Τις τελευταίες εβδομάδες, ο χώρος των πανεπιστημίων αποτελεί για ακόμα μια φορά ένα μείζον πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ του κράτους και της αγωνιζόμενης κοινωνίας. Μέσα στο καλοκαίρι, ολοκληρώθηκε η εκπαίδευση της ΟΠΠΙ, ενώ έγινε πράξη και η εγκατάσταση των πρώτων τουρνικέ στις εισόδους του ΑΠΘ, το οποίο αποτελούσε αναγκαίο βήμα για να προχωρήσει το σχέδιο εγκατάστασης της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Μόλις πριν από λίγες μέρες, έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του το νέο αστυνομικό σώμα έξω από τις εισόδους των σχολών, με τη συνοδεία πάνοπλων αστυνομικών δυνάμεων κάθε είδους. Ως απάντηση στην όξυνση της κατασταλτικής εκστρατείας και την προσπάθεια τρομοκράτησης της κοινωνίας, οι φοιτητές εδώ και πολλές ημέρες προσπαθούν να οργανωθούν και βρίσκονται καθημερινά στις σχολές τους προκειμένου να αποτρέψουν την είσοδο των ένστολων καθαρμάτων και να περιφρουρήσουν τις κατακτήσεις που έχουν κερδίσει εδώ και δεκαετίες μέσα από τους αγώνες τους.
Στις 21 Αυγούστου του 2018, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Αλέξης Τσίπρας, με διάγγελμά του από την Ιθάκη ανακοίνωσε την οριστική λήξη των μνημονίων και της επιτροπείας: «Η χώρα μας ανακτά το δικαίωμα της, να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της. Σαν μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Χωρίς άλλους εκβιασμούς. Χωρίς άλλες θυσίες του λαού μας». Τέσσερα χρόνια μετά, στις 20 Αυγούστου του 2022, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από την Κρήτη ανακοίνωσε κι αυτός με τη σειρά του τη λήξη των μνημονίων και της επιτροπείας: «Η σημερινή εξέλιξη σηματοδοτεί το τέλος των Μνημονίων και όσων επιβλήθηκαν στο όνομά τους (…) Η απαλλαγή από την Ενισχυμένη Εποπτεία σημαίνει μεγαλύτερη εθνική ευχέρεια στις οικονομικές μας επιλογές». Λίγους μήνες πριν, τον Ιούνιο του 2022 ο Κ. Μητσοτάκης έλεγε: «με τη σφραγίδα του Eurogroup, η οικονομία μας απελευθερώνεται, πλέον, από το καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας (…) Και, ταυτόχρονα, ανοίγει μία νέα εποχή αυτόνομων επιλογών για την ανάπτυξη της χώρας και την ευημερία των πολιτών της». Τελικά, ποιος έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και την επιτροπεία; Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2018 ή η Νέα Δημοκρατία το 2022;
Όσοι διάβαζαν παλιότερα τα δημοφιλή τεύχη του Αστερίξ (γραμμένα από την οξύτατη πένα και τον κοινωνικά ευαισθητοποιημένο νου του Ρενέ Γκοσινί), θυμούνται τους Ρωμαίους κατακτητές να “αμείβουν” τους Αιγύπτιους σκλάβους-εργάτες με μια κούπα μπίρα και ένα πιάτο φακές. Όσοι δεν φορούν παρωπίδες κοινωνικής αδιαφορίας και φροντίζουν να ρίχνουν μια –έστω πρόχειρη– ματιά στο τι ακριβώς συμβαίνει γύρω τους, έχουν εδώ και καιρό καταλάβει πως περίπου το ίδιο συμβαίνει στην εγχώρια αγορά εργασίας. Οι σύγχρονοι σκλάβοι μπορεί να μην λαμβάνουν αλκοόλ και φθηνό φαγητό με το δελτίο, όμως οι τιμές των βασικών αγαθών, των ενοικίων και των λογαριασμών τους οδηγούν αναπόφευκτα στο να ξοδεύουν τους πενιχρούς μισθούς τους αποκλειστικά στα παραπάνω.
Η συνέντευξη αυτή επιδιώκει να σπάσει τα στερεότυπα, επιχειρεί να εισάγει νέους τρόπους και μέσα πάλης, νέες δημιουργικές κραυγές αντίστασης ενάντια στο υπάρχον πατριαρχικό, κρατικό και καπιταλιστικό σύστημα, νέους δρόμους για τον καινούριο κόσμο που κουβαλάμε μέσα μας.
Μάλλον πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά, τι είναι η τέχνη του Drag; Η τέχνη του Drag είναι η τέχνη της μεταμόρφωσης ενός ατόμου με σκοπό την παραγωγή τέχνης, την παρουσίαση μιας performance. Μεταμόρφωση στην υπερβολική εκδοχή είτε του ίδιου φύλου είτε του αντίθετου φύλου είτε άλλου φύλου είτε σε ένα απροσδιόριστο πλάσμα. Τα πρώτα δείγματα της τέχνης αυτής, τα συναντάμε στα θεατρικά του Αριστοφάνη και αργότερα του Σαίξπηρ. Την εποχή του Μεσαίωνα όπου η θέση της γυναίκας στο θέατρο απαγορευόταν, πολλοί θεατρικοί χρησιμοποιούσαν άντρες ηθοποιούς για τους γυναικείους ρόλους. Και με αφορμή αυτό αλλά και λόγω σάτιρας, τους μεταμόρφωναν στην υπερβολική εκδοχή μιας γυναίκας για λόγους αμφισβήτησης της στερεοτυπικής θέσης της γυναίκας στην κοινωνία. Αργότερα, την δεκαετία του ’50 και έπειτα, η τέχνη αυτή άνθισε στα μπαρ της Νέας Υόρκης από κουίρ και τρανς άτομα ως τέχνη ελεύθερης έκφρασης, ως τέχνη αμφισβήτησης των στερεοτύπων, αλλά και για βιοποριστικούς λόγους των αποκλεισμένων ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Μέχρι σήμερα εξελίσσεται σταθερά ανοδικά, εμπορευματικά και μη, ακόμα και από γυναίκες που έφεραν στο προσκήνιο την Drag King τέχνη, τη μεταμόρφωση δηλαδή μιας θηλυκότητας σε ανδρική μορφή.
Έχεις ξαναπεί πως υπάρχουν διαφορετικά είδη Drag. Θες να πεις δυο λόγια γι αυτά; Η τέχνη του Drag είναι μια ελεύθερη τέχνη. Τα είδη εμφανίζονται και πολλαπλασιάζονται, όσο οικειοποιούνται την τέχνη αυτή περισσότεροι άνθρωποι από κάθε γωνιά του πλανήτη. Κάθε άτομο δηλαδή, ανάλογα με το τι έχει να πει και να παρουσιάσει, με τις καταβολές και τα βιώματά του, είτε ακολουθεί υπάρχοντα είδη είτε φέρνει στο προσκήνιο νέες προσεγγίσεις. Μίμηση, τραγούδι, χορός, μονόλογος, αφήγηση, κείμενα, ποίηση, θεατρικό, κ.α. Όλα αυτά είτε ξεχωριστά είτε σε συνδυασμούς, είτε σε κωμική είτε σε δραματική εκδοχή. Και φυσικά, διαλέγει και την πορεία που θα ακολουθήσει. Στην εμπορευματική σκηνή, στην Underground, στον ακτιβισμό, στα κινήματα.
Ο Ζακ και η δολοφονία του πως επηρέασε την καλλιτεχνική σου δράση; Η δολοφονία του Ζακ ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει μέσα μου μια διαδικασία κατανόησης της τέχνης αυτής, και σιγά σιγά να καλλιεργηθεί μέσα μου η ιδέα, να αναζητήσω τον τρόπο που θα μπορούσα να παρουσιαστώ στο κοινό και να επιλέξω τι έχω να πω, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα ξύπνησα και είπα, πάω να πάρω το πρώτο μου φόρεμα. Αυτό έγινε το 2020 στο Μόναχο μέσα στην πρώτη καραντίνα της πανδημίας. Έκτοτε εξελίσσεται συνεχώς μέσα μου. Η μορφή της Zackie Oh με συντροφεύει πάντα από τότε, σε κάθε μεταμόρφωσή μου. Το γεγονός της άγριας δολοφονίας του, από νοικοκυραίους και μπάτσους, με κράτησε για αρκετό καιρό στη σιωπή και στη σκέψη. Με στιγμάτισε. Ο κανιβαλισμός προς τον αδύναμο και τον φοβισμένο, είναι βασικό στοιχείο της νοοτροπίας της επιβολής. Είναι στοιχείο της μάτσο κουλτούρας που φέρνει ως αποτέλεσμα την απώλεια ζωής. Αυτό με ώθησε περισσότερο στο να βγω στο προσκήνιο με περισσότερο θάρρος και θράσος.
Πως και που η τέχνη του Drag ενώνεται για σένα με την πολιτική δράση; Εξ αρχής ήμουν αποφασισμένη ότι αυτό που θα παρουσιάσω στο κοινό θα έχει πολιτική ταυτότητα. Η τέχνη του Drag είναι επαναστατική από μόνη της, όπως κάθε τέχνη άλλωστε, αρκεί να το επιλέξεις. Ο καμβάς είναι μπροστά σου και ξεκινάς την δημιουργία. Η εκφορά του λόγου μου, η επιλογή των τραγουδιών που διασκευάζω, η επιλογή των χώρων που επιλέγω να εμφανίζομαι, οι άνθρωποι που συμφωνούμε να συνεργαζόμαστε. Όλα αυτά είναι τα στοιχεία της δικής μου Drag έκφρασης που συνυπάρχουν με την πολιτική μου δράση.
Πως αυτό μπορεί εν γένει να αποτελέσει εργαλείο αγώνα και μέσο πάλης ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και πατριαρχία; Από τη στιγμή που εναντιώνομαι ως άνθρωπος σε κράτος, κεφάλαιο και πατριαρχία, προσπαθώ να χρησιμοποιήσω και την τέχνη μου, να την εργαλειοποιήσω , να την προσαρμόσω πάνω στις αξίες για τις οποίες αγωνίζομαι. Σίγουρα δεν αποτελεί την μοναδική επιλογή αγώνα και δράσης, αλλά για μένα είναι η ουσία και ο λόγος που υπηρετώ την Drag τέχνη. Είναι τέχνη της αμφισβήτησης, πάει κόντρα στα εθνικοχριστιανικά στερεότυπα, ταράζει τα νερά στην κανονικότητα. Η βασική όμως προϋπόθεση είναι η ταξική προσέγγιση. Όταν βρίσκεσαι ταξικά δίπλα σε ανθρώπους που διεκδικούν και παλεύουν για έναν καλύτερο κόσμο, τότε και η τέχνη που υπηρετείς θα προσφέρει το δικό της λιθαράκι σε αυτό που ονομάζουμε συλλογικοποίηση του αγώνα.
Σε συνέντευξη σου στην ertopen έχεις πει πως το drag από μόνο του σπάει τα κατεστημένα, και το κατανοώ με βάση τα κυρίαρχα πρότυπα. Αρκεί όμως αυτό; Αυτό υπόκειται στο κάθε άτομο που κάνει Drag. Ανάλογα τις ευαισθησίες, την έμπνευση και την όρεξη του καθένα, να μιλήσει πιο άμεσα και πιο καυστικά για αυτά που βασανίζουν τις κοινωνίες. Έχει να κάνει με την αυτοδιάθεση του καθένα. Εγώ δεν μπορώ να αρκεστώ μόνο στο καλλιτεχνικό κομμάτι της τέχνης του Drag. Και έχω δεχθεί κριτική γι αυτό. Εμπνέομαι και λειτουργώ, όταν εκφέρω πολιτικό λόγο, έστω και μέσα από τις επιλογές των τραγουδιών ή των ποιημάτων που ερμηνεύω.
Πως συνδέεται το drag με τα πολιτικά, κοινωνικά και ταξικά κινήματα (σε Ελλάδα και Βερολίνο); Η σύνδεση της τέχνης του Drag με τα κινήματα, έρχεται όταν το άτομο που υπηρετεί αυτήν την τέχνη αποφασίζει να επεκτείνει τον λόγο του και την παρουσία του μέσα σε αυτά. Κανένα κίνημα και καμία συλλογικότητα, είτε στην Ελλάδα είτε στο Βερολίνο δε θα σε πάρει τηλέφωνο να σου πει, έλα να συνδιαμορφώσεις και να συμμετέχεις. Αυτό θα γίνει όταν οι ματιές μας κοιτάνε την ίδια θέα. Όταν οι αντιλήψεις μας συμβαδίζουν και ταυτίζονται οι σκέψεις και οι ανησυχίες μας.
Μπορεί η τέχνη να κινητοποιήσει, να στρατεύσει επί της ουσίας στον αγώνα για την Κοινωνική Επανάσταση; Κι αυτό το ρωτάω γιατί βλέπουμε το εξής παράδοξο τελευταία: τεράστια προσέλευση κόσμου σε κινηματικές συναυλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στην Αθήνα αλλά και γενικά, και πολύ μικρή συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, πολλώ δε μάλλον σε συνελεύσεις και συλλογικότητες. Μπορεί η τέχνη να στρατεύσει επί της ουσίας κι όχι στο πλαίσιο ενός lifestyle αναρχισμού και αγώνα; Σίγουρα οι πολιτικοποιημένες τέχνες είναι μια μορφή έκφρασης από ανθρώπους που έχουν μια προσέγγιση ευαισθητοποίησης για συλλογικοποίηση και συμμετοχή. Η προσπάθεια γίνεται και είναι ολοφάνερη. Ο στόχος βέβαια είναι να υπάρχει και αποτέλεσμα. Μπορεί η τέχνη, ναι. Μπορεί και η τέχνη να προσελκύσει ανθρώπους στις συλλογικότητες και στις συνελεύσεις, αρκεί να αυτό να γίνεται κατανοητό ως προτροπή.
Ας κλείσουμε με κάτι πρoταγματικό, κάτι δημιουργικό. Τι οραματίζεσαι; Ως καλλιτέχνης, ως αναρχική, ως άτομο της εργατικής τάξης; Δε θα επεκταθώ σε κάτι ρομαντικά μελλοντικό. Θέλω οι άνθρωποι και κυρίως οι νέες γενιές να τους δοθεί η ευκαιρία να χειραφετηθούν πάνω σε ελευθεριακά προτάγματα, αντιλαμβανόμενοι τη θέση τους μέσα στην σημερινή κοινωνία. Θέλω να βλέπω πολυπληθής συνελεύσεις και κατειλημμένους χώρους αντίστασης και αλληλεγγύης, με λαμπερά μάτια και όμορφα χαμόγελα με σιγουριά. Θέλω να συνυπάρχουμε ταξικά και συντροφικά, όσο γίνεται περισσότερα άτομα, γυναίκες, κουίρς, αγόρια, και οι γροθιές μας να ταράζουν κάθε γειτονιά, κάθε πόλη, έχοντας μια μεγάλη αγκαλιά για κάθε καταπιεσμένο και βασανισμένο που βρίσκεται δίπλα μας. Θέλω να στεκόμαστε αντάξιοι των ιδεών και των αξιών μας, που μας έχουν δοθεί από ανθρώπους που πάλεψαν, αγωνίστηκαν και έδωσαν η ζωή τους. Να στεκόμαστε συνειδητά και με δράση απέναντι στην πατριαρχία, την ομοφοβία, τον ρατσισμό και σε όλες τις νοοτροπίες που τα υπηρετούν, σε όλες τις εξουσίες που τα γεννούν. Είμαστε εδώ και θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε, να δρούμε, να αντιστεκόμαστε. Το ραντεβού είναι πάντα στους δρόμους!
Ο ενεργειακός πόλεμος που διεξάγουν με όλα τα μέσα πλέον οι δυνάμεις του κεφαλαίου εναντίον της κοινωνικής πλειοψηφίας και του φυσικού πλούτου έχει μπει στα σπίτια όλων μας. Δυσθεώρητα ενεργειακά κόστη, κοινωνίες που γίνονται όμηροι των καταστροφικών συνεπειών των «ενεργειακών επενδύσεων», στρατοί που καλούν τη νεολαία να πολεμήσει για τα κέρδη των ενεργειακών μονοπωλίων, ΜΜΕ που μας καλούν να «αντέξουμε» το βαρύ χειμώνα. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, οι πτυχές που ανέδειξαν τα κινήματα ενάντια στην καταστροφική καπιταλιστική ανάπτυξη, από το Βόλο μέχρι τα Άγραφα και αλλού, επιβεβαιώνουν πως η «πράσινη μετάβαση» είναι ένα ακόμα επεισόδιο ενός γιγαντιαίου πολέμου εναντίον κάθε πτυχής της κοινωνικής και οικονομικής μας ζωής.
αυτό το σπίτι που γεννήθηκα θέλουν να γκρεμιστεί κι εκεί που γεννήθηκαν οι ιδέες το σπίτι ν’ απανθρακωθεί πεινάω πεινάω μα πασχίζετε να φύγω νηστική στο σάπιο μου αίμα να ρέει υποταγή να λιμοκτονήσω, να αφανιστώ, στον δρόμο να μη ξαναπατήσω να πεθάνω εγώ μαντρωμένος στο κρατικό κλουβί κι όσο η ζωή μας γίνεται κόλαση από τις κρατικές αμυχές και μας παίρνετε τα σπίτια, τις σκέψεις και τις ζωές όσο κι αν μας διαμελίζετε Εμείς θα συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε κόψτε μας πόδια χέρια κοιλιές θα δαγκώσουμε τα μάγουλα, θα βγάλουμε κραυγές δεν είναι και κάτι να πονέσεις για να αλλάξεις τη ζωή για το σπίτι που γεννήθηκα το σπίτι των ιδεών που θέλουν να γκρεμιστεί.
Στις 16 Αυγούστου, πρωινές ώρες, πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της Κατάληψης Παλιού Νεκροτομείου στην Αλεξανδρούπολη, με δυνάμεις των ΟΠΚΕ και μηχανές της ΔΙΑΣ να έχουν αποκλείσει το συγκρότημα του παλιού νοσοκομείου και με παρουσία εισαγγελέα, να κόβουν τα λουκέτα και να εισβάλλουν μέσα στο κτίριο. Η επιχείρηση συνοδευόταν από απειλές για προσαγωγές του αλληλέγγυου κόσμου που είχε συγκεντρωθεί. Τα σχέδια της εκκένωσης είχαν γίνει ήδη γνωστά από τις 22 Ιουλίου, μέσω τοιχοκολλημένου κρατικού εγγράφου, παρόλα αυτά υλοποιήθηκαν μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, κατά την πάγια τακτική τους, επιχειρώντας να αιφνιδιάσουν το κίνημα πόλης και τα αντανακλαστικά του, και αναίμακτα να τελειώνουν μια και καλή με αυτό το “αγκάθι” στην Αλεξανδρούπολη. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται να ξεμπερδεύουν τόσο εύκολα με έναν από τους ενεργούς πυρήνες ταξικού ανταγωνισμού στην πόλη, όσο και να χτίζουν ένα ιδιότυπο καθεστώς αστυνομοκρατίας , όσο και να προσπαθούν να εκκενώσουν τις δομές του αγώνα στην πόλη, με απειλές, επικοινωνιακά τεχνάσματα και κατασταλτικές επιχειρήσεις. Δεν μπορούν να κάμψουν το φρόνημα όσων αγωνίζονται, δεν μπορούν να αντιστρέψουν την παρακαταθήκη αγώνα που γεννήθηκε και θα συνεχίσει να γεννιέται, δεν μπορούν να κατευνάσουν την κοινωνική οργή που θα ξεσπάσει. Για τον κόσμο του αγώνα είναι δέσμευση πως το νεκροτομείο θα μείνει κατάληψη, πως οι κοινωνικές αντιστάσεις θα συνεχίζουν να ανθίζουν και να ενοχλούν.
Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας εκκένωσης Η κατάληψη Παλιού Νεκροτομείου στεγάζεται στο συγκρότημα του παλιού νοσοκομείου, έναν χώρο που παρέμενε παραμελημένος για χρόνια, πέρα από τις δικές μας προσπάθειες να διατηρηθεί ανοιχτός και βιώσιμος για την τοπική κοινωνία και την γειτονιά. Η παραχώρησή του στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης τον Δεκέμβρη 2018 σηματοδότησε και την έναρξη της συζήτησης για την αξιοποίησή του και τη ροή κρατικού χρήματος πάνω στην οποία θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί το αλισβερίσι των τοπικών αρχόντων και αφεντικών. Έτσι, από το 2021, για να περιφραχθεί το συγκρότημα με σιδεριές και λαμαρίνες και για να ανατεθεί η φύλαξή του σε εταιρεία σεκιούριτι, δηλαδή για να ερημοποιηθεί και να αποκοπεί ένας από τους λίγους δημόσιους χώρους από την γειτονιά, κατασπαταλήθηκαν χιλιάδες ευρώ. Δεν αποτελεί πρωτοτυπία η τακτική του κράτους να υποβαθμίζει και να παραμελεί συστηματικά καθετί δημόσιο και δωρεάν για την κοινωνία, με σκοπό η έλευση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των μεγαλοκαρχαριών να φανεί ως “σωτήρια” και να ξεπουληθεί άρον άρον το “φιλέτο” στο όνομα της “ανάπτυξης” και της δήθεν ικανοποίησης των αναγκών της κοινωνικής βάσης. Ένα σαθρό αφήγημα που επιχειρεί να κουκουλώσει την μπίζνα που έχουν στήσει κράτος και κεφάλαιο για την καταλήστευση δημόσιων αγαθών, την υφαρπαγή δημόσιων χώρων, τη λεηλασία της φύσης, την ιδιωτικοποίηση κάθε πτυχής των ζωών μας, με σκοπό γη και ύδωρ να διαμοιραστούν στα καπιταλιστικά αρπακτικά. Στο πλαίσιο αυτής της “αξιοποίησης”, το σκηνικό στο συγκρότημα άλλαξε άρδην. Σεκιουριτάδες εκδιώκουν και φακελώνουν (με εντολή της Ασφάλειας) τον κόσμο που κινείται σε αυτό ενώ πρόκειται να τοποθετηθούν κάμερες, εντείνοντας τον γενικευμένο έλεγχο και την επιβολή της επιτήρησης της κοινωνικής ζωής. Έτσι, μαζί με την απομάκρυνση των ανθρώπων της γειτονιάς, των συλλόγων που δραστηριοποιούνταν σε αυτό, του άστεγου που για χρόνια το δωμάτιο που είχε καταλάβει για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του ήταν το πραγματικό του σπίτι, έρχεται και η εκδίωξη των ανθρώπων που τα τελευταία 6 χρόνια έδιναν ζωή και μια ανάσα ελευθεριακή στο συγκρότημα του παλιού νοσοκομείου και την πόλη της Αλεξανδρούπολης, της Κατάληψης του Παλιού Νεκροτομείου. Στις 22 Ιούλη, ανακοινώνεται η απειλή για την εκκένωσή μας, η οποία παίρνει σάρκα και οστά τον επόμενο μήνα, με τον αγώνα υπεράσπισης να συνεχίζεται με πείσμα και αποφασιστικότητα ακόμα και την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Η εκκένωση της Κατάληψης δεν είναι τυχαία, καθώς η ύπαρξή της δεν αποτελεί αμιγώς πρακτικό εμπόδιο για την “αξιοποίηση” του συγκροτήματος του παλιού νοσοκομείου. Αντίθετα, έρχεται σε μια προεκλογική περίοδο, όπου η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να συσπειρώσει το ακροδεξιό, συντηρητικό ακροατήριό της γύρω από την όξυνση της καταστολής των δομών και του κόσμου του αγώνα, και να ανασυγκροτήσει τον εθνικό κορμό, για την υλοποίηση της εξωτερικής πολεμοχαρούς και αντιμεταναστευτικής πολιτικής της. Η εκκένωση είναι η κλιμάκωση της καταστολής του κράτους και του κεφαλαίου απέναντι στους χώρους αμφισβήτησης, οργάνωσης των κοινωνικών αντιστάσεων και ταξικής αντεπίθεσης, που τόσο ενοχλούν την εξουσία, ακόμα περισσότερο σε μια πόλη σαν την Αλεξανδρούπολη. Δεν αποτελεί κάποιο επτασφράγιστο μυστικό ο ρόλος που διαδραματίζει η Αλεξανδρούπολη ως γεωστρατηγικός κόμβος, προπύργιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ως προθάλαμος στρατιωτικών επιχειρήσεων και ενεργειακό πέρασμα. Για αυτό μας διαβεβαιώνουν διαρκώς ο τέως πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζέφρι Πάιατ, αλλά και ο διάδοχός του, Τ. Τσούνης, αλλά και η σταθερή και αυξανόμενη εμπλοκή του ελληνικού κράτους σε εμπόλεμες εστίες και σε πολεμοκάπηλους σχεδιασμούς, με πιο χαρακτηριστικό τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όπως είναι γνωστό, στην πόλη θα δημιουργηθεί βάση του ΝΑΤΟ, ενώ το λιμάνι της, το οποίο πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί, χρησιμοποιείται για την πρόσδεση τεράστιων αμερικανικών και νατοϊκών μεταγωγικών, μεταφορά ανθρώπινου δυναμικού και στρατιωτικού εξοπλισμού προς την ανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα, παίζοντας και αυτό, όπως και το σιδηροδρομικό δίκτυο, κομβικό ρόλο στον πόλεμο στην Ουκρανία. Από τη δική μας πλευρά, με όχημα την ταξική και διεθνιστική αλληλεγγύη και μέσα από πλατιά αντιπολεμικά μέτωπα και σχηματισμούς με άλλες πόλεις, τρέξαμε και τρέχουμε τη δόμηση αντιπολεμικών εστιών εναντίωσης στη μετατροπή του Ελλαδικού χώρου σε μια απέραντη νατοϊκή βάση και της πόλης της Αλεξανδρούπολης σε στρατιωτικοποιημένη ζώνη, ορμητήριο και στόχο πολεμικών επιχειρήσεων που σφαγιάζουν λαούς, σπέρνουν τον θάνατο και την οδύνη. Οι μαζικές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις και οι κινητοποιήσεις αλληλεγγύης σε πρόσφυγες και μετανάστες του τελευταίου διαστήματος, δεν θα μπορούσαν παρά να ενοχλούν, ανατρέποντας τα σχέδια του κράτους, που επιχειρεί να αποσπάσει κοινωνική συναίνεση για την μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε προκεχωρημένο φρούριο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, και να αποσιωπήσει τις κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι στην πολεμοχαρή θανατοπολιτική του. Η κοινή λογική, λοιπόν, αναδεικνύει πως η εκκένωση της Κατάληψης αποτελεί τμήμα της απαραίτητης “εκκαθάρισης” που πρέπει να γίνει, ώστε να καμφθούν τα αντιπολεμικά μέτωπα που ξεπηδούν. Η σπίθα του αγώνα στην Αλεξανδρούπολη θα συνεχίσει να σιγοκαίει… Η κατάληψη παλιού νεκροτομείου μετρά έξι χρόνια ζωής, έξι χρόνια στις επάλξεις του ταξικού ανταγωνισμού στην πόλη της Αλεξανδρούπολης, αποτελώντας μια αφετηρία αγώνα, ένα σημείο αναφοράς για το κίνημα πόλης, ένα πεδίο συνάντησης και συλλογικοποίησης για την τοπική κοινωνία. Αυτά τα χρόνια ζωής παράγουμε και συμμετέχουμε, ως κομμάτι των καταπιεσμένων, με τις μικρές μας δυνάμεις, σε κάθε απελευθερωτικό εγχείρημα, σε κάθε πεδίο ταξικής σύγκρουσης, ενάντια στον πόλεμο, την πατριαρχία, τη λεηλασία της φύσης, την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων κοινωνικών αγαθών, στο πλάι και σε κοινό βηματισμό με τους εργαζόμενους, τους φοιτητές και τους αγώνες τους, που δείχνουν τον δρόμο. Ταυτόχρονα, ο χώρος έχει φιλοξενήσει μέσα σε αυτά τα χρόνια δεκάδες πολιτικές εκδηλώσεις, πολιτικές συζητήσεις και διαδικασίες, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκτός των πλαισίων της εμπορευματοποιημένης διασκέδασης, με γνώμονα τις αρχές της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης, προτάσσοντας έναν ελευθεριακό τρόπο σκέψης και δράσης. Οι καταλήψεις, οι δομές και ο κόσμος του αγώνα βρίσκονται στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής, η οποία οξύνεται διαρκώς, σε μια περίοδο όπου η πολιτική αποσταθεροποίηση, η καπιταλιστική κρίση που βαθαίνει, η όξυνση των διακρατικών ανταγωνισμών και ο κοινωνικός αναβρασμός που μαίνεται, προμηνύει πολυεπίπεδη ρήξη στην καπιταλιστική ομαλότητα, στο φόντο της οποίας οχυρώνονται και προετοιμάζονται τα κράτη και τα αφεντικά. Απέναντι σε αυτή την ολομέτωπη επίθεση στους ανθρώπους της τάξης και στις διεκδικήσεις μας, δεν πρόκειται να μείνουμε άπραγοι. Ενημερώνουμε τους πραιτωριανούς του κράτους, πως όσο και να επιχειρούν να καταστείλουν, να μας τρομοκρατήσουν, να πνίξουν τις φωνές μας, για κάθε κατάληψη που εκκενώνεται θα ανοίγει μια άλλη, για κάθε απεργία που τερματίζεται θα ξεκινάει μια άλλη, για κάθε αγώνα που δίνουμε, πάντα θα υπάρχει ο επόμενος, ακούραστα, ακλόνητα, μέχρι να τσακίσουμε το σάπιο σύστημα, μέχρι το γκρέμισμα του κράτους, του καπιταλισμού και της πατριαρχίας.
H Μάχη της Μνήμης ενάντια στη Λήθη της σύγχρονης “Ιεράς Εξέτασης της Ιστορίας”
Με αφορμή την καφκική δίωξη & ομηρία από το ιταλικό Κράτος του κομμουνιστή ιστορικού ερευνητή Πάολο Περσικέτι.
Αφιερώνεται στη Μνήμη ενός ξεχωριστού προλετάριου, σεμνού κομμουνιστή και παντοτινού αντάρτη, του Salvatore Ricciardi που έφυγε από τη ζωή -έπειτα από ένα μήνα νοσηλείας- στις 9/4/2020 στη γενέτειρα του Ρώμη, έπειτα από τον βαρύτατο τραυματισμό του, μετά την πτώση του από μεγάλο ύψος, καθώς σκαρφάλωνε ψηλά, στα ογδόντα του -εν μέσω πανδημίας και καραντίνας- για να κρεμάσει πανό αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους και εξεγερμένους και τις αγωνιζόμενες και εξεγερμένες, κρατούμενους και κρατούμενες των ιταλικών φυλακών…
Ρώμη, Αύγουστος 2002: Ο Π. Περσικέτι κατά τη διάρκεια της άφιξής του ως “λάφυρο” στην Ιταλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, μετά τη σύλληψη και την έκδοσή του από τη Γαλλία του Νικολά Σαρκοζί.
Αντί προλόγου
[…] Να! όλα τα επειχειρήματα ενός περιπετιώδικου μυθιστορήματος πολιτικής φαντασίας δείχνουν τη θέληση του μην κοιτάς για να μη δεις και διαφθείρουν ως το μεδούλι τους ανθρώπους και την ικανότητα τους να σκέφτονται λογικά. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να αλλοτριώνει την ικανότητα του πνεύματος από το να ζει και να κρίνει ένα φαινόμενο -μια διαδικασία, ένα γεγονός- από σκοπιά δαιμονιακή και μυστηριώδικη, συνδέοντας το μ’ ένα κόσμο γιομάτο τέρατα, όπου ενεργούν μυστηριώδικες δυνάμεις, που ξεφεύγουν από την αντίληψη, που κινούνται στο βασίλειο του ασύλληπτου και άπιαστου […] [1]
Η Emma Goldman πέθανε στο Τορόντο στις 14 Μαΐου 1940, επρόκειτο να γίνει 71 ετών. Η ζωή της ήταν ένας ανεμοστρόβιλος εμπειριών και δεσμεύσεων, έζησε τη ζωή με έναν παθιασμένο, διαφορετικό και αντιφατικό τρόπο. Η ίδια είπε στην αυτοβιογραφία της ότι «ήταν φτιαγμένη από διαφορετικά νηματοδέματα, το καθένα διαφορετικό από το άλλο σε τόνο και υφή», δεν ορίστηκε μέσα από μια ενιαία ταυτότητα, αλλά ότι η ζωή της αποτελούταν από πολλές ταυτότητες που προσπάθησε να τις κάνει να ζήσουν μαζί.
Για την Emma Goldman η απόλαυση της ζωής ήταν τόσο πιεστική όσο η μάχη για τον σκοπό (με ένα μικρό γράμμα). Όταν η Emma Goldman ήταν είκοσι χρονών, ένα πολύ νεαρό αγόρι την επέπληξε για ένα ασήμαντο χορό, καθώς «δεν ήταν χαρακτηριστικό ενός επαναστάτη (…), άξιο ενός ατόμου που ήταν στο δρόμο να γίνει κάποιος σημαντικός στο αναρχικό κίνημα ». Σύμφωνα με αυτόν τον άνδρα, η ανεμελιά της “θα έβλαπτε μόνο την υπόθεση” Εκείνη, εξοργισμένη από αυτή την παρέμβαση στις υποθέσεις της, φώναξε ότι κουράστηκε να κρατιέται πάντα για την υπόθεση, αφού, επιβεβαίωσε: «Δεν πίστευα ότι μια υπόθεση που υπερασπίστηκε ένα υπέροχο ιδανικό, τον αναρχισμό, την απελευθέρωση από τις συμβάσεις και προκαταλήψεις, απαιτούσε την άρνηση της ζωής και της ευτυχίας ».
Για εκείνη, ο χορός υπερέβαινε το ίδιο το γεγονός της μετάβασης στον ρυθμό της μουσικής, ήταν μια πράξη ελευθερίας, το δικαίωμα να εκφραστεί ελεύθερα και ότι όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε όμορφα πράγματα. Μια ενσάρκωση της ελευθερίας στο σώμα που θα μπορούσε να κινείται ελεύθερα, ένα σύμπτωμα μιας ζωής γεμάτης χαράς και ζωτικότητας ενάντια στη σοβαρή και εκφοβιστική ζωή, χωρίς χρώμα ή ζεστασιά, την καταπιεστική ζωή που επιβάλλεται από τον καπιταλισμό (και τον κομμουνισμό που έζησε μεταξύ 1920-1921).
Η Emma Goldman είχε ένα μικρό προσωπικό πρόγραμμα για το τι ήταν σημαντικό στη ζωή της: ενσυναίσθηση, χαρά, ζεστασιά, χρώμα, μέρη συνάντησης και συζήτηση (ωστε να είναι σε θέση να συνομιλήσει, να φάει με φίλους ή συναδέλφους, να χορέψει, να λάβει και να δώσει λουλούδια, να διαβάσει , να πηγαίνει στο θέατρο κ.λπ.), εν συντομία, απολαύστε τη ζωή. Ένα πρόγραμμα που υποστηρίζει αυτό το σύνθημα που της έχει αποδοθεί: “ΕΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΧΩΡΕΥΩ, Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ”
Και μετά υπήρχαν οι άλλες της «μορφές»: ο αναρχικός ακτιβισμός που την έβαλε πολλές φορές στη φυλακή, την απώλεια της αμερικανικής υπηκοότητας και όλων όσων είχε αγωνιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες (συμπεριλαμβανομένου του περιοδικού που ίδρυσε το 1906). Ο αντιμιλιταρισμός στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανιθαγενής της κατάσταση μετά την έξοδο από την επαναστατική Ρωσία επειδή δεν έκλεισε τα μάτια του στον αυταρχισμό και την καταστολή του Μπολσεβίκικου Κόμματος και τόσες πολλές άλλες εμπειρίες που αντιτίθενται στην κατεύθυνση της επιθυμίας της να απολαύσει τη ζωή.
Προσπάθησε να κάνει όλες τις «μορφές» συμβατές, στην αναζήτηση της αυτονομίας, Κοίταξε τον κόσμο γύρω της με διαφορετικό τρόπο, κάνοντας το αόρατο και ευαίσθητο το αδιάφορο, ορατό. Ρώτησε τον κόσμο γύρω της, έσπασε με τους κοινωνικούς, ηθικούς και πολιτιστικούς ντετερμινισμούς, έψαχνε εναλλακτικές λύσεις μεταξύ του πλήθους των «δυνατών» και έκανε τις επιλογές της.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που θεωρούν ότι η Emma Goldman δεν αξίζει την κατηγορία του μεγάλου στοχαστή του αναρχισμού;
Emma Goldman Η Έμμα Γκόλντμαν γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1869 σ’ ένα εβραϊκό γκέτο της Λιθουανίας. Τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειάς της την ανάγκασαν να εργασθεί από μικρή ηλικία σ’ ένα εργοστάσιο. Το 1885 μετανάστευσε στην Αμερική, στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Δεν πρόλαβαν να περάσουν δύο χρόνια και μέσω ενός Ρωσο-Εβραίου αναρχικού, του Χίλελ Σολοτάροφ, γνώρισε τον αναρχισμό και άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα Freiheit” (“Ελευθερία”) που εξέδιδε στη Νέα Υόρκη ο Γερμανός επαναστάτης Γιόχαν Μοστ. Το 1892, σχεδίασε μαζί με τον Μπέρκμαν την εκτέλεση του μεγαλοβιομήχανου Χένρυ Κλέυ Φρικ ως υπεύθυνου για τη δολοφονία 9 εργατών, κατά τη διάρκεια μιας απεργίας στα χαλυβουργεία του Χόουμστεντ, κοντά στο Πίτσμπουργκ. Η Γκόλντμαν για να αγοράσει το όπλο προσπάθησε να κάνει πεζοδρόμιο στην 14η οδό της Νέας Υόρκης. Δεν τα κατάφερε και τελικά δανείσθηκε τα χρήματα από την αδελφή της. Ο Μπέρκμαν πυροβόλησε τον Φρικ μέσα στο γραφείο του, αλλά κατάφερε μόνο να τον πληγώσει. Καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 22 χρόνων και βγήκε από τη φυλακή μετά από 14 ολόκληρα χρόνια. Η Γκόλντμαν, στις δημόσιες ομιλίες της, προσπαθούσε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την ενέργεια του Μπέρκμαν. Το 1895-1896, επισκέφθηκε την Ευρώπη για ένα γύρο διαλέξεων. Οι διαλέξεις της στην Ευρώπη επαναλήφθηκαν το 1899-1900. Το 1906, άρχισε στην Αμερική την έκδοση του μηνιαίου περιοδικού “Mother Earth” (” Μητέρα Γη”), που συνέχισε να εκδίδεται μέχρι τον Αύγουστο του 1917. Στις γραμμές αυτού του περιοδικού, εκτός από την παρουσίαση των αναρχικών ιδεών, αναπτύσσονταν ο ιδέες του Ίψεν, του Στρίνμπεργκ, του Όσκαρ Ουάιλντ και άλλων. Το 1907, συμμετείχε ως μια από τους Αμερικάνους αντιπροσώπους στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Άμστερνταμ (24-31 Αυγούστου του 1907). Το 1910, εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες (και το 1911 στη Μεγάλη Βρετανία) το θεωρητικό της έργο «Anarchism and other Essays» («Αναρχισμός και άλλα Δοκίμια»). Το 1914, εκδόθηκε το έργο της «The Social Significance of the Modern Drama» («Η Κοινωνική Σημασία του Σύγχρονου Δράματος»), όπου τονίζει και την αισθητική διάσταση του αγώνα για την ελευθερία. Το 1919, μαζί με τον Μπέρκμαν και άλλους 247 Αμερικάνους ριζοσπάστες που κατάγονταν από τη Ρωσία, απελάθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και έφυγε για τη Ρωσία με το στρατιωτικό σκάφος Μπάφορντ. Εκεί, συναντήθηκε με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, όπως τον Μαξίμ Γκόρκυ, την Αλεξάνδρα Κολλοντάι, τον Ανατόλι Λουνατσάρσκυ, την Αγγέλικα Μπαλαμπάνοφ και τον Λένιν. Εξαιτίας της συνεχώς αυξημένης επίθεσης του λενινιστικού ολοκληρωτισμού κατά των επαναστατικών κατακτήσεων (σοβιέτ, εργατικά συμβούλια) και κατά των αναρχικών και ιδιαίτερα εξαιτίας της κτηνώδους καταστολής της εξέγερσης της Κροστάνδης από τον Τρότσκυ και τον Κόκκινο Στρατό, η Γκόλντμαν και ο Μπέρκμαν δεν ήταν δυνατό να μείνουν άλλο και εγκατέλειψαν τη Ρωσία στα τέλη του 1921. Το 1923, κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη το βιβλίο της “My disillusionment in Russia” (“Η διάλυση των αυταπατών μου στη Ρωσία”), που εκδόθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία σ’ ένα τόμο, το 1925. Από το 1927, σε ηλικία πια 58 χρονών, άρχισε να γράφει τις αναμνήσεις της, που εκδόθηκαν τον Οκτώβριο του 1931 στις Ηνωμένες Πολιτείες (το 1932 εκδόθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία) με τον τίτλο “Living My Life” (“Ζώντας τη ζωή μου”). Το 1936, αυτοκτόνησε ο Μπέρκμαν με μια σφαίρα στο στομάχι. Ο χαμός του Μπέρκμαν και η ολοκληρωτική κατάληξη της Ρωσικής επανάστασης ήταν γεγονότα οδυνηρά για την Έμμα Γκόλντμαν και ευτυχώς που ξέσπασε η Ισπανική επανάσταση για να αναπτερωθούν οι ελπίδες της για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Με την έναρξη της Ισπανικής επανάστασης, πέρα από τη δραστηριότητά της για τη διάδοση των ιδεών της CNT-FAI στο Λονδίνο, ταξίδεψε τρεις φορές στην Ισπανία για να βοηθήσει την επανάσταση και για να τη γνωρίσει από κοντά. Η πρώτη της επίσκεψη έγινε από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο του 1936, η δεύτερη από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο του 1937 και η τρίτη από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο του 1938. Καρπός αυτών των επισκέψεων υπήρξε η αλληλογραφία της με γνωστούς, με συντρόφους και με άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, μέσα από την οποία αναπτύσσονται και διασαφηνίζονται οι θέσεις της για τα όσα συνέβησαν στην Ισπανική επανάσταση. Το Δεκέμβριο του 1938, μετά και την τελευταία επίσκεψή της στην Ισπανία, πήγε στο Άμστερνταμ, όπου παρέδωσε το δικό της αρχείο και αυτό του Μπέρκμαν στο Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας. Το 1940, πέθανε από εγκεφαλικό στο Τορόντο, σε ηλικία 71 χρόνων, και τάφηκε στο Σικάγο, κοντά στους μάρτυρες της εργατικής τάξης, που η θυσία τους το 1887 στάθηκε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που την παρακίνησαν να αφοσιωθεί στον επαναστατικό αγώνα.
Απόσπασμα από το εισαγωγικό σημείωμα του Γιάννη Καρύτσα «Έμμα Γκόλντμαν: Η πιο επικίνδυνη γυναίκα της εποχής της», στο βιβλίο: «Η Έμμα Γκόλντμαν για την Ισπανική Επανάσταση, Οράματα στη Φωτιά, Α. Το Ισπανικό Αναρχικό Κίνημα», εκδόσεις Άρδην, που συμπεριλαμβάνεται και στην έκδοση “3 κείμενα για τον έρωτα, το γάμο και το παιδί” από τις εκδόσεις “Δυσήνιος Τύπος”.
Όταν μελετάς την Ιστορία σου εντοπίζεις πρόσωπα και καταστάσεις που τα νιώθεις, τα συναισθάνεσαι, ταυτίζεσαι κι έτσι κάπως η ιστορία γίνεται πιο δική σου.
Lucía Sánchez Saornil. Ισπανίδα ποιήτρια, ζωγράφος, αναρχική, ιδρύτρια των Mujeres Libres. Πέθανε στις 2 Ιούνη του 1970.
Τα πρώτα ερωτικά της ποιήματα για την γυναικεία ομορφιά τα έγραψε με το αρσενικό ψευδώνυμο Luciano de San-Saor και δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά, το 1918, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Los Quijotes». Θεωρούταν μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες του Ουλτρισμού, ενός avant-garde λογοτεχνικού κινήματος της εποχής, και μάλιστα η μόνη γυναίκα.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες της Ιβηρικής
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια
Τα πόδια στο έδαφος
Το πρόσωπο στο γαλάζιο του ουρανού.
Επιβεβαιώνοντας την υπόσχεση της ζωής
Παραβιάζουμε την παράδοση
Πλάθουμε τον ζεστό πηλό
Ενός νέου κόσμου που γεννιέται από τον πόνο.
Αφήστε το παρελθόν να εξαφανιστεί στο τίποτα!
Τι μας ενδιαφέρει για το χθες!
Θέλουμε να γράψουμε ξανά τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες του κόσμου
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια, μπροστά προς το φως.
*ποίημα της Lucía Sánchez Saornil, που έγινε ύμνο των Mujeres Libres
Έγινε αναρχική στη δεκαετία του ’20, ανέλαβε τον ρόλο της γραμματέας σύνταξης στη CNT της Μαδρίτης, και άρχισε τακτικά να δημοσιεύει άρθα στη «Tierra y Libertad», «La Revista Blanca» και «Solidaridad Obrera», καταδεικνύοντας τον κεντρικό ρόλο του φεμινισμού στην ταξική πάλη. Μετά από αυτη τις την δραστηριότητα ανάμεσα στους άντρες συναδέλφους της, συν-ίδρυσε το 1936, τις Mujeres Libres, μαζί με τη Mercedes Comaposada και την Amparo Poch y Gascon. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα ποιήματα της έγιναν λιγότερο λυρικά και περισσότερο πολιτικά και συλλέχθηκαν στο «Romancero de Mujeres Libres» (Μπαλάντες των Ελεύθερων γυναικών, 1937), όπως και πολλά από τα άρθρα της στο «Horas de Revolución» (Οι ώρες της Επανάστασης, 1938).
Στις σελίδες της Εργατικής Αλληλεγγύης τους τελευταίους μήνες του 1935, η Lucía Sánchez Saornil είχε ήδη εκφράσει στο γραμματέα της CNT, Mariano R. Vázquez, την πρόθεσή της να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο, φεμινιστικό όργανο, αφού ανέλυσε τη θέση των γυναικών στον αναρχοσυνδικαλισμό και εξέφρασε την ακλόνητη πεποίθησή της για την ανάγκη της γυναικείας συνεισφοράς στον ελευθεριακό αγώνα. Σε αυτή τη σειρά άρθρων, που φέρουν τον τίτλο «Το γυναικείο ζήτημα στους κύκλους μας», η Lucía ασκεί κριτική στην τάση που θεωρεί το γυναικείο ζήτημα ως ένα θέμα δευτερεύον και ήσσονος σημασίας, ενώ εκφράζει την απογοήτευσή της για τη στάση των ανδρών, αναρχικών συντρόφων.
Σε αυτά τα άρθρα η Lucía εκθέτει τις βασικές ιδέες της φεμινιστικής σκέψης, καταλήγοντας ότι το γυναικείο ζήτημα είναι απολύτως πρωτεύον, δεδομένου ότι σχετίζεται όχι μόνο με τη χειραφέτηση των γυναικών, αλλά και με τη συμβολή τους στο δημιουργικό, επαναστατικό έργο και την ανοικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Αυτές οι ιδέες προέρχονται κατά ένα μέρος από τις αντιλήψεις της για τη σεξουαλική διαφορά και κατά ένα άλλο από την πεποίθηση του γεγονότος ότι οι γυναίκες αποτελούν μια ειδική και ξεχωριστή κοινωνική ομάδα με συγκεκριμένα προβλήματα. Σε αυτή τη βάση, δεν προτείνει την άκριτη ενσωμάτωση της γυναίκας στα συνδικάτα, αλλά μια συνειδητοποίηση και εκπαίδευση που θα τη βάλει «σε θέση να κατανοήσει την ανάγκη αυτής της οργάνωσης». H Lucía επικρίνει τη θέση του Mariano Vázquez, υποστηρίζοντας ότι το να κατηγορεί κανείς τις γυναίκες για την ίδια τους τη δουλεία αντιστοιχεί σε μια ανδρική οπτική: «Έξω από το δικό μας στρατόπεδο είναι πολύ κατανοητό ότι ο άνθρωπος επιθυμεί να διατηρεί την ηγεμονία του και αισθάνεται ευχαριστημένος με το να έχει μια σκλάβα […] Αλλά εγώ δε μιλούσα για όλους τους ανθρώπους, μιλούσα αποκλειστικά για τους αναρχικούς […]. Ο εχθρός όλων των τυραννιών είναι υποχρεωμένος, αν θέλει να είναι συνεπής με τις ιδέες του, να ξεκινήσει να στοχεύει οποιοδήποτε δεσποτικό προνόμιο νιώθει να επιθυμεί και ο ίδιος». Ο αναρχικός, κι επιμένει ότι αναφέρεται στον αναρχικό, πρέπει να αναγνωρίζει τη γυναίκα ως ισότιμη, μιας και «το αντίθετο θα είναι μεν πολύ “ανθρώπινο” αλλά δε θα είναι αναρχικό […] Αναρχικό θα είναι να αφήσουμε τη γυναίκα να ενεργήσει προς όφελος της ελευθερίας της, χωρίς κηδεμονίες ή εξαναγκασμούς». Η Lucía Sánchez αντιλαμβάνεται έτσι ως πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία μιας αυτόνομης οργάνωσης των γυναικών γύρω από το περιοδικό. Οι Mujeres Libres θα γεννηθούν έτσι με σκοπό την εκπαίδευση και την ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου των γυναικών, συνθήκη ουσιαστική για τη χειραφέτησή τους όπως και για την επαναστατική συνειδητοποίησή τους και την ένταξή τους στον αναρχοσυνδικαλιστικό αγώνα.
Όπως έγραφε η Lucia Sanchez Saornil το 1935: «Πιστεύω ότι δεν είναι δουλειά των αντρών να καθορίσουν τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, όσο ανεβασμένος κι αν είναι στα μάτια τους. Ο αναρχικός τρόπος, επαναλαμβάνω, είναι να αφήσεις τη γυναίκα να δρα ελεύθερη, χωρίς καθοδήγηση ή επιβολή: να την αφήσεις να κινηθεί στην κατεύθυνση που της υπαγορεύουν οι κλίσεις και οι ικανότητες της».
Αναρχικές όπως η Amparo Poch y Gascon, Eulalia Prieto, Lucia Sanchez Saornil και Mercedes Comaposada, που η εμπειρία τους στην αναρχική πολιτική προερχόταν από την προσπάθεια οργάνωσης φτωχών γυναικών, συνειδητοποίησαν ότι ο αναρχισμός δεν μπορούσε να επιτύχει τους αντιεξουσιαστικούς του σκοπούς για αυτονομία των ανθρώπων, χωρίς να δώσει δύναμη στις φτωχές γυναίκες. Οι γυναίκες βασίστηκαν από μόνες τους στην αναρχική ιδεολογία για να καλλιεργήσουν στις άλλες γυναίκες το αίσθημα της αυτοπεποίθησης, να δημιουργήσουν παραιατρικούς θεσμούς, κέντρα φροντίδας των παιδιών και επαγγελματικής κατάρτισης μέσα στα αναρχικά κέντρα κάθε πόλης.
Σε μια αποκαλυπτική περίληψη των άρθρων της για το «γυναικείο ζήτημα» στο Solidaridad Obrera το 1935, η Lucia Sanchez Saornil, ιδρύτρια της Mujeres Libres, εξήγησε: «Σίγουρα, πιστεύω ότι η μόνη λύση στα σεξουαλικά προβλήματα των γυναικών βρίσκεται στο η λύση του οικονομικού προβλήματος. Στην επανάσταση. Τίποτα περισσότερο. Οτιδήποτε άλλο θα συνέχιζε μόνο την ίδια υποδούλωση με νέο όνομα.”
Η Lucia Sanchez Saornil, για παράδειγμα, απέρριψε τον ορισμό της κοινωνίας για τις γυναίκες αποκλειστικά ως μητέρες και υποστήριξε ότι αυτός ο ορισμός του ρόλου συνέβαλε στη συνεχιζόμενη υποταγή των γυναικών”: Η έννοια της μητέρας απορροφά το καπέλο της γυναίκας, η λειτουργία εκμηδενίζει το άτομο.”
Saornil,
Τον Μάιο του 1938, έγινε γενική γραμματέας της Solidaridad Internacional Antifascista (SIA) και αργότερα εκδότρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Umbral» (Κατώφλι), στην οποία και γνώρισε τον σύντροφό της América Barroso. Μετά τη νίκη του Φράνκο, έφυγαν για το Παρίσι, αλλά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν παράνομα στην Ισπανία μετά τη ναζιστική εισβολή στη Γαλλία.
Έπειτα από απουσία τριών ετών, φέτος από τις 26 ως τις 28 Μαΐου ο αυτοδιαχειριζόμενος χώρος Επί Τα Πρόσω πραγματοποιεί –για έκτη φορά στα εννέα χρόνια παρουσίας του στην πόλη της Πάτρας– το Φεστιβάλ Αναρχικού Βιβλίου. Επί τη ευκαιρία αυτού, λοιπόν, θεωρούμε πως αρμόζει να μιλήσουμε για τη σημασία του βιβλίου σε μια εποχή που δεν δείχνει να διαθέτει χώρο για αυτό, καθώς και για τη σημασία του πολιτικού χαρακτήρα της λογοτεχνίας σε ένα εκδοτικό κατεστημένο που προσπαθεί με κάθε τρόπο να την απογυμνώσει από αυτόν.