
Για δεκαετίες ολόκληρες μεγαλώσαμε με ισχυρούς ιστορικούς μύθους που αναπαράγονταν διαρκώς από τα κάτω, αγνοώντας την αντιφατικότητα και την πολυπλοκότητα της ιστορικής πραγματικότητας. Όπως για παράδειγμα ο μύθος της παθητικότητας των Εβραίων μπροστά στο Ολοκαύτωμα, που δεν λαμβάνει δεκάδες παραδείγματα ηρωικής αντίστασης ενάντια στη ναζιστική μηχανή του θανάτου. Όπως ήταν η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας τον Απρίλιο του 1943, οι εξεγέρσεις στην Τρεμπλίνκα τον Αύγουστο του 1943 και στο Σόριμπορ τον Οκτώβριο του 1943, η εξέγερση των sonderkommandos του στρατοπέδου εξόντωσης στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου τον Οκτώβριο του 1944 και η συμμετοχή στην οργανωμένη ένοπλη αντιφασιστική αντίσταση, είτε με τη δημιουργία ξεχωριστών οργανώσεων είτε με την ενσωμάτωση σε ήδη υπάρχουσες αντιστασιακές δομές) για παράδειγμα, εκατοντάδες ήταν οι έλληνες Εβραίοι που συμμετείχαν στο εαμικό κίνημα και στον ΕΛΑΣ). Ένας άλλος μύθος είναι αυτός της απόλυτης παθητικότητας του γερμανικού λαού και της έλλειψης αντίστασης απέναντι στη ναζιστική αποκτήνωση. Ο μύθος αυτός πατάει σε βεβαίως σε ορισμένα υπαρκτά δεδομένα. Οι εθνικοσοσιαλιστές είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη τεράστιας μερίδας της γερμανικής κοινωνίας, που ένιωθε ταπεινωμένη από τους σκληρούς όρους που επιβλήθηκαν με τη συνθήκη των Βερσαλλιών και τη διαμόρφωση ενός μεταπολεμικού κόσμου, που απλά προετοίμαζε τον επόμενο πόλεμο. Ας μην ξεχνάμε πως το Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP) αναρριχήθηκε στην εξουσία με νόμιμες εκλογές και όχι με πραξικόπημα. Στις εκλογές του Μαρτίου του 1933 κατάφερε να συγκεντρώσει το 43,9%, ενώ πέντε χρόνια πριν το ανάλογο ποσοστό ήταν μόλις 2,6%. Οι ευθύνες αυτού του τεράστιου τμήματος της γερμανικής κοινωνίας δεν είναι αμελητέες. Το ίδιο και οι ευθύνες όσων σιώπησαν κι έμειναν απαθείς μπροστά στο έγκλημα ή έκαναν ότι δεν βλέπουν τη θηριωδία που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια τους. Ωστόσο αυτή η συνευθύνη δεν χαρακτηρίζει το σύνολο της γερμανικής κοινωνίας. Χιλιάδες πράξεις αντίστασης (πριν και μετά την αναρρίχηση των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία) συνθέτουν ένα τεράστιο μωσαϊκό αξιοπρέπειας που δεν πρέπει να το λησμονούμε.
Η ιστορία των πειθαρχικών ταγμάτων 999 της Βέρμαχτ είναι ελάχιστα γνωστή στον τόπο μας, παρ’ ότι εκατοντάδες αντιφασίστες στρατιώτες των κατοχικών δυνάμεων αυτομόλησαν και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ, ενώ δεκάδες που δεν τα κατάφεραν τουφεκίστηκαν από τους ομοεθνείς τους εθνικοσοσιαλιστές. Οι γερμανοί αντιφασίστες στην Ελλάδα έφτασαν ακόμα και σε αναβαθμισμένες οργανωτικές μορφές, με συγκρότηση ξεχωριστών οργανώσεων. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 1944 στην Καστανιά μετά από σύσκεψη στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, παρουσία του Στέφανου Σαράφη, του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου και του Πέτρου Κόκκαλη, αποφασίστηκε η ίδρυση της Αντιφασιστικής Επιτροπής Γερμανών Στρατιωτών «Ελεύθερη Γερμανία». Διακηρυγμένη στόχοι της οργάνωσης ήταν ο συνσπισμός όλων των γερμανών αντιφασιστών στρατιωτών που βρίσκονταν στη χώρα, ο τερματισμός του πολέμου και η συμβολή στην ανοικοδόμηση της Γερμανίας.
Τα πειθαρχικά τάγματα 999, οι «πολεμικώς ανάξιοι» της Βέρμαχτ ή αλλιώς «εκείνοι με το μπλε δελτίο», συγκροτήθηκαν με σκοπό να αποτελέσουν φθηνό κρέας για τα κανόνια της ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Σύμφωνα με τη διαταγή του Χίτλερ: «Φροντίστε ώστε το σκυλολόι αυτό να αιματοκυλιστεί στα πεδία των μαχών». Υπολογίζεται πως το 30% των ταγμάτων αποτελούνταν από αντιφασίστες διαφόρων πολιτικών ή θρησκευτικών προελεύσεων ή κινήτρων (κομμουνιστές, μέλη του SPD, αριστερούς και ειρηνιστές διαφόρων αποχρώσεων, μάρτυρες του Ιεχωβά, Καθολικούς κλπ). Η πλειοψηφία των ταγμάτων στελεχώθηκε από ποινικούς κρατούμενους που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ναζί και αποτελούσαν την κύρια δεξαμενή ρουφιάνων, αφού μέσα από τη συμμετοχή τους στον πόλεμο διεκδικούσαν την παραγραφή της προηγούμενης εγκληματικής τους δραστηριότητας. Ωστόσο ήταν πολλές οι περιπτώσεις που ποινικοί κρατούμενοι στάθηκαν αλληλέγγυοι στους πολιτικούς ή που ανέπτυξαν αντιφασιστική δραστηριότητα μαζί τους. Όπως είναι φυσικό, οι θέσεις ευθύνης στελεχώθηκαν από συνειδητούς και πωρωμένους εθνικοσοσιαλιστές, ώστε να διασφαλιστεί η τάξη και η πειθαρχία. Παρ’ όλα αυτά χιλιάδες αντιφασίστες στρατιώτες (κατά κύριο λόγο οργανωμένοι κομμουνιστές) κατάφεραν να αυτομολήσουν και «να στρέψουν τα όπλα απέναντι». Ως ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα θα αναφέρουμε δυο περιστατικά που συνέβησαν στην Ιταλία το 1943, όταν γερμανοί και ιταλοί αντιφασίστες ανατίναξαν πλοίο με γερμανικά πολεμοφόδια και εκτέλεσαν εθνικοσοσιαλιστές αξιωματικούς:








