Η γριά ξύπνησε από τις φωνές.
Ανασηκώθηκε βρίζοντας τα κόκκαλά της, που διαμαρτύρονταν με ηχηρά τριξίματα. Μα τι φασαρία ήταν αυτή, που κατάφερνε να σκαρφαλώνει ως το διαμέρισμά της και να εισβάλλει μέσα από τα κλειστά παράθυρα; Σήκωσε τα στόρια και κοίταξε στον δρόμο. Διαδήλωση, πλήθος κόσμου που περνούσε σα ποτάμι κάτω από το περβάζι της χτυπώντας τα χέρια ρυθμικά, φωνάζοντας συνθήματα. Έξυσε το κεφάλι προσπαθώντας να θυμηθεί. Τι μέρα ήταν άραγε; Μα φυσικά! Πώς το είχε ξεχάσει; Ήταν εκείνη η μέρα! Εκείνη η μέρα…
Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο και έριξε παγωμένο νερό στο πρόσωπό της ώσπου να συνέλθει από το μούδιασμα του ύπνου. Ξέπλυνε το στόμα της και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο να ντυθεί. Η φασαρία ολοένα δυνάμωνε. Δίπλωσε τη νυχτικιά της κάτω από το μαξιλάρι και φόρεσε τα παλιά, τριμμένα ρούχα που κρατούσε για το σπίτι. Κάθισε πίσω στο κρεβάτι και έτριψε τα πόδια της –τα έτριψε μέχρι να νιώσει τους πόνους να υποχωρούν ύπουλα– όσο άκουγε τις φωνές και τα παλαμάκια από τον δρόμο. Έπειτα κατευθύνθηκε στην κουζίνα να ετοιμάσει το πρωινό της.
Continue reading “Παίζουν ακόμα rock’n’roll”





