Γράφειο ο Σωτήρης Λ.

Τον Ιανουάριο του 1995, στην επάνω σκηνή του θεάτρου Royal Court, ανεβαίνει το έργο μιας άγνωστης τότε νεαρής κοπέλας. Είναι το «Blasted» της Σάρα Κέιν. Το έργο μάς μεταφέρει στο δωμάτιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, όπου ο Ίαν, ένας ρατσιστής, μέθυσος και αθυρόστομος μεσήλικας, έχοντας μαζί του ένα περίστροφο, προσπαθεί να αποπλανήσει την 22χρονη Κέιτ, μια αθώα, απλοϊκή νεαρή κοπέλα. Η Κέιτ είναι μπερδεμένη. Ο Ίαν την πιέζει και, εν τέλει, την εξαναγκάζει να κοιμηθεί μαζί του. Όμως, την επόμενη ημέρα, ένας στρατιώτης μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και, με την απειλή του όπλου, βιάζει τον Ίαν, ενώ η Κέιτ καταφέρνει να ξεφύγει. Από τον στρατιώτη μαθαίνουμε και για άλλους βιασμούς που συμβαίνουν εναντίον άμαχων γυναικών, ενώ μία βόμβα σκάει μέσα στο δωμάτιο και το μετατρέπει σε ερείπιο. Μέσα στον φόβο και την αναταραχή, ο στρατιώτης ρουφά τα μάτια του βιασμένου Ίαν. Στη συνέχεια αυτοκτονεί, ενώ η Κέιτ επιστρέφει στο δωμάτιο με ένα μωρό. Το μωρό πεθαίνει και η Κέιτ το θάβει. Στη συνέχεια ξαναφεύγει για να βρει φαγητό και αφήνει τον πεινασμένο και τυφλό Ίαν μόνο του. Ο Ίαν ξεθάβει και τρώει το μωρό, ενώ η Κέιτ φέρνει φαγητό, το οποίο μοιράζεται με τον Ίαν. Αυτός την ευχαριστεί και το έργο τελειώνει.

Το έργο δημιουργεί σάλο. Οι σκηνές πρωκτικού βιασμού, κανιβαλισμού και άλλων μορφών βαρβαρότητας δημιούργησαν ένα από τα μεγαλύτερα θεατρικά σκάνδαλα στο Λονδίνο της εποχής. Κι όμως. Τις μέρες που παίζεται το έργο, στα δελτία ειδήσεων φτάνουν εικόνες από τον πόλεμο στη Βοσνία. Σε εκείνον τον πόλεμο, έως 50.000 γυναίκες βιάστηκαν, κυρίως από τις σερβικές δυνάμεις. Η Κέιν δηλώνει: «Η λογική έκβαση που παράγει κάθε μεμονωμένος βιασμός είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες βιασμοί στον πόλεμο· η μόνη λογική συμπεριφορά που η κοινωνία περιμένει από τους άνδρες είναι, σήμερα, ο πόλεμος».

Πριν από λίγους μήνες, περισσότερο σαν πολεμική ιαχή, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανακοίνωσε το σχέδιο ReArm Europe, μια τερατώδη οικονομική επένδυση 800 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης. Ήδη η γερμανική βιομηχανία, της οποίας οι εξοπλισμοί αιματοκύλισαν δύο φορές τον πλανήτη, στραγγαλισμένη από τον διεθνή ανταγωνισμό, μετατρέπει τα εργοστάσιά της σε πολεμικές μηχανές. Η Πολωνία, η Γαλλία, η Βρετανία και οι σκανδιναβικές χώρες εξοπλίζονται με τους ταχύτερους ρυθμούς στην ιστορία. Η Ελλάδα δαπανά ήδη το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στο ΝΑΤΟ, συγκρινόμενη μόνο με χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο. Σε όλη τη Δύση, ένας πυρετώδης ρυθμός πολεμικής προετοιμασίας κυριαρχεί. Στην Ολλανδία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα στους πολίτες πως πρέπει να έχουν στα σπίτια τους προμήθειες για τρεις ημέρες και βασικά κιτ επιβίωσης για την περίπτωση πολέμου. Παράλληλα, οι νομοθεσίες αλλάζουν, επιβάλλοντας σταδιακά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Φαίνεται σαν η Δύση να μην έχει πια άλλη επιλογή από τον πόλεμο. Αφού για πέντε και πλέον αιώνες ξεζούμισε όλο τον ζωτικό πλούτο του πλανήτη μέσω της αποικιοκρατίας, αφού κατέστρεψε τον κόσμο με δύο παγκόσμιους πολέμους, στην μανιώδη προσπάθεια της βιομηχανίας της για νέες αγορές και πλουτοπαραγωγικούς πόρους, αφού επινόησε κάθε τεχνική παράτασης της κερδοφορίας του κεφαλαίου μέσω πιστωτικής επέκτασης, χρεώνοντας τις μελλοντικές γενιές με υποτιθέμενα κέρδη που εισέπραττε στο παρόν, αφού κορόιδεψε συστηματικά τις εργαζόμενες τάξεις της ότι από τη μανιώδη κερδοφορία των μονοπωλίων της θα κέρδιζαν και αυτές, έφτασε πια στο σημείο όπου το κοινωνικό της συμβόλαιο έχει σπάσει.

Από τις ΗΠΑ έως την Ελλάδα, και από τη Σκανδιναβία έως τη Μάλτα, οι εργαζόμενοι έχουν πια συνειδητοποιήσει πως ο εκθετικά αυξανόμενος τεχνικός πλούτος δεν εγγυάται τίποτα για αυτούς· πως οι ζωές τους θα είναι χειρότερες, η εργασία τους πιο εντατική και πιο εκτεταμένη, και η πρόσβασή τους στα αγαθά πιο περιορισμένη από εκείνη των γονιών τους. Οι δυτικές ελίτ γνωρίζουν πως το κοινωνικό συμβόλαιο έχει χαθεί και δεν έχουν πια τι να κάνουν γι’ αυτό. Οι σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες πέθαναν ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, όταν η κρίση χρέους αποκάλυψε το πραγματικό τους πρόσωπο: ότι ο πραγματικός και μοναδικός στόχος του κράτους, δηλαδή του «κόμματος των αφεντικών» και της διεθνούς του, όποιες πράσινες, κόκκινες ή μπλε αποχρώσεις κι αν φορά, είναι η διάσωση, με κάθε κόστος, της κερδοφορίας του κεφαλαίου και το στραγγάλισμα της κοινωνίας.

Σήμερα δεν έχουν άλλη επιλογή. Ο Τρίτος Κόσμος, που για αιώνες λεηλατούσαν, περνά σταδιακά στα χέρια νέων αναδυόμενων δυνάμεων, ενώ η θέση τους στον διεθνή ανταγωνισμό κλονίζεται από την αλματώδη τεχνική ανάπτυξη των ασιατικών γιγάντων. Σχεδόν όλα τα τεχνικά τους προϊόντα, από τα αυτοκίνητα μέχρι τους μικροεπεξεργαστές, που κάποτε εξασφάλιζαν την ευημερία τους μέσω οικονομιών έντασης κεφαλαίου, έχουν ξεπεραστεί. Οι Κινέζοι παράγουν καινοτομία στο ίδιο επίπεδο με τη δυτική, με πολύ μικρότερο κόστος. Το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας, που για χιλιετίες —και μέχρι την εμφάνιση του καπιταλισμού— διεξαγόταν μεταξύ βόρειας Ινδίας και ανατολικής Κίνας, στις περιοχές όπου ζει η μισή εργατική τάξη του πλανήτη, επανέρχεται στη μήτρα του, επιβεβαιώνοντας την παλαιά μαρξική παρατήρηση, που πολλοί —ακόμη και ανόητοι μαρξιστές— ξεχνούν: πως μ ό ν ο η ανθρώπινη εργασία παράγει υπεραξία και άρα κερδοφορία του κεφαλαίου.

Οι δυτικές ελίτ γνωρίζουν πως στέκονται πάνω σε κινούμενη άμμο. Ξέρουν πως μόνο η υπεροχή του αμερικανονατοϊκού στρατού διασφαλίζει ακόμη την τερατώδη οικονομική ανισότητα και αδικία, πως ο μισός πλανήτης χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του το δολάριο και το ευρώ (και άρα δίνει το δικαίωμα στις κεντρικές τράπεζες να τυπώνουν εικονικό χρήμα, καλύπτοντας τεχνικά τα ελλείμματά τους), εξαιτίας της διαρκούς απειλής του όπλου, της εισβολής του αμερικανικού μπουλντόγκ. Η προσπάθεια των BRICS να δημιουργήσουν ένα εναλλακτικό πλαίσιο συναλλαγών εκτός του δολαρίου και του ευρώ είναι, για τη Δύση, ισοδύναμη με κήρυξη πολέμου, αφού γνωρίζει πως, αν κάτι τέτοιο υλοποιηθεί, η κατάρρευσή της θα είναι τόσο εκκωφαντική που θα κάνει την καταστροφή της Πομπηίας να μοιάζει παιδική χαρά.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δυτικές ελίτ δεν έχουν άλλη επιλογή από τον πόλεμο. Ο κυνισμός του Τραμπ, που οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν υποδυόμενοι τις μωρές παρθένες, δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο εδώ και αιώνες σκέφτονται και δρουν — απλώς δεν το λένε.

Μπροστά στον πόλεμο, οι κοινωνίες τους πρέπει να προετοιμαστούν· πρέπει να τον αποδεχτούν. Στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας είχε αναρωτηθεί: «Πώς, σε μια δημοκρατία, πείθονται οι πολίτες να πάνε σε πόλεμο;», ενώ ο Γερμανός καγκελάριος, παρότι αντίθετος με τη διεξαγωγή του, ανέλαβε προσωπικά να πείσει το μεγαλύτερο κόμμα της Γερμανίας, τους Σοσιαλδημοκράτες, πως έπρεπε να πάνε σε πόλεμο, επειδή η ρωσική απολυταρχία… καταπίεζε τους Εβραίους.

Επιστρατεύοντας τον εθνικισμό, τη δημιουργία φανταστικών εχθρών του έθνους, θεωρίες συνωμοσίας, τσακίζοντας συστηματικά τα αντιπολεμικά και διεθνιστικά κινήματα, οι δυτικές ελίτ θυσίασαν πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους για τα καπρίτσια μιας χούφτας αδηφάγων βιομηχάνων. Ήταν τα ίδια παράσιτα που, είκοσι χρόνια αργότερα, φοβούμενα πως οι λαϊκές εξεγέρσεις που έφερναν η φτώχεια και η εξαθλίωση του προλεταριάτου θα οδηγούσαν σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις, έδωσαν την εξουσία στον Χίτλερ για να θυσιάσει άλλα ογδόντα εκατομμύρια ανθρώπους. Ήταν τα ίδια παράσιτα που, λίγο πριν πέσει το Ράιχ, έβγαλαν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό για να επιστρέψουν λίγο αργότερα και να ξαναχτίσουν τις μηχανές παραγωγής του. Είναι τα ίδια παράσιτα που σήμερα αποσυναρμολογούν τις μηχανές παραγωγής αυτοκινήτων, επειδή τα δικά τους έγιναν πιο ακριβά από τα κινεζικά, και τις μετατρέπουν σε αλυσίδες παραγωγής τεθωρακισμένων.

Τα 800 δισεκατομμύρια της Ούρσουλα, δίπλα στο 1,5 τρισεκατομμύριο του Τραμπ, αποτελούν ένα πρότζεκτ πολεμικής προετοιμασίας. Τα ερευνητικά προγράμματα εγκαταλείπουν ταχύτατα τους στόχους της πράσινης μετάβασης και της αστικής βιωσιμότητας και προσανατολίζονται αποκλειστικά στην άμυνα: αυτόνομα συστήματα, ραντάρ, όπλα, όπλα, όπλα. Ένα νέο, υπερδιογκωμένο στρατιωτικοβιομηχανικό πλέγμα, που για δεκαετίες καθόριζε την πολιτική των ΗΠΑ, δημιουργείται και στην Ευρώπη. Τα χρήματα αυτά θα ενισχύσουν υπέρμετρα το στρατιωτικοβιομηχανικό πλέγμα, θα δημιουργήσουν μια κοινωνία ακόμη περισσότερων, έμμεσα ή άμεσα, εξαρτημένων από τον στρατό και τον πόλεμο — μια κοινωνία μιλιταριστικά αναμορφωμένη, σε διαρκή κρίση, τεχνητή ή πραγματική. Την ίδια ώρα, τα ρατσιστικά, σοβινιστικά και φασιστικά κόμματα σαρώνουν την ήπειρο. Οι μισές και πλέον κυβερνήσεις της Ευρώπης αποτελούνται είτε από τέτοια μορφώματα είτε συμμετέχουν σε αυτά.

Απέναντι σε αυτό το εφιαλτικά αναδυόμενο σκηνικό υπάρχει ελπίδα; Θα πρέπει να γίνει σαφές, να μην έχουν καμία αμφιβολία, πως για τις δυτικές ελίτ ο πόλεμος δεν είναι επιλογή, είναι νομοτέλεια. Για το κεφάλαιο, η διασφάλιση της κερδοφορίας, με κάθε μέσο, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Και όταν τελειώνουν όλα τα εργαλεία τεχνητής επέκτασης της κερδοφορίας, ο πόλεμος είναι η μόνη λύση.

Όμως η μοίρα προς τον πόλεμο μπορεί να είναι προδιαγεγραμμένη. Αν για το κεφάλαιο ο πόλεμος είναι νομοτέλεια, για την εργατική τάξη και την κοινωνία είναι, αντίθετα, επιλογή.

Τα σύγχρονα διεθνιστικά και αντιπολεμικά κινήματα, όσο τσακισμένα και μειοψηφικά κι αν είναι, πρέπει να αρθώσουν ανάστημα. Πρέπει να εξηγήσουν πως όσοι μιλούν για επανεξοπλισμό στο όνομα της ειρήνης θυμίζουν τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Πρέπει να εξηγήσουν, σε κοινωνίες που έχουν πια περάσει ογδόντα χρόνια από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έχουν ξεχάσει, πως ο πόλεμος δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, άλλωστε, όπως και αυτός στη Συρία, αποδεικνύουν πως όσοι ονειρεύονται κεραυνοβόλες νίκες με στρατηγικά χτυπήματα, «έξυπνα» όπλα και «χειρουργικές» επεμβάσεις, είναι βαθιά νυχτωμένοι. Οι πόλεμοι της νέας εποχής, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των «ειδικών», είναι αρκούντως παραδοσιακοί. Σημαίνουν: ισοπεδωμένες πόλεις, εκατομμύρια πρόσφυγες, μαζικό θάνατο και ολοκληρωτική καταστροφή.

Απέναντι στη νομοτέλεια του καπιταλισμού και της εξουσίας, η κοινωνία πρέπει να κάνει επιλογή. Και αυτόν τον αγώνα, όσο τραγικά λίγοι κι αν είμαστε, αξίζει να τον δώσουμε. Πρέπει να θυμόμαστε πως πάντα, ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές του εθνικισμού και του πολεμικού αναβρασμού, υπήρχαν κάποιοι που πάλεψαν.

Μέσα στη φρενίτιδα των εθνικισμών υπήρχαν αρκετοί που προσπάθησαν να αναδείξουν τις πραγματικές αιτίες και την πραγματική φρίκη της αναμέτρησης· υπήρχαν κάποιοι που πολέμησαν τον εθνικισμό, την ταύτισή τους με οποιοδήποτε κράτος και οποιονδήποτε στρατό· υπήρξαν και κάποιοι —λίγοι— που οργάνωσαν την αντίσταση ενάντια στον μόνο πραγματικό εχθρό: την ιδεολογία του έθνους, της συλλογικής και ατομικής υποτέλειας, που τροφοδότησε και τροφοδοτεί διαχρονικά την καπιταλιστική μηχανή με το αίμα των ζωντανών ανθρώπων.

Δεν ήταν μόνο ο συνδικαλιστής Ζαν Ζορές, που δολοφονήθηκε από τον εθνικιστή Ραούλ Βιλαίν προσπαθώντας να πείσει την εργατική τάξη της Ευρώπης να σταματήσει τον πόλεμο· ήταν και οι εκατοντάδες αναρχικοί, συμβουλιακοί κομμουνιστές και διεθνιστές φιλελεύθεροι που ένωσαν τις μικρές τους δυνάμεις για να σταματήσουν τον θάνατο. Και οι περισσότεροι το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήταν ο Γκέοργκ Έλσερ, ένας απλός εργάτης από τη Γερμανία, που πριν από ογδόντα χρόνια παραλίγο να αφανίσει τον Χίτλερ και ολόκληρη τη γερμανική ηγεσία με μια αυτοσχέδια βόμβα. Ήταν οι Έλληνες διεθνιστές στο μικρασιατικό μέτωπο που οργάνωναν πράξεις ανυπακοής και σαμποτάζ. Ήταν οι χιλιάδες λιποτάκτες σε όλη την Ευρώπη, οι σοσιαλιστές που έμειναν πιστοί στη σοσιαλιστική υπόσχεση μιας συμφιλιωμένης ανθρωπότητας, ήταν χιλιάδες τσιγγάνοι, αυτόχθονες και μειονοτικοί που αρνήθηκαν μέχρι τέλους να αφομοιωθούν…

Αν σήμερα λείπει κάτι, είναι μια ιστορία από τη μόνη σκοπιά που είναι δυνατόν να απελευθερώσει το μέλλον από τον φαύλο κύκλο της καταστροφής και της υποτέλειας· μια ιστορία από την πλευρά της μόνης ηθικής συνείδησης που μας έχει απομείνει. Γιατί οι άνθρωποι, τα φυτά και τα ζώα με τα οποία μοιραζόμαστε αυτόν τον πλανήτη ανήκουμε στο συνεχές και αδιαίρετο ποτάμι της ζωής. Σύνορα, έθνη και φυλές, ανώτερα και κατώτερα είδη, δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν πουθενά — παρά μόνο μέσα στα άρρωστα μυαλά μας.

Τον Φεβρουάριο του 1999, τέσσερα χρόνια μόλις μετά το ανέβασμα του πρώτου της έργου, η Σάρα Κέιν θα αυτοκτονήσει, μη μπορώντας να αντέξει αυτόν τον κόσμο. Ήταν μόλις 28 ετών. Η πράξη της και το έργο της είναι προμήνυμα κινδύνου. Σήμερα μοιάζει σαν να μας λέει: ο πόλεμος δεν έχει τίποτα το ηρωικό· πόλεμος σημαίνει βιασμός, κανιβαλισμός, θάνατοι παιδιών.

Ας την ακούσουμε.

Leave a comment