
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΛΑΣΣΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ & ΛΟΥΚΑ ΜΑΝΤΙΝΙ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΑ ΑΔΕΛΦΙΑ” ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΣΤΟ 9ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ (24 ΜΑΗ 2025)
Εισήγηση στη Βιβλιοπαρουσίαση “Άννα Μαρία & Λούκα Μαντίνι. Επαναστατημένα Αδέλφια” (εκδ. Δυσήνιος Τύπος. Πάτρα 2025)
Καλησπέρα σ’ όλες και όλους. Να πω αρχικά ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά που βρίσκομαι και φέτος εδώ στην Πάτρα, στο 9ο Φεστιβάλ Αναρχικού και Ανατρεπτικού Βιβλίου που διοργανώνεται για ακόμα μια χρονιά από τους συντρόφους & τις συντρόφισσες του Αυτοδιαχειριζόμενου Χώρου Επί τα Πρόσω.
Ένα φεστιβάλ που προωθώντας σταθερά την προλεταριακή αυτομόρφωση και τον ανατρεπτικό λόγο των κινηματικών εκδοτικών εγχειρημάτων και της αυτοοργανωμένης έκφρασης και δημιουργίας, έχει καταφέρει να μετατραπεί σ’ ένα πολιτικό – πολιτιστικό γεγονός, σ’ έναν αντιεξουσιαστικό “θεσμό” της αχαϊκής πρωτεύουσας.
Όσον αφορά την έκδοση στην οποία θ’ αναφερθώ σ’ αυτήν την εισήγηση, με την οποία ολοκληρώνονται οι βιβλιοπαρουσιάσεις του φετινού φεστιβάλ, τη συλλογή κειμένων “Άννα Μαρία & Λούκα Μαντίνι. Επαναστατημένα Αδέλφια” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Δυσήνιος Τύπος, πριν περάσω στα περιεχόμενα της, θεωρώ ότι αξίζει αρχικά ν’ αναφερθεί ο τρόπος και η συγκυρία που κατέστησαν σε εφικτή την κυκλοφορία της.
Η ιταλική έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου έφτασε στα χέρια μου τον Οκτώβρη του 2022. Μου την δώρισε ο σύντροφος Πασκουάλε Αμπατάντζελο όταν βρέθηκε στην Ελλάδα, για τις βιβλιοπαρουσιάσεις στην Αθήνα και την Πάτρα της αυτοβιογραφίας του “Ετρεχα και σκεφτόμουν την Άννα. Μια ιστορία της δεκαετίας του ’70” που κυκλοφόρησε και διατίθεται από τις εκδόσεις Διάδοση. Θυμάμαι τον Πασκουάλε να μου δίνει το βιβλίο και με τα μάτια του να σπινθηρίζουν να μου λέει:
“Δεν είναι πολυσέλιδο αλλά είναι πολύτιμο. Είναι μια συλλογή κειμένων. Εκδόθηκε πρόπερσι στη Φλωρεντία. Για τον Λούκα και την Άννα Μαρία Μαντίνι, αλλά και για όλα τα επαναστατημένα αδέλφια μας που έπεσαν στον αγώνα των ΝΑP, των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων”.
Στο οπισθόφυλλο της, η έκδοση έγραφε:
“Μια συμβολή Αγάπης στους πεσόντες. Μια αφιέρωση στην ιστορία. Θραύσματα κοινωνικής και πολιτικής αλήθειας που χαράζουν τα μονοπάτια της μνήμης των υποτελών και εκμεταλλευόμενων τάξεων”.
Ήδη από τότε, με το πρώτο ξεφύλλισμα αυτής της συμβολής Αγάπης και αφιέρωσης στην ιστορία, αυθόρμητα προέκυψε η ιδέα, ή μάλλον καλύτερα η επιθυμία της μετάφρασης της για την έκδοση της στα ελληνικά. Επ’ ευκαιρίας, να ευχαριστήσω τους συντρόφους και τις συντρόφισσες του Δυσήνιου Τύπου που υλοποίησαν την κυκλοφορία της.
Από εκείνη την επίσκεψη του Πασκουάλε εδώ στην Πάτρα διατηρώ ακόμα έντονη την ανάμνηση της έκδηλης συγκίνησης που είχε νιώσει ο σύντροφος, όταν περπατούσαμε στη γειτονιά του Αγίου Διονυσίου, στη Νόρμαν, στους δρόμους αυτής της πόλης που έζησε η οικογένεια του, από τα τέλη του 19ου μέχρι τα μισά του 20ου αιώνα, πριν από τον μεταπολεμικό διωγμό της κοινότητας των Ιταλοπατρινών, στα τέλη του 1945 από την Ελλάδα στην Ιταλία, όπου εκείνος γεννήθηκε πέντε χρόνια αργότερα, σ’ ένα προσφυγικό κέντρο της Φλωρεντίας.
Όσον αφορά εκείνη την εκδήλωση – συζήτηση που είχε πραγματοποιηθεί εδώ στην Πάτρα, με τη συμμετοχή του Πασκουάλε, στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης στις 8/10/2022, με την καταλυτική βοήθεια των συντρόφ(ισσ)ών του Επί τα Πρόσω, για όποιον και όποια ενδιαφέρεται για τα περιεχόμενα της, αναφέρω ενημερωτικά πως η απομαγνητοφώνηση της έχει κυκλοφορήσει και διατίθεται σε έντυπη έκδοση από τον Δυσήνιο Τύπο, με τίτλο “Τα φυτίλια είναι ακόμα αναμμένα και οι δρόμοι θα πάρουν πάλι φωτιά”.
Επίσης, με αφορμή εκείνες τις δύο βιβλιοπαρουσιάσεις σε Αθήνα και Πάτρα του “Ετρεχα και σκεφτόμουν την Άννα”, επανεκδόθηκε και διατίθεται από τις εκδόσεις Ασύμμετρη Απειλή το βιβλίο “Κείμενα και Ντοκουμέντα των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων” που είχε κυκλοφορήσει το 2002 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Parabellum, αφιερωμένο στη μνήμη του Χάρη Τεμπερεκίδη.
Μια συλλογή υλικού, ιδιαίτερα χρήσιμου για όσους και όσες ενδεχομένως θέλουν να εμβαθύνουν στις προλεταριακές – κινηματικές ρίζες και τα πολιτικά περιεχόμενα, στα ιδεολογικά σημεία αναφοράς του αιρετικού μαρξισμού και τις ιστορικές συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού και της πάλης των Τάξεων στην Ιταλία, υπό τις οποίες συγκροτήθηκαν και έδρασαν οι ΝΑΡ, μέσα και έξω από τις φυλακές της δεκαετίας του ’70.
Συνοπτικά, μπορεί να ειπωθεί ότι επρόκειτο για μια ένοπλη επαναστατική Οργάνωση που άντλησε ιδεολογικά και οργανωτικά εφόδια, όχι μόνο από την “κλασική” λενινιστική και μαοϊκή θεωρία και πρακτική και την ιταλική κομμουνιστική παράδοση της παρτιζάνικης αντιφασιστικής Αντίστασης, αλλά και από εκείνη του Φραντς Φανόν και του Κάρλος Μαριγκέλα, του Τζορτζ Τζάκσον των Μαύρων Πανθήρων, της θεωρίας του foco, της επαναστατικής εστίας που διατυπώθηκε από τον Ρεζίς Ντεμπρέ και εφαρμόστηκε από τον Τσε Γκεβάρα, της Παλαιστινιακής Αντίστασης και των αντιαποικιοκρατικών – αντιιμπεριαλιστικών Αντάρτικων του παγκόσμιου Νότου που από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική μέχρι τη Λατινική Αμερική και την Ασία, συντάραζαν την “ψυχροπολεμική – θερμοπυρηνική ειρήνη”, τόσο στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις όσο και στις καπιταλιστικές περιφέρειες και ημιπεριφέρειες του “διπολικού κόσμου της Γιάλτας” (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ).
***
Όσον αφορά αυτό καθαυτό το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, ο σύντροφος Πασκουάλε γράφει -μεταξύ άλλων- στο Εισαγωγικό του Σημείωμα για την ελληνική έκδοση:
Αυτό είναι ένα βιβλίο για τ’ αδέλφια Μαντίνι που το θέλησα και το επιμελήθηκα προσωπικά, με σκοπό να γίνει γνωστό στις νέες γενιές ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης που αναπτύχθηκε στην Ιταλία των χρόνων του Εβδομήντα και του Ογδόντα. Μια σύγκρουση που εκείνη την περίοδο έθεσε σ’ αμφισβήτηση την πολιτική εξουσία, το μονοπώλιο της βίας και την αστική δικαιοσύνη, μέσα από την ένοπλη πάλη και την προλεταριακή δικαιοσύνη, δίνοντας ζωή σε μια κυριολεκτική επαναστατική απόπειρα που κατάληξε σ’ έναν ταξικό πόλεμο χαμηλής έντασης […].
Από την πλευρά της, η Σιλβάνα Γκρίπι αναφέρει στην Εισαγωγή της:
Αυτό είναι ένα βιβλίο για τον Λούκα και την Άννα Μαρία Μαντίνι, με πολλές φωνές: συνεντεύξεις με διάφορα πρόσωπα που, υπό διάφορες ιδιότητες και σε διαφορετικές περιόδους, γνώρισαν προσωπικά τόσο τον αδελφό όσο και την αδελφή. Οι διάφοροι συντελεστές του μάς διηγήθηκαν, ακόμα και ανέκδοτες, ιστορίες και καταστάσεις, βιωμένες κατά τη διάρκεια μιας ιστορικής περιόδου που ακόμα και σήμερα παραμένει -σε γενικές γραμμές- άγνωστη.
Μαρτυρίες αγώνα, σε ταραγμένα χρόνια ιστορικών αλλαγών, τότε που οι ιδεολογίες αποτελούσαν μια διαρκή προτροπή για νέες ιδέες εξέγερσης. Γεγονότα στα οποία ενεπλάκησαν διάφορα κινήματα σε κάθε γωνιά της γης, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας χώρας και την περιοχή της Φλωρεντίας: εργαζόμενοι, φοιτητές και φυλακισμένοι συναντήθηκαν και αγωνίστηκαν για έναν καλύτερο κόσμο, για ένα δικαιότερο οικονομικό – κοινωνικό σύστημα, εναλλακτικό από τον καπιταλισμό, βασισμένο στην κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στην αλληλεγγύη και την ισότητα, αντί στην ατομική ιδιοκτησία, στο κέρδος και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Ανάμεσα στις μαρτυρίες περιέχονται κι εκείνες ενός συντρόφου και μιας συντρόφισσας, νεότερων, που αν και για ηλικιακούς λόγους δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν προσωπικά τον Λούκα και την Άννα Μαρία, καταπίαστηκαν με ταξικό ενδιαφέρον με τη σύγκρουση των χρόνων του Εβδομήντα και την πολιτική ιστορία της διαδρομής που τους έφερε από την Lotta Continua (LC) [Συνεχής Αγώνας] στο Collettivo George Jackson, μέχρι την επιλογή της ένοπλης πάλης με τους Nuclei Armati Proletari (NAP) [Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες].
Η μορφή αυτού του βιβλίου είναι δημοσιογραφική. Δεν ακολουθήθηκε μια ομοιογενή γραμμή αλλά μόνο χρονικές αναμνήσεις. Αναμνήσεις και σκέψεις που οι συγγραφείς εκφράζουν ελεύθερα χωρίς ιδεολογικούς περιορισμούς και πολιτικές λογοκρισίες […]
Και λίγο πιο κάτω, η συντρόφισσα καταλήγει:
[…] Μέχρι και σήμερα, γυρνάει στο μυαλό μου ο Λούκα, με το λευκό πουκάμισο του, τα σηκωμένα μανίκια, τα απεριποίητα γένια, το εξεγερμένο τσουλούφι. Τον φώναζαν “καλλιτέχνη”. Ένα όμορφο αγόρι εικοσιπέντε χρόνων που πραγματικά άρεσε σε πάρα πολλές “πιτσιρίκες”.
Γνώρισα τον Λούκα πριν από εκείνη την τραγική ληστεία, όπου γράφτηκε το τέλος της νεαρής ζωής του. Την Άννα Μαρία την συνάντησα κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων των συγγενών κρατουμένων, μαζί με την Άννα Μαρία Μπεκάλι.
Ήταν ένα κορίτσι, νερό και σαπούνι, οι συμμαθητές της από το σχολείο την θυμούνται έτσι: “ντυμένη σαν μικρή μοναχή, είχε μακριά μαλλιά, συχνά δεμένα…”
Διηγήσεις χωρίς λογοκρισίες για να τεκμηριώσουμε χωρίς να ξεχάσουμε. Συνεντεύξεις για να τους γνωρίσουμε βαθύτερα, μέσα από τις διαδρομές της ζωής και της πολιτικής στράτευσης τους, για ν’ αντιληφθούμε καλύτερα τα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά κίνητρα που ώθησαν αυτόν το νεαρό κι αυτήν τη νεαρή, στην επιλογή της ένοπλης πάλης.
Μια επιλογή που εκείνα τα χρόνια πάρα πολλοί και πολλές μοιράστηκαν.
Ενώ πηγαίνουμε στο τυπογραφείο, μάς έφτασε η είδηση του θανάτου του δικηγόρου Φραντσέσκο Μόρι που μας βοήθησε στη δημιουργία αυτού του βιβλίου. Ένας άνθρωπος του νόμου, ένας υπερασπιστής εκατοντάδων ατόμων που μέσα από το Soccorso Rosso (SR) [Kόκκινη Βοήθεια] πρόσφερε μια ανθρώπινη υπηρεσία, ως μια αξιακή δέσμευση προς μια γενιά που βρέθηκε αναγκασμένη να υπερασπιστεί ακόμα και τα “δικαιώματα γνώμης”.
***
Οι δημιουργοί αυτού του συλλογικού έργου που γράφτηκε από πολλά χέρια, πριν την παράθεση αυτών των μαρτυριών νιώθουν την ανάγκη να ενημερώσουν, ή και να προειδοποιήσουν, τον αναγνώστη και την αναγνώστρια:
Για να μην ξεχάσουμε
Ξεκινάμε αυτό το βιβλίο με την πρέπουσα ανάμνηση των συντροφισσών και των συντρόφων των ΝΑΡ που δεν είναι πια ανάμεσα μας. Μερικές και μερικοί απ’ αυτούς, όπως ο Λούκα και η Άννα Μαρία Μαντίνι, ο Σέρτζιο Ρομέο, ο Βιταλιάνο Πρίντσιπε, ο Τζιοβάνι Τάρας, ο Μαρτίνο Τζικιτέλλα, ο Αντόνιο Λομούσιο έπεσαν μαχόμενοι ενάντια σ’ αυτό το κράτος, για τον κομμουνισμό. Άλλοι, όπως ο Αλμπέρτο Μπουονοκόντο και ο Κλάουντιο Καρμπόνε πέθαναν έπειτα από τα βασανιστήρια που υπέστησαν και την άτιμη μεταχείριση που επεφύλλασαν για τους επαναστάτες και τους εξεγερμένους, μέσα στις ειδικές φυλακές. Έπειτα, ο Φιορεντίνο Κόντι, που πέθανε από τις κακουχίες και τον καπιταλισμό, η Φράνκα Σαλέρνο και ο Νικόλα Πελλέκια που πέθαναν από ανίατες ασθένειες.
Σε όλους οφείλουμε πάρα πολλά, τόσο γιατί επέλεξαν να ξοδέψουν τις ζωές τους για την υπόθεση του προλεταριάτου και “της γης τους κολασμένους” όσο και για όσα έκαναν κατά τη διάρκεια της ύπαρξης τους.
***
Όσον αφορά τους ΝΑP, μπορεί να ειπωθεί βάσιμα ότι αποτέλεσαν έναν ένοπλο κομμουνιστικό σχηματισμό, ένα κυριολεκτικό γέννημα θρέμμα εντός και εκτός των φυλακών, των αγώνων και των εξεγέρσεων των κρατουμένων, του έκνομου και του περιθωριοποιημένου προλεταριάτου (κυρίως) του ιταλικού Νότου και της πολιτικοποίησης του, μέσα από τη συνάντηση και την όσμωση του με τις ομάδες και τις οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς.
Ένας ένοπλος κομμουνιστικός σχηματισμός που φτιάχτηκε κατά βάση από πρώην κρατούμενους, οργανωμένος αποκεντρωμένα σε πυρήνες, που -όχι τυχαία- συγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε, έχοντας έντονο το ρίζωμα του στις λαϊκές συνοικίες και τα προλεταριακά προάστια της Νάπολης, και για τον οποίο αξίζει να σημειωθεί το γεγονός που αναφέρεται και στο βιβλίο: οι ΝΑP αποτέλεσαν τη μοναδική ένοπλη επαναστατική Οργάνωση εκείνων των χρόνων στην Ιταλία που -παρά τις πολύχρονες καταδίκες, τις ειδικές συνθήκες κράτησης και τα πολλά βασανιστήρια που υπέστησαν στις φυλακές- δεν είχαν στις τάξεις τους κανένα μέλος που να επέλεξε να “μετανοήσει” ή να διαχωριστεί.
Κομβικό σημείο στην αγωνιστική διαδρομή των επαναστατημένων αδελφών Μαντίνι από τη Φλωρεντία, θ’ αποτελέσει αναμφίβολα η σύλληψη του Λούκα την άνοιξη του 1972, κατά τη διάρκεια οδομαχιών με τις δυνάμεις καταστολής, σε μια αντιφασιστική διαδήλωση στην πόλη του Πράτο, ενάντια σε προεκλογική συγκέντρωση του κοινοβουλευτικού κόμματος “Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα” (MSI) που αποτέλεσε μεταπολεμικά τον θεσμικό πολιτικό εκφραστή του ιταλικού νεοφασισμού, και του οποίου θεσμικό πολιτικό απόγονο και κυβερνητικό συνεχιστή αποτελεί στις μέρες μας, το κόμμα “Αδελφοί της Ιταλίας”, της πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού της Ιταλικής “Δημοκρατίας”, της νεοφασίστριας Τζόρτζια Μελόνι.
Μ’ εκείνη τη σύλληψη του στο Πράτο, ο Λούκα θα βρεθεί προφυλακισμένος μαζί με άλλους δύο αντιφασίστες διαδηλωτές, αρχικά στη φυλακή Μurate και έπειτα σ’ εκείνη του San Gimignano. Κατά τη διάρκεια του ολιγόμηνου εγκλεισμού του, ο Λούκα θα έρθει από πρώτο χέρι σε επαφή με τον κόσμο των προλετάριων κρατούμενων, αυτών των ποινικών κρατούμενων που μέσα στο γενικότερο κλίμα του κοινωνικού αναβρασμού και ταξικού ξεσηκωμού -που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’60- μέσα από τις διεκδικήσεις και τις κινητοποίησεις τους, τους αγώνες και τις εξεγέρσεις τους, είχαν βάλει ήδη φωτιά στις ιταλικές φυλακές.
Η γνωριμία και η στενή φιλία που προέκυψε μεταξύ του Λούκα και του Πασκουάλε, όταν βρέθηκαν συγκρατούμενοι στη φυλακή Murate της Φλωρεντίας, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της όσμωσης και συμπόρευσης που ανέπτυξε, μέσα στις φυλακές, μια μερίδα των νεαρών στρατευμένων των ομάδων και των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς με συνομήλικους τους αγωνιστές του κινήματος των προλετάριων κρατούμενων.
Αποτυπώνει χειροπιαστά αυτή την αμφίδρομη και αλληλεπιδραστική επαφή και ζύμωση ποινικών και πολιτικών κρατούμενων που συνέβαλε καθοριστικά στη συγκρότηση και την δράστηριοποίηση που αναπτύχθηκε από τους ΝΑP, η οποία και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιταλικής αλλά και της διεθνούς επαναστατικής ιστορίας εκείνων των χρόνων.
Όπως αναφέρεται και σε μερικές από τις μαρτυρίες που περιέχονται στο βιβλίο, αυτή η εμπειρία εγκλεισμού και αγώνα του Λούκα, υπήρξε ταυτόχρονα καθοριστική και για την Άννα Μαρία, αφού η έμπρακτη συμμετοχή της στις κινήσεις αλληλεγγύης των συγγενών κρατουμένων για την απελευθέρωση του αδελφού της και των άλλων φυλακισμένων αγωνιστών, την έφερε κι εκείνη σε άμεση επαφή και σύγκρουση με τον κόσμο της κρατικής εξουσίας, της δήθεν “σωφρονιστικής” αστικής “δικαιοσύνης” και των απάνθρωπων φυλακών και δεσμοφυλάκων της, συμβάλοντας έτσι με τον τρόπο της, στο βάθεμα της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησής της.
22 μήνες μετά την αποφυλάκιση του, και έπειτα από την συστατική συμβολή του στη συγκρότηση του τοπικού πυρήνα των ΝΑP στη Φλωρεντία, ο Λούκα θα πέσει νεκρός από τα πυρά των καραμπινιέρων στην πλατεία Alberti, στις 29 Οκτώβρη του 1974.
[…] Στην κηδεία, στον τελευταίο αποχαιρετισμό του, εκείνη του είχε μουρμουρίσει: “Πάντα μπροστά, μέχρι τη νίκη”. Από εκείνο το θάνατο κι έπειτα σχηματίζεται ο Πυρήνας “29 Οκτώβρη”, οργανωμένος από την ίδια την Άννα Μαρία, ως παραλαβή της κληρονομιάς του αδελφού. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η Άννα Μαρία εγκαταλείπει όλα αυτά που την συνδέουν με την Φλωρεντία και την προηγούμενη ζωή της: το αγόρι της, τις πανεπιστημιακές σπουδές της (ήταν γραμμένη στο τρίτο έτος Φιλολογίας και Φιλοσοφίας), το σπίτι της (είπε ότι είχε βρει μια δουλειά στο Μιλάνο, αλλά δεν άφησε διεύθυνση). Ζει στη Ρώμη, στην παρανομία […]
[απόσπασμα από το κείμενο “Η Μάρα και οι άλλες”. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη. Ιστορίες, συνεντεύξεις και σκέψεις. Ο θάνατος της Άννας Μαρίας Μαντίνι. Idà Farè και Franca Spirito. Εκδ. Feltrinelli (1979) που περιλαμβάνεται στην έκδοση]
Όπως αναφέρει στο κείμενο της, η συντρόφισσα Chiara Pannullo:
[…] Ο θάνατος του αδελφού της και του Τζουζέπε Ρομέο (με τ’ όνομα μάχης “Σέρτζιο”) και η σύλληψη του Πιέτρο Σόφια και του Πασκουάλε Αμπαντάτζελο αποτελούν ένα σημαντικό σημείο τομής: H Άννα Μαρία -δίχως άλλο- δεν θα αγνοήσει, αλλά ούτε και θα εκβιάσει αυτήν την πολιτική ωριμότητα, η οποία είχε πάρει πλέον μέσα της τη μορφή μιας θεμελιωμένης συνειδητοποίησης.
***
Ένα από τα προτερήματα αυτής της έκδοσης έγκειται -κατά τη γνώμη μου- στην επιλογή των δημιουργών της να μην συμπεριλάβουν στα περιεχόμενα της, μονάχα μαρτυρίες και συνεντεύξεις που ν’ αφορούν αποκλειστικά την πολιτική επαναστατική στράτευση του Λούκα και της Άννας Μαρίας στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες.
Πράγματι, στο υλικό της δεν περιέχονται μονάχα οι πολύτιμες μνήμες και μαρτυρίες πέντε συντρόφων τους που τους γνώρισαν και αγωνίστηκαν μαζί τους μέσα από τις γραμμές των ΝΑP, αλλά και συντρόφων και φίλων τους που δεν έκαναν τις ίδιες πολιτικές επιλογές, συνηγόρων υπεράσπισης και άλλων ανθρώπων που τους γνώρισαν και τους έζησαν από κοντά, κατά τη διάρκεια του σύντομου βίου τους, πριν βρουν το θάνατο, εκείνος στα 28 του, μια φθινοπωρινή ημέρα του 1974 κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών, έπειτα από μια προλεταριακή απαλλοτρίωση τράπεζας για την αυτοχρηματοδότηση των ΝΑP στη Φλωρεντία, και εκείνη στα 22 της, λίγους μήνες αργότερα, μια καλοκαιρινή νύχτα του Ιούλη του 1975, κατά τη διάρκεια μιας δολοφονικής ενέδρας από ένα “αντι”τρομο-κρατικό τάγμα θανάτου, σ’ ένα από τα διαμερίσματα – βάσεις της Οργάνωσης στη Ρώμη.
Μ’ αυτό τον τρόπο θεωρώ ότι η συγκεκριμένη έκδοση φωτίζει σφαιρικότερα τη ζωή και τη συνολική διαδρομή των επαναστατημένων αδελφών Μαντίνι. Την προλεταριακή καταγωγή τους και την ταραγμένη κοινωνική συνθήκη μέσα στην οποία ενηλικιώθηκαν, την πολιτική συγκρότηση και την κινηματική δραστηριοποίηση τους σε ομάδες, οργανώσεις και συλλογικότητες που προηγήθηκαν της επιλογής τους να ενταχθούν και ν’ αγωνιστούν μέσα από τις γραμμές των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων. Αλλά και τα ανθρώπινα χνάρια που άφησαν αυτά τα δυο επαναστατημένα αδέλφια στο αγωνιστικό διάβα τους, για να τα βρίσκουν, να τα μελετούν και να τα μνημονεύουν όσοι και όσες συνεχίζουν ν’ αντιστέκονται και ν’ αγωνίζονται ενάντια στο κεφαλαιο – κρατικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα που δεν σταματάει να γεννά και να θρέφει αχόρταγα την καθεστωτική του βία, με τον εκφασισμό και τη φυλακή, τον πόλεμο και το θάνατο, μέσα και έξω από τις γαλέρες και τα κάτεργα του, τα οποία κατ’ ευφημισμό ονομάζει “σωφρονιστικά καταστήματα”.
Η Μνήμη των συντρόφων και των συντροφισσών, των αγωνιστών και των αγωνιστριών σαν τον Λούκα και την Άννα Μαρία, παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή για να υπενθυμίζει, όπως γράφει στον τίτλο του κειμένου του ο μεγάλος αδελφός του Πασκουάλε, ο σύντροφος Νικόλα Αμπατάντζελο:
“Η Επανάσταση είναι ένας ανθός που δεν πεθαίνει ποτέ”.
***
Μισό αιώνα μετά το θάνατο αυτών των δύο επαναστατημένων αδελφών, μέσα στο ζοφερό παρόν και το ακόμα ζοφερότερο μέλλον που μας περικυκλώνει από παντού, όπως αναφέρει και ο σύντροφος Πασκουάλε στα Συμπεράσματα της έκδοσης:
[…] Ο χρόνος πιέζει και βρίσκομαστε στο χείλος εκείνου του περιβόητου σταυροδρομιού της ιστορίας που μας είχε ήδη υποδείξει ο Μαρξ: Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Αυτή είναι η πραγματικότητα που έχουμε μπροστά μας και με την οποία πρέπει ν’ αναμετρηθούμε. Να γιατί η θύμηση των αγωνιστών και των αγωνιστριών αυτού του βιβλίου, μέσα από τις φωνές και των νέων συντρόφων και συντροφισσών που τους γνώρισαν μονάχα μέσα από τα βιβλία, τις συζητήσεις, τις διηγήσεις, αποτελεί ένα τρόπο για να θέσουμε μαζί τις ερωτήσεις που έχουν μείνει μετέωρες από τον προηγούμενο αιώνα, και βρίσκονται όλες ακόμα πάνω στο πιάτο της ιστορίας, αφού κυρίως σ’ αυτούς και στις νέες γενιές αντιστοιχεί η εύρεση των απαντήσεων.
***
Κάπου εδώ, ολοκληρώνω αυτή την εισήγηση, με αυτούς τους λίγους στίχους από μια Σύν-θεση, επειδή είναι από εκείνους που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για τον Λούκα και την Άννα Μαρία Μαντίνι, για κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια που -σε κάθε καιρό και κάθε τόπο- έπεσε στη διαχρονικά δίκαιη μάχη για έναν κόσμο χωρίς φυλακές και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για έναν κόσμο αλληλεγγύης, ισότητας και ελευθερίας.
[…] κι έπειτα υπάρχουν κι εκείνα τα
πορφυρά Αστέρια, που τόσο αγάπησαν τη Λευτεριά,
που τόσο πλησίασαν τον ήλιο για να κάψουν και να
καούν, τόσο που γινήκαν στάχτη και φως […] θάνατος
είναι η λησµονιά, µα η Ζωή είναι Μνήµη […] κι όµως,
θα θυµάµαι για πάντα εκείνη τη λάµψη των µατιών
σου που φώναζε από µακριά: πράξη πιο γρήγορη από
τη φθορά […] κι έπειτα υπάρχει κι εκείνος ο ήλιος
σ’ εκείνα τα µάτια
που ακόµα κι όταν βροντούν
ποτέ δεν σκοτεινιάζουν
σ’ αυτά τα ίδια που βουτάνε στο σκοτάδι
για να δουν και να φωτίσουν […]
***
Σας ευχαριστώ πολύ.
Υπενθυμίζω ότι ακολουθεί η προβολή του ’48. Αντίσταση στον Μεγάλο Εποικισμό, ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ από την ομάδα 218, με το οποίο ολοκληρώνονται οι εκδηλώσεις του φετινού φεστιβάλ.
Ένα πολύτιμο οπτικοακουστικό υλικό, ένα κινηματογραφικό οδοιπορικό με πολύτιμες μαρτυρίες από την κατεχόμενη Δυτική Όχθη, για την Αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό που αντιστέκεται και αγωνίζεται αδιάκοπα για τη Γη και την Ελευθερία του.
Με αυτήν την αφορμή, να εκφράσουμε την Αλληλεγγύη μας στις πολλές χιλιάδες των Παλαιστίνιων πολιτικών κρατούμενων, για την Απελευθέρωση των χιλιάδων αντρών, των γυναικών και των παιδιών, των ανθρώπων κάθε ηλικίας που κρατούνται στις ισραηλινές φυλακές, με ή χωρίς προσχηματικές δικαστικές αποφάσεις, βιώνοντας τα βασανιστήρια και τις ταπεινώσεις των
σιωνιστών ανθρωποφυλάκων.
Μια Απελευθέρωση των Παλαιστίνιων και της Παλαιστίνης από το γενοκτονικό Κράτος – απαρτχάιντ του Ισραήλ, από αυτό το ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό προκεχωρημένο φυλάκιο, το οποίο -όπως αποδεικνύεται και από το ολοκαύτωμα που βρίσκεται σ’ εξέλιξη στην μαρτυρική και αδούλωτη Γάζα- όσο θα υπάρχει δεν πρόκειται να υπάρξει ειρήνη στη Μέση Ανατολή.
Λεωνίδας Βλάσσης
Αθήνα, Μάης 2025
