
του Lucien van der Walt
Η εθνικοποίηση -ο κρατικός έλεγχος των βιομηχανιών- συχνά θεωρείται από την αριστερά ως μια μορφή προόδου. Αυτό το επιχείρημα μπορεί να πάρει τόσο μια ισχυρή όσο και μια ασθενή μορφή.
Για τους σοσιαλδημοκράτες, ο κρατικός έλεγχος μιας βιομηχανίας που παρέχει ένα βασικό αγαθό ή υπηρεσία αποτελεί μια μορφή απο-εμπορευματοποίησης· δηλαδή, την απελευθέρωση αυτού του αγαθού ή της υπηρεσίας από τη λογική της ανταγωνιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Με άλλα λόγια, το επιχείρημα είναι ότι η επέκταση του κυβερνητικού ελέγχου οδηγεί σε υποχώρηση της αγοράς. Αυτή είναι η «ασθενής» μορφή του επιχειρήματος.
Η «ισχυρή» μορφή του επιχειρήματος -πολύ διαδεδομένη ανάμεσα στους μαρξιστές της Δεύτερης Διεθνούς, καθώς και στην παράδοση της πρωτοπορίας όπως εξελίχθηκε σε παραλλαγές του λενινισμού, του σταλινισμού και του τροτσκισμού- υποστηρίζει ότι η εθνικοποίηση αποτελεί βάση για περαιτέρω σοσιαλιστική πρόοδο: είτε ως τακτική είτε ως στρατηγική που δημιουργεί άμεσα ένα προγεφύρωμα εργατικής σοσιαλιστικής εξουσίας, τη γένεση ενός σοσιαλιστικού κράτους.
Ως τακτική, το αίτημα για «εθνικοποίηση υπό εργατικό έλεγχο» θεωρείται από τους ορθόδοξους τροτσκιστές ως μεταβατικό αίτημα: ένα κάλεσμα που θα απευθύνεται σε εργάτες διαφορετικών επιπέδων πολιτικής κατανόησης, αλλά το οποίο δεν μπορεί, ωστόσο, να πραγματοποιηθεί μέσα στον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, είναι ένα αίτημα που ακούγεται εφικτό υπό τον καπιταλισμό, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την καταστροφή του καπιταλισμού.
Ως στρατηγική, το αίτημα για εθνικοποίηση υποστηρίζει ότι οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις δεν είναι πλέον πραγματικά καπιταλιστικές, επειδή υπόκεινται σε σχεδιασμένη παραγωγή και στη δημοκρατική λαϊκή βούληση. Με άλλα λόγια, ο κρατικός έλεγχος θεωρείται ότι συνιστά από μόνος του επίθεση στον καπιταλισμό, ως κάτι εκ φύσεως ασύμβατο με αυτόν. Η πλήρης εθνικοποίηση, με αυτή τη λογική, ισούται με κρατικό έλεγχο της οικονομίας, που ισούται με σοσιαλισμό.
Δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι όλοι οι ριζοσπάστες σύντροφοι που επιχειρηματολογούν έτσι θεωρούν πως το κράτος που προχωρά στην εθνικοποίηση πρέπει να είναι «σοσιαλιστικό» ή «εργατικό κράτος», δηλαδή ένα ταξικό κράτος του προλεταριάτου. Αντίθετα, συχνά βρίσκει κανείς συντρόφους που υποστηρίζουν ότι ακόμη και ένας κρατικός τομέας μέσα στον καπιταλισμό —π.χ. η Eskom (η δημόσια επιχείρηση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Νότιας Αφρικής)— δεν είναι από τη φύση του καπιταλιστικός.
Η πολιτική συνέπεια είναι προφανής: περισσότερες εθνικοποιήσεις = περισσότερος σοσιαλισμός. Αντίστοιχα: η ιδιωτικοποίηση πρέπει να καταδικάζεται, επειδή η εθνικοποίηση είναι ένα βήμα προς τον σοσιαλισμό.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Η κριτική μου σε αυτούς τους τύπους επιχειρημάτων εστιάζει σε δύο κύριες περιοχές: στη σχέση ανάμεσα στον κρατικό έλεγχο και τον σοσιαλισμό· και στη χρησιμότητα του να διεκδικείται η εθνικοποίηση ως τακτική.
Πρώτον, υποστηρίζω ότι ο κρατικός έλεγχος βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με τον σοσιαλισμό. Ο κρατικός έλεγχος των βιομηχανιών -ακόμη και ο πλήρης κρατικός έλεγχος της βιομηχανίας- αποτελεί μια παραλλαγή του καπιταλισμού και σε καμία περίπτωση δεν δίνει στην εργατική τάξη πραγματικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, αν και μπορεί, πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις να συνδέεται με βελτιωμένες συνθήκες εργασίας.
Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ζήτημα ως «εθνικοποίηση υπό εργατικό έλεγχο». Καθόλου. Καμία χώρα -και καμία επανάσταση- δεν έχει εθνικοποιήσει οτιδήποτε για να το θέσει υπό εργατικό έλεγχο. Άρα, αυτό το σύνθημα είναι παράλογο.
Όμως είναι σημαντικό να εξηγηθεί η βάση αυτού του παραλογισμού. Η βάση είναι ότι ο κρατικός έλεγχος αντιπροσωπεύει έναν έλεγχο των μέσων παραγωγής που έρχεται σε σύγκρουση με τον εργατικό έλεγχο των μέσων παραγωγής. Οι εργάτες, βεβαίως, δεν ελέγχουν ένα καπιταλιστικό κράτος.
Το κράτος είναι ένας κεντρικοποιημένος, ιεραρχικός οργανισμός εξουσίας που συγκεντρώνει την ισχύ στα χέρια μιας μικρής ελίτ κρατικών διαχειριστών, οι οποίοι ελέγχουν τον στρατό, τα κρατικά υπουργεία/υπηρεσίες, τις κρατικές εταιρείες, τα κρατικά πανεπιστήμια κ.ο.κ.· περιλαμβάνει τους κοινοβουλευτικούς, καθώς και τους μη εκλεγμένους διευθυντές και βασικούς αξιωματούχους που διευθύνουν το κράτος. Αυτή η κρατική ελίτ, με τη σειρά της, είναι σύμμαχη με τους ιδιώτες καπιταλιστές, των οποίων η ισχύς επίσης στηρίζεται σε ιδιαίτερα κεντρικοποιημένες, από-τα-πάνω δομές: τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών.
Αυτές οι δύο ομάδες από κοινού αποτελούν την άρχουσα τάξη —η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να αναχθεί μόνο στους καπιταλιστές, αλλά οι καπιταλιστές αποτελούν μια «πτέρυγα» της άρχουσας τάξης. Η ισχύς αυτής της άρχουσας τάξης εξαρτάται από ταξικές σχέσεις παραγωγής, που εδράζονται στον ελιτίστικο έλεγχο των μέσων παραγωγής, και από σχέσεις κυριαρχίας, που εδράζονται στον ελιτίστικο έλεγχο των μέσων επιβολής και καταναγκασμού.
Οι κρατικοί διαχειριστές και οι καπιταλιστές είναι αντικειμενικά σύμμαχοι απέναντι στην εργατική τάξη, επειδή τα συμφέροντά τους είναι σε μεγάλο βαθμό συγκλίνοντα (αν και υπάρχουν δευτερεύουσες αντιφάσεις, που σε ορισμένες συνθήκες μπορεί να εξελιχθούν σε κρίση). Επειδή αυτή η εκμεταλλευτική και κυριαρχική μειονότητα κυβερνά τη μεγάλη πλειονότητα, η εξουσία συγκεντρώνεται: μόνο έτσι μπορεί η μειονότητα να κυβερνά την πλειονότητα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κράτος μπορεί να εθνικοποιήσει παραγωγική ιδιοκτησία· σε άλλες, μπορεί να ιδιωτικοποιήσει. Αυτό εξαρτάται κυρίως από το αν αυτά τα μέτρα προωθούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, όπως εκφράζονται στην αύξηση των κερδών από την εκμετάλλευση και στην εξουσία πάνω σε ανθρώπους και εδάφη. Συγκεκριμένα, αυτά τα συμφέροντα εκφράζονται στην επέκταση της οικονομίας και της κρατικής ισχύος.
Σε καμία περίπτωση μια εθνικοποιημένη βιομηχανία δεν βασίζεται λιγότερο στην εκμετάλλευση και στις από-τα-πάνω αποφάσεις από μια ιδιωτική εταιρεία. Αυτό συμβαίνει επειδή σε καμία περίπτωση τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης δεν είναι συμβατά με την αυτοδιαχείριση.
Έτσι, η εθνικοποιημένη βιομηχανία δεν μπορεί να θεωρηθεί επέκταση της ισχύος των εργατών. Αντίθετα, αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης των συμφερόντων της άρχουσας τάξης — και το κράτος, από τη φύση του, αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα αυτής της τάξης.
Αν ο συσχετισμός δυνάμεων είναι τέτοιος ώστε η εθνικοποίηση να λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο όπου η εργατική τάξη βρίσκεται στην επίθεση, είναι πιθανό αυτή η εθνικοποίηση να συνδεθεί με βελτιωμένες συνθήκες. Όμως, με την ίδια λογική, υψηλά επίπεδα εργατικών αγώνων μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε βελτιώσεις σε μια ιδιωτική εταιρεία. Είναι συσχετισμός δύναμης των μαζών με τα αφεντικά και τους πολιτικούς που οδηγεί σε κατακτήσεις, όχι η ύπαρξη κρατικής ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Η εθνικοποίηση υπό τον καπιταλισμό γίνεται προς το συμφέρον του καπιταλισμού και του κράτους. Δεν υπάρχει τρόπος ένα καπιταλιστικό κράτος να επιτεθεί στα θεμελιώδη συμφέροντα της άρχουσας τάξης -δηλαδή στα ταξικά συμφέροντα που ενσωματώνονται στη μειοψηφική οικονομική ισχύ και ιδιοκτησία και στη μειοψηφική πολιτική ισχύ.
Τα καπιταλιστικά κράτη έχουν εθνικοποιήσει ή έχουν δημιουργήσει κρατικές βιομηχανίες σε ποικίλες συνθήκες -από εθνικοποιήσεις σε καιρό πολέμου (η γερμανική «πολεμική οικονομία» του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), έως την ίδρυση της ISCOR (χαλυβουργία) το 1927 στη Νότια Αφρική, την εθνικοποίηση των ορυχείων στη μεταπολεμικά κατεστραμμένη Βρετανία μετά το 1945, την εθνικοποίηση των τραπεζών στη στρατιωτικο-διοικούμενη Νότια Κορέα τη δεκαετία του 1960, την εθνικοποίηση ξένης βιομηχανίας σε ρητά καπιταλιστικά κράτη όπως το Μεξικό ή η Ζάμπια κ.ο.κ.
Αλλά σε κάθε περίπτωση, ο σκοπός ήταν να ωφεληθούν τα αφεντικά και το κράτος: είτε παρέχοντας φθηνές εισροές (π.χ. φθηνό ατσάλι της ISCOR, φθηνά κρατικά δάνεια στην Κορέα), είτε διασώζοντας μια «στρατηγική» βιομηχανία σε κρίση (π.χ. ο βρετανικός άνθρακας), είτε προωθώντας την οικονομική εμβέλεια μιας αδύναμης τοπικής άρχουσας τάξης (π.χ. Μεξικό, Ζάμπια).
Ως εκ τούτου, η εθνικοποίηση δεν αντιπροσωπεύει εργατικό έλεγχο αλλά καπιταλιστικό έλεγχο. Το μόνο που σημαίνει η εθνικοποίηση είναι ότι μια εταιρεία μεταφέρεται από τα χέρια της μικρής ελίτ που διοικεί την οικονομία στα χέρια της μικρής ελίτ που διοικεί το κράτος. Δεν έχει καμία σχέση με πραγματικό εργατικό έλεγχο στη βιομηχανία.
Επιπλέον, τα αφεντικά (επειδή ελέγχουν το κράτος και την οικονομία) είναι γενικά σε θέση να μπλοκάρουν την εθνικοποίηση οποιασδήποτε εταιρείας θέλουν να κρατήσουν ιδιωτική. Σε γενικές γραμμές, τα κράτη εθνικοποιούν μόνο επιχειρήσεις σε κρίση, ή επιχειρήσεις που μπορούν να αγοράσουν πληρώνοντας αποζημίωση, ή επιχειρήσεις που με κάποιο τρόπο είναι στρατηγικές.
Τέλος, κάθε εθνικοποιημένη εταιρεία εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα στη συνολική καπιταλιστική οικονομία και έτσι θα εξαναγκαστεί να λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τα μόνα κρατικά «περιουσιακά στοιχεία» που αποτελούν μερική εξαίρεση είναι οι κοινωνικές υπηρεσίες (π.χ. εκπαίδευση) και οι «στρατηγικές» βιομηχανίες (π.χ. ο στρατός), τις οποίες το κράτος θεωρεί ζωτικές, αλλά που δεν μπορούν να παρασχεθούν σε καθαρά εμπορική βάση ή από την αγορά, επειδή δεν είναι αρκετά κερδοφόρες. Ακόμη κι έτσι, η κρατική τους διαχείριση γίνεται για τη στήριξη του καπιταλισμού και του κράτους, όχι σε αντιπαράθεση με τον καπιταλισμό και το κράτος.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;
Τι γίνεται αν το κράτος είναι ρητά αντικαπιταλιστικό, ένα λεγόμενο εργατικό κράτος που θα δημιουργήσει σοσιαλισμό, θα πουν κάποιοι σύντροφοι; Και πάλι, αυτό είναι αντίφαση στους όρους. Η ιδέα είναι βαθιά ιδεαλιστική και τυφλή απέναντι στην ταξική εξουσία, όπως εκφράζεται στο κράτος και στις επιχειρήσεις: η ταξική εξουσία και τα συμφέροντα, όχι οι υποσχέσεις και η ρητορική, καθορίζουν τι κάνει ένα κράτος.
Ομοίως, μια νέα πολιτική μορφή, όπως ένα «εργατικό κράτος» -δεχόμενοι προς στιγμήν ότι πρόκειται για χρήσιμο όρο, πράγμα που δεν είναι- δεν καταργεί την ταξική κυριαρχία, αλλά αποτελεί, πέρα από τη ρητορεία, ένα εργαλείο μειοψηφικής ταξικής κυριαρχίας, δηλαδή μιας «κόκκινης» αστικής τάξης. Επιπλέον, οι βιομηχανίες που μπορεί να περάσουν στον έλεγχο ενός τέτοιου κράτους -ενός κράτους με επαναστατικά διαπιστευτήρια- δεν θα βρίσκονται υπό εργατικό έλεγχο.
Και τι γίνεται με τον ισχυρισμό του Τρότσκι ότι η κρατική ιδιοκτησία είναι κάπως διαφορετική, κάπως μετα-καπιταλιστική, επειδή ο νομικός τίτλος δεν βρίσκεται σε ατομικά χέρια αλλά σε κρατικά; Αυτό είναι αφηρημένο και ανακριβές.
Πρώτον, ο νομικός τίτλος είναι μόνο μία όψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας· η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής περιλαμβάνει επίσης την πραγματική «οικονομική ιδιοκτησία» (έλεγχο στη ροή των επενδύσεων προς την παραγωγή, δηλαδή τι παράγεται) και την κατοχή/νομή (έλεγχο πάνω στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής, δηλαδή πώς παράγονται τα πράγματα).
Δεύτερον, ο νομικός τίτλος μπορεί να λάβει πολλές μορφές -συμπεριλαμβανομένων των κανόνων προαγωγής στις γραφειοκρατίες που διοικούν τα μέσα παραγωγής- και επομένως, στο βαθμό που υπήρχαν τέτοιοι κανόνες, υπήρχε μια μορφή νομικής ιδιοκτησίας: νόμοι καθόριζαν ποιος έδινε σε μια ομάδα, σε μια άρχουσα τάξη, το δικαίωμα να ασκεί αποκλειστικό έλεγχο των μέσων παραγωγής. Η οικονομική ιδιοκτησία των κρατικών βιομηχανιών ανήκει σε μια γραφειοκρατία, και αυτό στηρίζεται με τη σειρά του σε συγκεκριμένες νομικές διαδικασίες και δικαιώματα, δηλαδή σε μια συγκεκριμένη μορφή νομικού τίτλου -μια νομική μορφή που παραμένει, ωστόσο, ταξικά αποκλειστική.
Άρα, στο βαθμό που το κράτος ελέγχει τις βιομηχανίες, η εργατική τάξη δεν τις ελέγχει, εφόσον η εθνικοποίηση πάντα συνεπάγεται την αποξένωση της εργατικής τάξης από τη νομική, οικονομική και πραγματική ιδιοκτησία.
ΤΑΚΤΙΚΕΣ
Δεύτερον, υποστηρίζω ότι η χρήση της «εθνικοποίησης» ως αιτήματος που υποτίθεται ότι θα ριζοσπαστικοποιήσει ή θα συνειδητοποιήσει τους εργάτες -δηλαδή, ως τακτική- είναι αντίφαση στους όρους. Δεδομένου ότι η εθνικοποίηση δεν είναι σοσιαλιστικό σχέδιο, το να πείθεις τους εργάτες ότι αυτό το βήμα είναι πράγματι σοσιαλιστικό μπορεί μόνο να τους μπερδέψει. Άλλωστε, γιατί να ζητάς -και να κάνεις καμπάνια γύρω από- ένα αίτημα που δεν μπορεί να λειτουργήσει;
Τώρα, κάποιοι σύντροφοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι το να απαιτείς από το καπιταλιστικό κράτος «να εθνικοποιήσει τη βιομηχανία υπό εργατικό έλεγχο» θα βοηθήσει να «εκτεθεί» ο καπιταλισμός και το καπιταλιστικό κράτος. Με άλλα λόγια, αυτοί οι σύντροφοι προβάλλουν το αίτημα της εθνικοποίησης επειδή είναι δημοφιλές, αλλά το κάνουν κυνικά, καθώς οι ίδιοι δεν πιστεύουν ότι η εθνικοποίηση υπό εργατικό έλεγχο είναι δυνατή μέσα στον καπιταλισμό.
Η ιδέα είναι ότι οι εργάτες θα κινητοποιηθούν, θα γίνουν μαχητικοί κ.λπ. γύρω από αυτό το σύνθημα, και έπειτα θα συναντήσουν τη σκληρή πραγματικότητα ότι ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να «εθνικοποιήσει υπό εργατικό έλεγχο» -και τότε ξαφνικά θα δουν το σύστημα όπως είναι, και θα χρησιμοποιήσουν αυτή τη μαχητική ενέργεια για να υιοθετήσουν μια πραγματικά επαναστατική στρατηγική, όπως η κατάληψη εργοστασίων.
Αυτή είναι η ιδέα του «μεταβατικού αιτήματος», που συνδέεται με τον τροτσκισμό.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά κυνική στρατηγική, όπου η ιδέα είναι να αναγκαστούν οι εργάτες να συγκρουστούν με τον καπιταλισμό στην πραγματική του μορφή, οδηγώντας τους να διατυπώσουν αιτήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ικανοποιήσει.
Αποτυγχάνει σε δύο σημεία. Πρώτον, ξοδεύει την ενέργειά της στο να πείσει τους εργάτες να ενεργήσουν με τρόπο που οι «επαναστάτες» γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει, αντί να χρησιμοποιήσουν την ίδια ενέργεια σε κάτι βιώσιμο.
Δεύτερον, θα απογοητεύσει την εργατική τάξη αντί να την ριζοσπαστικοποιήσει περαιτέρω, γιατί θα οδηγήσει σε τεράστια σύγχυση -και σίγουρα οι εργάτες είναι απίθανο να στραφούν στις πλέον «αποκαλυμμένες» πραγματικά επαναστατικές συμβουλές ακριβώς του επαναστατικού κόμματος ή της ομάδας που τους παραπληροφόρησε εξαρχής.
Με άλλα λόγια, όχι μόνο επιτυγχάνονται ελάχιστα πουλώντας στους εργάτες σοβαρή παραπληροφόρηση, αλλά μια τέτοια τακτική δύσκολα θα αυξήσει την αξιοπιστία της ομάδας των επαναστατών που παραπληροφορεί.
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ΠΟΙΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ ΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ;
Μέχρι εδώ, υποστήριξα ότι μια ανάλυση της ταξικής φύσης της κοινωνίας πρέπει να προχωρά από την ανάλυση της βάσης. Και οι σχέσεις παραγωγής παίζουν κρίσιμο ρόλο στο να διαχωρίζεται ένας τρόπος παραγωγής από έναν άλλον, γιατί μπορεί να υπάρχει συνέχεια ανάμεσα σε δύο τρόπους παραγωγής ως προς τις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά σίγουρα όχι ως προς τις σχέσεις παραγωγής. Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, για παράδειγμα, θα περιλαμβάνουν και οι δύο σύγχρονη βιομηχανική τεχνική, αλλά θα διακρίνονται ως τρόποι παραγωγής λόγω διαφορετικών σχέσεων παραγωγής.
Η φύση των σχέσεων παραγωγής εκφράζεται, προφανώς, στο μοτίβο ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Γι’ αυτό ακριβώς ένα καθοριστικό γνώρισμα του σοσιαλισμού είναι η αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη. Η αυτοδιαχείριση είναι η καθαρότερη έκφραση της εργατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής: νομικά, οικονομικά και ως προς την κατοχή/νομή. Αν μια άλλη ομάδα ανθρώπων κατείχε νομικά τα μέσα παραγωγής και αποφάσιζε τι θα παραχθεί και πώς, τότε θα ήταν παράλογο να μιλάμε για σοσιαλισμό.
Έτσι, οι σχέσεις παραγωγής θα βασίζονται στη συμμετοχική δημοκρατία, δηλαδή στην αυτοδιαχείριση και στον συμμετοχικό σχεδιασμό. Εξίσου, μόνο μέσω της αυτοδιαχείρισης μπορούν να εκδημοκρατιστούν οι σχέσεις κυριαρχίας: η εξουσία δεν θα καταργηθεί, αλλά θα αποκεντρωθεί προς όλους, στο βαθμό που τα μέσα διοίκησης και καταναγκασμού θα συγχωνευθούν με τον λαό και δεν θα μονοπωλούνται από μια ελίτ -δηλαδή, αυτοδιαχείριση και συμμετοχικός σχεδιασμός.
Σε συγκεκριμένους όρους, αυτό σημαίνει ένα ομοσπονδιακό, παγκόσμιο σύστημα εργατικών και κοινοτικών συμβουλίων, δεσμευμένων αντιπροσώπων, και συμμετοχικό σχεδιασμό της οικονομίας και της κοινωνίας ώστε να ικανοποιούνται οι ανθρώπινες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένου ενός βιώσιμου περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, καθώς και το τέλος όλων των μορφών κοινωνικής και οικονομικής καταπίεσης σε μια καθολική ανθρώπινη κοινότητα.
Αυτό το τεράστιο έργο μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από ένα λαϊκό ταξικό κίνημα στη βάση: και τα βασικά ταξικά κινήματα που εδράζονται στο ταξικό συμφέρον και στην ταξική πάλη -ιδίως τα συνδικάτα- σε συμμαχία με εργατικές κοινοτικές δομές.
Αυτές είναι οι οργανώσεις που μπορούν να δημιουργήσουν έναν πραγματικό, ελεύθερο σοσιαλισμό από τα κάτω, όχι κόμματα που επικαλούνται την εχθρική κρατική εξουσία μέσω του ελαττωματικού και αντιπαραγωγικού προγράμματος της εθνικοποίησης!
