε να γίνεται ότι θέλουν τα παιδιά : παπούτσι, καπέλο, ποτήρι ή μπουρί της σόμπας. Κι αν έκοβες έναν Μορμόλη στα δυο, είχες δυο Μορμόληδες, αν τον έκοβες στα τρία, είχες τρεις Μορμόληδες. Στο τέλος, τα παιδιά που με τη φαντασία τους έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά από τη στεγνή πρακτική των μεγάλων νίκησαν. Και κάποιοι από τους μεγάλους κατάλαβαν το μυστικό: πως αν αγαπάς τα παιδιά, αγαπάς και τους Μορμόληδες.
Μέσα στο παραμύθι υπάρχουν τόσες εικόνες γνώριμες, οι οποίες όμως μπαίνουν στην πραγματική τους ανθρώπινη βάση. Ένα παραμύθι, που σπάει όλα τα κατεστημένα, όλες τις μικροπρέπειες που γεννάει αυτός ο κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος παθογένειες.
«Οι κήποι είναι για τα παιδιά». Ο «καλός» νοικοκύρης δεν αφήνει τα παιδιά να παίζουν στον κήπο για να μην του χαλάσουν το γρασίδι. Η ιδιοκτησία του επιτρέπει να αφήνει ένα κήπο να μαραζώνει αντί να τον παρέχει στα παιδιά που δεν έχουν πού να παίξουν.
Καυτηριάζει με χιούμορ τις ηλίθιες ιεραρχίες και μικροεξουσίες αυτής της κοινωνίας, αυτού του σάπιου κόσμου.
Η εμμονή της ελληνικής οικογένειας με την τηλεόραση και η ακατανόητη ανάγκη των γονιών για τυφλή υπακοή των παιδιών στις εντολές τους είναι αυτά που με τόση φυσικότητα σχολιάζει το παραμύθι.
Ο Μορμόλης αντικατοπτρίζει όλα όσα θέλουμε, μικροί και μεγάλοι, και δεν τολμάμε να πούμε. Αντικατοπτρίζει το δίκαιο που μας πνίγει.
Μα είναι επίσης και αυτός που είναι έτοιμος να το υπερασπιστεί. Ο Μορμόλης είναι η ανατρεπτική ψυχή του εαυτού μας που τολμάει να βάλει ανάχωμα σε ανούσια πρέπει και μη. Ο Μορμόλης είναι αυτή η πτυχή μας που τα βάζει με την κυριαρχία. Ο Μορμόλης είναι αυτή η πτυχή του εαυτού μας που φοβούνται. Γι αυτό όταν εμφανίζεται όλοι συνωμοτούν για την καταστολή της.
Ο Μορμόλης είναι αυτό το απάγκιο μας όταν πια τίποτα άλλο δεν μας έχει μείνει, όταν πια τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε και για να τον υπερασπιστούμε δε θα τρομοκρατηθούμε από ιεραρχίες και κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Όλα αυτά είναι ο Μορμόλης. Μα η αλήθεια είναι πως είναι πολλά περισσότερα και σίγουρα δεν είναι ένα κουτί. Και αυτό που δε θα καταλάβουν ποτέ, είναι πως αν προσπαθήσεις να τον καταστρέψεις θα γεννηθούν 2 και 3 και 10 Μορμόληδες.
*Η πρώτη παράσταση του έργου στην Αθήνα είχε προγραμματιστεί για τις 23 Νοεμβρίου. Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο θίασος, όπως και κάποια αλλά θέατρα της πόλης, ανέβαλε την πρεμιέρα του σε ένδειξη συμπαράστασης στους έγκλειστους του Πολυτεχνείου, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1973.