
«[…] Πολλοί από εμάς έχουν χαρακτηριστεί από τους κομμουνιστές αναρχικοί και από τους αναρχικούς κομμουνιστές. Αυτό που τονίζεται είναι οι διαφορετικές ιστορίες που είναι συνδεδεμένες με την αναρχική και την κομμουνιστική παράδοση. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ένας διαχωρισμός που να κινείται πέρα από συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, έτσι ώστε να καθιστά αντιθετικές αυτές τις δύο εμπειρίες.
[…] Η μοναδική διαχωριστική γραμμή που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να προσδιορίσουμε τα πολιτικά ρεύματα και την ιστορική σημασία τους είναι εκείνη της δράσης τους σε σχέση με την προλεταριακή αυτονομία, στην ενίσχυση που έδωσαν στη διαδικασία απελευθέρωσης του προλεταριάτου. […]
Κρατάμε λοιπόν την προσβολή-φιλοφρόνηση του να είμαστε αναρχικοί και κομμουνιστές, θεωρώντας ενδιαφέρουσα την ικανότητα ωρίμανσης μιας ριζοσπαστικής κριτικής του υπάρχοντος, όχι υπερασπιζόμενοι το παρελθόν αλλά μετασχηματίζοντας το. […]»
Οι συνήθεις ταραξίες, οι συνήθεις προβοκάτορες. Σκέψεις για τον αναρχισμό και τον κομμουνισμό. Proletari 56, Ιταλία 2002.
Έχουμε φτάσει σε μια εποχή και ένα στάδιο ωρίμανσης (σαπίσματος) του καπιταλισμού, που η ανάγκη του επαναστατικού κινήματος να σκύψει πάνω στην Ιστορία και να καταπιαστεί με αυτή είναι αναγκαία. Στο πεδίο που λέγεται κοινωνικός ανταγωνισμός και πάλη των τάξεων, εδώ και χρόνια κερδίζει μια τάξη, η αστική. Εκτός των αντικειμενικών παραγόντων που εμποδίζουν μια ολοκληρωτική αντίσταση και από την μεριά της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων, υπάρχει και ο υποκειμενικός παράγοντας, της έλλειψης οργάνωσης, συνεκτικής θεωρίας, σχεδίου κλπ. Αποτελεί βασική αρχή για ένα οργανωμένο κίνημα να γνωρίζει την ιστορία του και να μπορεί να αξιοποιεί την μαχητική του πείρα. Η ιστορία της Ελλάδας έχεις άπειρες στιγμές δυναμικής ταξικής πάλης που έχουν χαραχτεί στις σελίδες της ιστορίας, αλλά επειδή αυτή τη γράφουν οι νικητές (όποιοι κι αν είναι αυτοί), συχνά την ξεχνάμε. Δεν γίνεται να αποσιωπούνται αγώνες μόνο και μόνο επειδή έχουν διαφορετική ιδεολογική προέλευση. Κάποτε κυριαρχούσε στους αναρχικούς – αντιεξουσιαστές μια κριτική και μια απόρριψη στον ηρωικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ αργότερα, καθώς είχαν υιοθετήσει την κριτική μιας μειοψηφικής τροτσκιστικής τάσης της εποχής. Μια στείρα και κενή κριτική στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, εντελώς ξεκομμένη από την εποχή της και τις αντίστοιχες συνθήκες. Μια αντίληψη που θεωρούσε δυνατή την συναδέλφωση με τους ναζί στρατιώτες. Ενώ σε άλλες χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία) αναρχικοί και ελευθεριακοί μαχητές πρωτοστάτησαν στον αγώνα ενάντια στον ναζισμό και τον φασισμό. Κάπως έτσι φτάνουμε και στις μέρες μας στους υπερασπιστές του σιωνισμού.
Ακόμα, έκτος από την ηρωική αντίσταση στον ναζισμό και τον ντόπιο φασισμό, έχουμε και τους σπουδαίους εργατικούς αγώνες του μεσοπολέμου, αλλά και τις δεκαετίες ’50-’60, την ανάπτυξη του οικοδομικού κινήματος και του μαχητικού του συνδικαλισμού. Σε μια εποχή που η ταξική εκμετάλλευση όλο και διογκώνεται, που τα αφεντικά διψάν ακόμα περισσότερο για κέρδη, που κρίσεις φορτώνονται στις πλάτες του λαού, η μελέτη των ιστορικών γεγονότων μιας άλλης εποχής μόνο να προσφέρει έχει, σε μεθόδους, οργάνωση, θεωρητική αναβάθμιση. Σε όσους θέλουν να μιλάν για ανυπαρξία τάξεων, είτε προέρχονται από το νεοφιλελέ στρατόπεδο είτε από τον «προοδευτικό» χώρο, τέτοια παραδείγματα αγώνα είτε έγιναν πριν εκατό χρόνια, είτε γίνονται στον 21ο αιώνα είναι ικανά για να τους χαλάσουν τη σούπα. Και εδώ ας θυμηθούμε την εργατική έρευνα, που μας χάρισε η ιταλική εργατική αυτονομία, τη δυνατότητα να μελετάμε εργατικές συμπεριφορές και αντιστάσεις, σε όποιο χρόνο και πεδίο (παραγωγής – κατανάλωσης) και αν συμβαίνουν αυτές, είτε είναι μικρές είτε είναι μεγάλες.
Έχουμε επίσης την επταετία της χούντας, τους αγώνες και την αντίσταση που αναπτύχθηκε σ’ αυτή, η οποία μπορεί να μας προσφέρει πολλά. Εδώ συχνά ο αριστερός χώρος είναι αυτός που ξεχνά, ξέχνα την συμμετοχή αναρχικών – αντιεξουσιαστών στην περίοδο της χούντας και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, ξεχνά την δυναμική αντίσταση, τις συγκρούσεις στους δρόμους. Έχουμε την δημιουργία ένοπλων οργανώσεων τόσο κατά τη χούντα, όσο και στην μεταπολίτευση μέχρι και τις μέρες μας. Οργανώσεις και αγωνιστές που πρόσφεραν πολλά, που έκαναν σημαντικές ενέργειες αντίστασης, που μοίρασαν πλούσιες θεωρητικά προκηρύξεις, και μας έδειξαν την σεμνή και αγωνιστική στάση κατά τη παρανομία και τις φυλακές. Άνθρωποι που κάνουν διαφορετικές επιλογές αγώνα δεν αξίζουν τον αφορισμό και την εγκατάλειψη στα χεριά του κράτους, αλλά τον σεβασμό και την αλληλεγγύη παρά τις όποιες διαφωνίες. Όποια δράση και αν γίνεται απέναντι σ’ αυτόν τον γερασμένο κόσμο, μόνο να προσφέρει έχει στις σελίδες της επαναστατικής ιστορίας.
Η ταξική μνήμη οφείλει να οπλίζεται απ’ όλες εκείνες τις στιγμές που οι καταπιεσμένοι ξεσηκώνονταν και αντεπιτίθονταν στην κυριαρχία. Ένας λίγο αμφιλεγόμενος επαναστάτης του μακρινού παρελθόντος έλεγε: «Αυτοί επέκριναν και περιγελούσαν την υπάρχουσα τάξη με τη στυφή επιδεξιότητα των σαλονιών και μια εκλεπτυσμένη ποιητική γλώσσα. Τους ενδιέφερε απλώς αυτή καθεαυτή η διαδικασία της κριτικής. Και ήταν ικανοποιημένοι με τον ρόλο που έπαιζαν.» Έτσι λοιπόν η ιστορία οφείλει να δραπετεύει από τα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και τα σαλόνια των αστών, και να “βολτάρει” στο πραγματικό της περιβάλλον, στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς, στις αυτοοργανωμένες δομές του κινήματος. Οι αγωνιστές πρέπει να ξανά πιαστούν με την ιστορία, να την μελετούν και να βγάζουν συμπεράσματα από την πείρα των αγώνων των προηγούμενων εποχών, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα σύγχρονα επαναστατικά καθήκοντα. Όσο μακρινή κι αν μας φαίνεται μια ιστορία της δεκαετίας του ’30, ’40, η αλήθεια είναι πως υπάρχουν στιγμές που αποδεικνύουν έμπρακτα το ποσό επίκαιρη είναι. Η βιβλιογραφία είναι μεγάλη, τα γεγονότα σπουδαία, το ξεπέρασμα των στενών ιδεολογικών διαφορών του παρελθόντος φαντάζει αναγκαίο στις μέρες μας. Είναι αδύνατον ένα επαναστατικό κίνημα να μην εμπνέεται από άλλα κινήματα, παλιότερων εποχών, όποιας απόχρωσης και αν ήταν αυτά. Οι Τουπαμάρος μας έμαθαν πως «τα λόγια χωρίζουν, οι πράξεις ενώνουν». Έχουμε έτσι να εμπνευστούμε από την Παρισινή Κομμούνα, την Οκτωβριανή και την Ισπανική επανάσταση, από τα εργατικά συμβούλια στην Γερμανία, από τους κοινωνικούς αγώνες και τις απεργίες του μεσοπολέμου στην Ελλάδα, από τον ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ, από τον Μάη του ΄68, την ιταλική αυτονομία, τα αντάρτικα πόλης σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική.
«Να μην ξεχνάμε τέλος ότι η προώθηση της ιδεολογικοπολιτικής ενότητας των διαφόρων και διαφορετικών δυνάμεων του επαναστατικού και λαϊκού κινήματος φτιάχνεται μέσα από την εξέλιξη και τη δυναμική της συγκεκριμένης επαναστατικής πολιτικής πρακτικής και είναι εκείνη η συνθήκη που μπορεί να οδηγήσει και σε πιο συγκεκριμένες οργανωτικές συσπειρώσεις, συνεργασίες, και ενοποιήσεις των διαφόρων οργανωμένων και οργανωμένων δυνάμεων λαϊκού και επαναστατικού κινήματος. Πιστεύουμε ότι και εμείς έχουμε συμβάλει μέχρι τώρα, με την πρακτική μας σε αυτή την κατεύθυνση. Κάθε πρωτοβουλία που θα μπορέσει να την προωθήσει ακόμα περισσότερο, είναι και αναγκαία και σημαντική.»
ΕΛΑ – 1992
*Για τον τίτλο: Με αυτό το σύνθημα έκλεινε προκήρυξη της Λαϊκής Επαναστατικής Αντίστασης, για το πραξικόπημα στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974. 3
1. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά (σε μετάφραση: Λ.), τον Απρίλη του 2007, ως ένθετο στο 3ο τεύχος του περιοδικού “Βίδα για την όξυνση του ταξικού ανταγωνισμού”.
2. Έκδοση του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα – ΕΛΑ: αντιπληροφόρηση, προπαγάνδιση, ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση ενάντια στην καθεστωτική ιδεολογική κυριαρχία. Απρίλης 1992.
3. Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση. Προκηρύξεις 1971-1974. Εκδόσεις Γραφή και Αντίσταση, κατάληψη Terra Incognita.
Λέσχη ενάντια στη λήθη
