Εικόνα 1: Πρόταση ποδηλατοδρόμων, πεζοδρομήσεων και λοιπών οδικών παρεμβάσεων, όπως προτείνονται από τη ΣΒΑΑ για τον Δήμο Πατρέων (Πηγή: Δήμος Πατρέων (2016), ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Περιοχής παρέμβασης Αστικής Περιοχής Πάτρας του Δήμου Πατρέων, ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ» 2014 – 2020).

Η πεζοδρόμηση πολλών από τους κεντρικούς δρόμους της Πάτρας είναι ένα πολυσυζητημένο έργο. Πρώτη στάση στην υλοποίησή του υπήρξε η πεζοδρόμηση της Μαιζώνος, η οποία προχωράει με γοργούς ρυθμούς προς την ολοκλήρωση. Ακολουθούν φυσικά και άλλοι δρόμοι, προκειμένου να υλοποιηθεί το συνολικό σχέδιο, που αφορά ένα δίκτυο πεζοδρόμων συνολικού μήκους 6,5 χλμ, ενώ η Άνω Πόλη έχει ήδη πεζοδρομηθεί σχεδόν στο σύνολό της.

Αυτές, μαζί με άλλες παρεμβάσεις – κάποιες από τις οποίες έχουν επίσης ολοκληρωθεί – περιλαμβάνονται στο σχέδιο “Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης (ΣΒΑΑ)” του Δήμου Πατρέων, όπως ορίζεται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Δυτική Ελλάδα» 2014-2020. Η συγκεκριμένη μελέτη περιλαμβάνει αυτό το δίκτυο πεζοδρόμων μαζί μ’ ένα δίκτυο ποδηλατοδρόμων, την πεζοδρόμηση της Άνω Πόλης, τη συντήρηση του θεάτρου Απόλλων, την ανακατασκευή κλιμάκων του ιστορικού κέντρου  (Τριών Ναυάρχων, Γεροκωστοπούλου, Αγίου Νικολάου, Παντανάσσης, Πατρέως), την ενεργειακή αναβάθμιση της δημοτικής βιβλιοθήκης Πατρών, τη μετατροπή του Παλιού Νοσοκομείου σε Εκθεσιακό-Μουσειακό χώρο, την αποκατάσταση του παλιού Αρσακείου, την ολοκλήρωση της ανάπλασης της Γούβας, την ανάδειξη του ρωμαϊκού σταδίου και του ρωμαϊκού λουτρού, την ανάπλαση της περιοχής των Ζαρουχλέικων και λοιπές δευτερεύουσες παρεμβάσεις. Ο σχεδιασμός αυτών των δράσεων έχει στόχο να αλλάξει  άρδην την εικόνα της πόλης και ο συνολικός προϋπολογισμός για την υλοποίησή τους ανέρχεται σε περίπου 98.000.000 ευρώ.

Φυσικά οι αντιδράσεις στα έργα πεζοδρόμησης είναι πολλές και έχουν μονοπωλήσει τον δημόσιο διάλογο το τελευταίο διάστημα. Η αφετηρία όμως και η κατεύθυνση των πιο πολλών απ’ αυτές, τις καθιστά περισσότερο αντιδράσεις ρηχής πολιτικής αντιπαράθεσης και αντιπολίτευσης και λιγότερο ουσιαστικής διεκδίκησης πρόσβασης στον δημόσιο χώρο για την κοινωνική πλειοψηφία.

Οι πεζόδρομοι, που έχουν ολοκληρωθεί μέχρι στιγμής, έχουν μεταμορφώσει την Πάτρα σε πόλη προσβάσιμη και ευχάριστη. Άλλωστε, η οδός Μαιζώνος, με τη σπουδαία αρχιτεκτονική κληρονομιά, έπρεπε να πεζοδρομηθεί, για να την παρατηρήσουμε διαβαίνοντας την. Επιπλέον, το αυτοκίνητο σε μια πόλη που περπατιέται από άκρη σε άκρη, είναι, εκτός από περιττό, ενοχλητικό και ρυπογόνο. Ακόμα και για όσους έρχονται από τους γύρω οικισμούς και τα προάστια, υπάρχουν δύο δωρεάν χώροι στάθμευσης στα άκρα της πόλης (Φάρος/νότιο πάρκο, Νόρμαν), ενώ έχει ενισχυθεί και η υπάρχουσα γραμμή του προαστιακού. Τα λεωφορεία της πόλης είναι αλήθεια πως αποτελούν μεγάλο αγκάθι, που όχι μόνο δεν διευκολύνει, αλλά δυσχεραίνει τη λειτουργία της, κι αυτό δύσκολα θα αλλάξει όσο παραμένουν στα χέρια (και στις τσέπες) ιδιωτών.

Το γεγονός πως κατά τη διάρκεια υλοποίησης κάθε έργου δημιουργούνται δυσκολίες στις λειτουργίες της πόλης είναι προφανές, φυσικό κι αναμενόμενο, όμως δεν μπορεί να είναι αυτός λόγος για να μην γίνει. Κι αν τέτοιου τύπου παράπονα είναι υπαρκτά δια στόματος ανθρώπων, που θέλουν να τριπλοπαρκάρουν έξω από το μαγαζί που θα πιούν τον καφέ τους, είναι γελοίο να χρησιμοποιούνται σαν πολιτικά επιχειρήματα από στόματα τοπικών παραγόντων.

Για να κρίνουμε λοιπόν μία παρέμβαση στον αστικό χώρο δεν στεκόμαστε σε τέτοιου τύπου επιχειρήματα, αλλά στη μεγάλη εικόνα. Καταρχάς, η πεζοδρόμηση της Μαιζώνος δεν είναι μεμονωμένο έργο αλλά κομμάτι ενός δικτύου πεζοδρόμων για τη συνολική μετάλλαξη του κέντρου (και όχι μόνο). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί ο επανασχεδιασμός της πόλης, που  εξελίσσεται σήμερα, γίνεται στα πρότυπα των παγκόσμιων νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων και για να απαντήσει στα διακυβεύματα που προκύπτουν. Άλλωστε, το σχέδιο με τις παρεμβάσεις που περιγράφηκαν, διαθέτει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της νέας πολεοδομίας, όπως πεζοδρομήσεις, δίκτυα ποδηλατοδρόμων, κτίρια-σύμβολα της πόλης κ.ο.κ.

Ποια είναι όμως αυτά τα διακυβεύματα; Πόλεις επανασχεδιασμένες να εξυπηρετούν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες αναπλάσεις κρύβουν εκτοπισμένους και οδηγούν σε αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων, αλλαγές χρήσεων και φυσιογνωμίας. Ίσως να μην το βλέπουμε και ούτε το δούμε στο μέλλον με την ίδια ένταση ή με την ίδια βία σε σχέση με άλλες πόλεις, αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτό φαίνεται ήδη να σηματοδοτεί από μόνη της η πεζοδρόμηση της Μαιζώνος.

Μετρώντας ελάχιστους μήνες ολοκλήρωσης ενός μόνο μέρους του έργου, τα άρθρα στα τοπικά μέσα ενημέρωσης για τα ενοίκια που εκτοξεύονται και για τα μικρομάγαζα που εκδιώχνονται έρχονται το ένα μετά το άλλο. Πιο συγκεκριμένα, σήμερα τα ενοίκια των καταστημάτων στην πεζοδρομημένη Μαιζώνος κυμαίνονται στα 5.000-6.000 Ευρώ, όταν στην οδό Κορίνθου φθάνουν στα μισά. Είναι προφανές πως αυτό, θα συμπαρασύρει τα ακίνητα στο σύνολό τους. Οι αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων τους τελευταίους μήνες έχουν ήδη εξαναγκάσει κάποιους να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους.

Ένας πεζόδρομος προσελκύει περισσότερους περιπατητές, που έχουν το χρόνο να χαζέψουν τις βιτρίνες και να αγοράσουν, με συνέπεια να αυξάνονται τα έσοδα των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους σ’ αυτόν. Αυτή η “αναβάθμιση” όμως οξύνει τον ανταγωνισμό και οδηγεί μοιραία στην κατακόρυφη άνοδο της τιμής αγοράς ή ενοικίασης των καταστημάτων, με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των μικρών τοπικών επιχειρήσεων, που δεν δύνανται ν’ ακολουθήσουν. Πρόσκαιρα αυτό συμπαρασύρει και τις αντίστοιχες τιμές των κατοικιών, μέχρι να εκλείψουν κι αυτές, αφού  σταδιακά το σύνολο του κέντρου θα προορίζεται αποκλειστικά για εμπορικές χρήσεις παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών και προϊόντων, καθώς και εστίασης και διασκέδασης.

Ο απώτερος στόχος βέβαια είναι η μετατροπή της πόλης σε τουριστικό πόλο, όπως συμβαίνει σε πολλές ελληνικές πόλεις που στρέφονται στην ακραία τουριστικοποίηση με κάθε τίμημα. Ήρθε λοιπόν και η σειρά της Πάτρας να παίξει αυτόν τον ρόλο, με τις πολεοδομικές παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και την ταυτόχρονη αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης και της θαλάσσιας σύνδεσής της με την Ιταλία. Αν και η τοπική οικονομία στηριζόταν μέχρι σήμερα από τον τεράστιο αριθμών φοιτητών, που κατοικούν στην πόλη, φαίνεται να αναπτύσσεται ένα νέο πεδίο μεγαλύτερης δυνητικά κερδοφορίας.

Άλλωστε, η τουριστικοποίηση, με το αντίστοιχο gentrification, προβάλλεται ιδιαίτερα ως σημαντικός παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης. Τείνουν να εμφανίζονται σε μέρη, όπου η αγοραστική δύναμη των επισκεπτών, αντικαθιστά την έλλειψη τοπικής ζήτησης, με κλασικό παράδειγμα τις πόλεις της Νότιας Ευρώπης, όπου η άφιξη των επισκεπτών ανοίγει επενδυτικές ευκαιρίες στο δομημένο περιβάλλον. Όμως η τουριστική δραστηριότητα τείνει να υπερσυγκεντρώνεται γύρω από συγκεκριμένα αξιοθέατα και σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος, τις διαδρομές που τα συνδέουν και χρήσεις γης που την συνοδεύουν, όπως η αναψυχή, η εστίαση και το εμπόριο που απευθύνεται στους επισκέπτες. Εκτοπίζει τις υπηρεσίες και το εμπόριο, που απευθύνονται στους κατοίκους, και τελικά την ίδια την κατοικία. Πέρα από την απευθείας όχληση προς την κατοικία, που παράγει η αναψυχή, η μεγαλύτερη οικονομική αποδοτικότητα των τουριστικών χρήσεων στις εκάστοτε περιοχές εκτοπίζει, τελικά, τις υπόλοιπες χρήσεις.

Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να δούμε καμιά μεμονωμένη παρέμβαση, αν δεν δούμε το σύνολο του σχεδιασμού. Και το μόνο σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει κανένας σχεδιασμός προς όφελός της κοινωνικής πλειοψηφίας, όσο υπάρχει ένα κεφάλαιο που επιδιώκει να κερδοσκοπήσει απ’ αυτόν. Δεν αρκεί μια προσεγμένη πεζοδρόμηση, που θα καλεί σ’ έναν “χαλαρό” περίπατο και θα αναδεικνύει τα όμορφα κτίρια. Την ίδια στιγμή, αυτός ο εξωραϊσμός θα επιφέρει περαιτέρω κερδοφορία επί της γης και αναγκαστικό εκτοπισμό σε προηγούμενους χρήστες.

Τελικά ο μόνος ανασχεδιασμός πόλης που θα γίνει για τις πραγματικές μας ανάγκες θα είναι αυτός που θα εκπονηθεί, θα υλοποιηθεί και θα αξιοποιηθεί  από εμάς, το σύνολο των κατοίκων της, και σε μια κοινωνία που θα θέλει ελεύθερους ανθρώπους, ισότιμους στην πρόσβασή τους σ’ αυτή.

Μαρία Μ.

Leave a comment