Το απόσπασμα που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο έργο του Ισπανού ιστορικού και συγγραφέα Αγκουστίν Γκιγιαμόν «Οδοφράγματα στη Βαρκελώνη: Η CNT από τη νίκη του Ιούλη ’36 ως την αναγκαία ήττα του Μάη ’37». Στο βιβλίο φωτίζονται πτυχές της ταξικής σύγκρουσης και της επαναστατικής διαδικασίας στην Ισπανία και δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην κριτική προσέγγιση των επιλογών του εργατικού κινήματος –και ιδιαίτερα των αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστών- που οδήγησαν στην οπισθοχώρηση, τον εκφυλισμό και τελικά στην ήττα. Το βιβλίο «επιχειρεί επίσης να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσε ο Γάλλος σουρεαλιστής ποιητής Μπενζαμέν Περέ, ο οποίος βρισκόταν στη Βαρκελώνη μεταξύ Αυγούστου 1936 και Απριλίου 1937: Ποια είναι η φύση της επανάστασης της 19ης Ιουλίου 1936∙ αστική, αντιφασιστική, προλεταριακή; Υπήρξε κατάσταση δυαδικής εξουσίας στις 20 Ιουλίου 1936; Αν ναι, προς όφελος ποιανού εξελίχθηκε; Ποιες δυνάμεις προήδρευσαν στην εκκαθάρισή της; Πήραν οι εργάτες τον έλεγχο του μηχανισμού της παραγωγής; Η εθνικοποίηση της παραγωγής οδήγησε ή δημιούργησε την υλική βάση για μια μορφή κρατικού καπιταλισμού; Οι οργανώσεις της εργατικής τάξης (κόμματα, συνδικάτα κ.λπ.) επιχείρησαν να οργανώσουν μια εργατική εξουσία; Πού και υπό ποιες συνθήκες; Γιατί δεν εκκαθαρίστηκε η αστική εξουσία; Γιατί η ισπανική επανάσταση κατέληξε σε καταστροφή;». Όπως αναφέρει ο Γκιγιαμόν, «καθήκον του ποιητή είναι να θέτει τα ερωτήματα, έργο του ιστορικού είναι να προσπαθεί να τα απαντήσει, και προνόμιο του αναγνώστη είναι να κρίνει αν οι απαντήσεις που δίνονται είναι σωστές και πειστικές».
Το μεταφράσαμε και το δημοσιεύουμε με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων ενός από τα κορυφαία παραδείγματα επαναστατικής απόπειρας στην σύγχρονη κοινωνική ιστορία, αυτό της κοινωνική επανάστασης του 1936 στην Ισπανία, στο οποίο οι αναρχικοί και ελευθεριακοί είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ενενήντα χρόνια μετά, τα νοήματα της κοινωνικής επανάστασης που έλαβε χώρα στην Ισπανία το καλοκαίρι του ’36 είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη γενίκευση του ιμπεριαλιστικού πολέμου βάζοντας την τύχη της ανθρωπότητας σε επικίνδυνα μονοπάτια∙ σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη σφοδρή επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου εναντίον της κοινωνικής βάσης και των πιο εξαθλιωμένων τμημάτων της κοινωνίας· σε μια εποχή που οι κυρίαρχοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να ζήσουμε πέρα από αυτόν της στυγνής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ενώ παράλληλα έννοιες όπως ο συλλογικός αγώνας, η στράτευση στον υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, ο συνδικαλισμός και η οργάνωση έχουν χάσει την αξία που είχαν σε παλιότερες περιόδους, ο αγώνας που έδωσαν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες στην Ισπανία και η παρακαταθήκη που αυτός άφησε έχει τεράστια αξία και κρατάει ανοιχτό το δρόμο της χειραφέτησης του ανθρώπου, καθώς φανερώνει μια συνεκτική, ρεαλιστική και αναγκαία πρόταση ηθικών αξιών και αγώνα, μια πρόταση για την οργάνωση της κοινωνίας όταν αυτή θα έχει απαλλαγεί από τα κρατικά και καπιταλιστικά δεσμά.
Αν κάτι είναι αλήθεια σχετικά με το καλοκαίρι του 1936, το «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» όπως το αποκαλούν, αυτό είναι ότι φανέρωσε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι είναι δυνατό να ζήσουμε σε μια άλλη κοινωνία, σε μια κοινωνία που δεν θα έχει ανάγκη το κράτος, την αστυνομία και τους καπιταλιστές, σε μια κοινωνία που λειτουργεί χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και σε αρμονία με τη φύση. Μια κοινωνία που θα οργανώνεται με βάση τις ελεύθερες κομμούνες και τις ομοσπονδίες τους, την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την κολλεκτιβοποίηση της Γής και των εργοστασίων. Μια κοινωνία στον πυρήνα της οποίας θα τοποθετείται το επαναστατικό πρόταγμα «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του – στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».
Η κοινωνική και ταξική απελευθέρωση, η συγκρότηση μιας κοινωνίας βασισμένης σε ελεύθερες και ομόσπονδες κοινότητες, το όραμα μιας άλλης, δίκαιης κοινωνίας, δεν αποτελούν απλώς το πιο υψηλό ιδανικό· υπήρξαν ζώσα εμπειρία στην επαναστατημένη Ισπανία.
Τιμάμε και αντλούμε έμπνευση από όλους εκείνους τους αγωνιστές και αγωνίστριες στην Ισπανία που έγραψαν μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στο βιβλίο της ανθρώπινης ιστορίας — στην ιστορική και ακόμα αδικαίωτη διαδικασία της ταξικής και κοινωνικής χειραφέτησης. A LAS BARRICADAS!
ΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ 1936
«Η εργατική τάξη είναι επαναστατική ή δεν είναι τίποτα».
Καρλ Μαρξ, Επιστολή προς τον Σβάιτσερ (13 Φεβρουαρίου 1865)
Τον Ιούλιο του 1936, αυτό που έλειπε ήταν μια επαναστατική θεωρία. Χωρίς θεωρία δεν υπάρχει επανάσταση. Ύστερα από εβδομήντα χρόνια αντικρατικής προπαγάνδας, το ισπανικό αναρχικό κίνημα, χωρίς να κατανοεί την πραγματική φύση της εξουσίας και του κράτους, είχε φτάσει σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι όπου έπρεπε να αποφασίσει αν θα προχωρούσε στον επαναστατικό δρόμο ή αν θα συνεργαζόταν με την αστική κυβέρνηση της Generalitat (και της Δημοκρατίας) προκειμένου να νικήσει τον φασισμό. Η αμφίσημη επιλογή του «να τα παίξουμε όλα για όλα» που πρότεινε ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ είχε θεωρηθεί ως πραξικόπημα, στο οποίο οι αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες θα επέβαλλαν μια «αναρχική δικτατορία» αντίθετη προς τις ιδεολογικές τους αρχές. Τα ανώτερα στελέχη της CNT-FAI, που είχαν μείνει πίσω από τη βάση των αγωνιστών, ένιωσαν ίλιγγο μπροστά στην ανικανότητά τους να διαχειριστούν τη νίκη της εργατικής εξέγερσης. Και επέλεξαν τη συνεργασία. Η επαναστατική κατάσταση όπως υπήρχε τον Ιούλιο, χαρακτηριζόμενη από μια εξουσία κατακερματισμένη σε εκατοντάδες επιτροπές, στραγγαλίστηκε από εκείνον τον θεσμό ταξικής συνεργασίας που ήταν γνωστός ως Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών (CCMA).
Δεν υπήρχε καμία επαναστατική πρωτοπορία ικανή να εμπνεύσει την περαιτέρω ανάπτυξη της επανάστασης των επιτροπών. Καμία εργατική οργάνωση, ούτε η CNT-FAI ούτε το POUM, δεν πρότεινε τον Ιούλιο τον επαναστατικό δρόμο της ενίσχυσης, της όξυνσης, της επέκτασης, του συντονισμού και της συγκεντροποίησης των επαναστατικών επιτροπών που, στους δρόμους της Βαρκελώνης και σε πολλούς δήμους της Καταλονίας, ασκούσαν ήδη όλη την εξουσία. Και ούτε οι ίδιες οι επιτροπές μπόρεσαν να το κάνουν, γιατί θα έπρεπε να συγκρουστούν αποφασιστικά με τις ίδιες τους τις ηγεσίες και οργανώσεις.
Μέσα σε μόλις δύο μήνες, αυτή η CCMA, με κυρίαρχη εκπροσώπηση της CNT-FAI, κατόρθωσε να αποδυναμώσει το πλήθος των επαναστατικών επιτροπών που είχαν αναδυθεί παντού, και να ανασυγκροτήσει τον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο η CNT-FAI ενίσχυσε αποδεχόμενη διάφορες επίσημες θέσεις, πρώτα στην κυβέρνηση της Καταλονίας και έπειτα, έναν μήνα αργότερα, στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Τα πρώτα διατάγματα της κυβέρνησης της Generalitat, ενισχυμένης πλέον με αναρχικούς υπουργούς, διέταξαν τη στρατιωτικοποίηση των Πολιτοφυλακών και, φυσικά, τη διάλυση των επιτροπών, οι οποίες ωστόσο αντιστάθηκαν στην ουσιαστική βίαιη εξαφάνισή τους για αρκετούς ακόμη μήνες. Ο Μάιος του 1937 ήταν επομένως η αναγκαία ένοπλη ήττα του προλεταριάτου που απαιτούσε η αντεπανάσταση, ώστε να εξαλείψει και το τελευταίο ίχνος της επαναστατικής απειλής.
Οι επαναστατικές επιτροπές που είχαν αναδυθεί τον Ιούλιο του 1936 ήταν ατελείς και ατελώς διαμορφωμένοι θεσμοί, ανίκανοι να μετασχηματιστούν σε αυθεντικούς θεσμούς εργατικής εξουσίας. Διέφεραν από τα εργατικά συμβούλια (που είχαν εμφανιστεί ως θεσμοί εργατικής εξουσίας στις προλεταριακές επαναστάσεις της Γερμανίας και της Ρωσίας) ως προς τα εξής:
1. Δεν ήταν θεσμοί που είχαν εκλεγεί δημοκρατικά από μαζικές συνελεύσεις απλών εργατών και επομένως ανεξάρτητοι από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τα κόμματα.
2. Δεν ήταν ενιαίο θεσμικό όργανο της εργατικής τάξης και, επιπλέον, ήταν ανίκανες να συντονιστούν μεταξύ τους, με τρόπο που να δημιουργηθούν ανώτεροι θεσμοί που θα συγκέντρωναν την εξουσία των εργατών.
Μετά τη νίκη της επαναστατικής εξέγερσης της 19ης Ιουλίου, δύο επιλογές ήταν δυνατές: η επαναστατική επιλογή συνίστατο στην ενίσχυση, την όξυνση, τον συντονισμό και τη συγκεντροποίηση των επαναστατικών επιτροπών ως θεσμών εργατικής εξουσίας, ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ· η επιλογή του λαϊκού μετώπου ή η ρεφορμιστική επιλογή συνίστατο στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στον κρατικό μηχανισμό της ρεπουμπλικανικής αστικής τάξης και επομένως στην αποδυνάμωση, την απομόνωση και την τελική διάλυση των επιτροπών.
Η κυβέρνηση του Λάργκο Καμπαγιέρο, παρά τις εργατικές της επιρροές, βασιζόταν στον παλιό κρατικό μηχανισμό της αστικής τάξης και σκοπός της ήταν να απορροφήσει όλους τους επαναστατικούς θεσμούς και τις δομές, ώστε να τους εξουδετερώσει σταδιακά μέχρις ότου, όταν η αστική πτέρυγα της κυβέρνησης θα ένιωθε αρκετά ισχυρή, να μπορέσει να τους συντρίψει ανοιχτά.
Τα συνδικάτα, από την ίδια τους τη φύση, δεν ήταν θεσμοί εργατικής εξουσίας. Οι επιτροπές δεν ήταν ακόμη τέτοιοι θεσμοί εργατικής εξουσίας. Οι επιτροπές δεν ήταν συμβούλια και, επομένως, αποδείχθηκαν ανίκανες να συντονιστούν μεταξύ τους και να δημιουργήσουν ανώτερους θεσμούς ικανούς να συγκεντρώσουν, να ενοποιήσουν και να συγκροτήσουν μια εργατική εξουσία που θα αντιπαρατιθόταν στο καπιταλιστικό κράτος. Η αναντικατάστατη και αναγκαία αποστολή μιας επαναστατικής πρωτοπορίας ή κόμματος θα ήταν ακριβώς να ωθήσει τον μετασχηματισμό των επιτροπών σε εργατικά συμβούλια.
Το POUM και η CNT-FAI απέτυχαν ως επαναστατικές πρωτοπορίες, και οι επιτροπές ήταν ανίκανες να γίνουν (με τις δικές τους δυνάμεις) συμβούλια. Αυτός ήταν ο κύριος περιορισμός και η καθοριστική αιτία της ταχείας εκφύλισης της επαναστατικής κατάστασης που υπήρχε τον Ιούλιο του 1936, γεγονός που κατέστησε δυνατή την αιφνίδια ανάκαμψη του αστικού κρατικού μηχανισμού.
Πρέπει, επομένως, να κάνουμε τη διάκριση με ακρίβεια, αυστηρότητα και σαφήνεια, ανάμεσα στις επιτροπές,[1] στα εργατικά συμβούλια και στα συνδικάτα. Ήταν διακριτοί εργατικοί θεσμοί με διαφορετικές λειτουργίες.
Τα συνδικάτα, κατά τη διάρκεια μιας επαναστατικής περιόδου, υποτίθεται ότι θα ήταν οι οικονομικοί θεσμοί που θα έλεγχαν την παραγωγή και τη διανομή, δηλαδή τεχνικοί και διοικητικοί θεσμοί. Δεν μπορούσαν όμως να είναι, ούτε να επιτελούν, λειτουργίες πολιτικής εκπροσώπησης ή να αποτελούν θεσμούς εργατικής εξουσίας. Τα Συμβούλια είναι ακριβώς εκείνοι οι θεσμοί εργατικής εξουσίας που, λόγω της δημοκρατικής εκλογής τους στις συνελεύσεις, είναι ανεξάρτητοι από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τα κόμματα. Η ενίσχυση των συμβουλίων σημαίνει ότι θα αναλαμβάνουν ηγετικές λειτουργίες σε κάθε τοπικότητα, επιταχύνοντας την αποσύνθεση του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι, επομένως, ασύμβατα με το καπιταλιστικό κράτος και η υπεράσπισή τους είναι ασυμβίβαστη με τα κόμματα που συμμετέχουν στις κυβερνήσεις της αστικής τάξης.
Η κατάληψη της εξουσίας βασίζεται στον ένοπλο αγώνα και στην καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους, το οποίο αντικαθίσταται από μια κυβέρνηση Εργατικών Συμβουλίων.
Η λειτουργία μιας επαναστατικής πρωτοπορίας δεν είναι να υποκαθιστά την εργατική τάξη σε εκείνες τις λειτουργίες που ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την τάξη: την κατάληψη της εξουσίας, την άσκηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, τον έλεγχο της οικονομίας και των πολιτοφυλακών, τη διεξαγωγή του πολέμου, τη συγκεντροποίηση της εργατικής εξουσίας και της ταξικής ενότητας κ.λπ. Η λειτουργία αυτής της οργάνωσης, σε μια επαναστατική κατάσταση, είναι αναγκαστικά να ωθεί στη δημιουργία των θεσμών εργατικής εξουσίας, ώστε αυτοί να μπορούν να ασκούν τις λειτουργίες της εργατικής εξουσίας και έτσι να εγκαθιδρύσουν μια δικτατορία του προλεταριάτου, ασυμβίβαστη με το καπιταλιστικό κράτος και, επομένως, χωρίς καμία πολιτική συνεργασία οποιουδήποτε είδους με την αστική τάξη.
[1] Οι επιτροπές ήταν γραφειοκρατικοί και όχι δημοκρατικοί θεσμοί, στους οποίους οι αντιπρόσωποι δεν εκλέγονταν δημοκρατικά από τη βάση της εργατικής τάξης μέσα από μαζικές συνελεύσεις, αλλά ορίζονταν από τις συνδικαλιστικές ή πολιτικές γραφειοκρατίες. Αυτό συνεπαγόταν, αφενός, έναν διαχωρισμό ανάμεσα στις επιτροπές και στους απλούς εργάτες της βάσης και, αφετέρου, την εξάρτησή τους από τη γραφειοκρατία. Αυτός ήταν ο λόγος της αδυναμίας τους να συντονιστούν μεταξύ τους και να δημιουργήσουν συγκεντρωτικούς και ενιαίους ταξικούς θεσμούς· ο συντονισμός πραγματοποιούνταν από τα διάφορα συνδικάτα και κόμματα, και το ζήτημα της ενότητας και της συγκεντροποίησης (σε ό,τι αφορούσε στρατιωτικά, οικονομικά, παραγωγικά, εφοδιαστικά ζητήματα κ.λπ.) κατέληγε να γίνεται ένα είδος παζλ από ποικιλόμορφους κύκλους συζήτησης, σε όλα τα επίπεδα και σε κάθε πεδίο, με τη συμμετοχή των διαφόρων αντιφασιστικών οργανώσεων, τόσο εργατικών όσο και αστικών και σταλινικών.

