Το αναρχικό κίνημα και τα γεγονότα του Haymarket.[1]

Γράφει ο Ορέστης Κ.

«Είμαστε τα πουλιά της επερχόμενης καταιγίδας»

August Spies

Ελάχιστα είναι πλέον τα σημάδια που θυμίζουν την πόλη που ύμνησε ο Carl Sandbergστη συλλογή του «Τα ποιήματα του Σικάγο» (1916): το σημερινό τοπίο προωθεί ένα διαφορετικό αρχιτεκτονικό αφήγημα που δεν αφήνει χώρο για τον ιδρώτα, τα φτυαρίσματα και τις βρισιές των εργατών και των μεταναστών που αντηχούσαν κατά την περίοδο που «η πόλη με τους φαρδιούς ώμους» μεσουρανούσε ως βιομηχανικό κέντρο. Απότοκος της ίδιας συνειδητής προσπάθειας να αποξεστούν από τη συλλογική μνήμη οι αγώνες της εργατικής τάξης για τη θέσπιση του οχταώρου ήταν και η μέχρι πρότινος απουσία από το δυτικό κέντροτης πόλης (West Loop)οποιασδήποτε αναφοράς στους πρωτοστάτες των αγώνων για την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς: στη συμβολή των οδών Des Plaines και Randolph μπορεί πλέον κανείς να δει το μνημείο της Mary Brogger που εγκαταστάθηκε το 2004για να τιμήσει τη θυσία των πέντε αναρχικών και των υπολοίπων θυμάτων της κτηνωδίας που διέπραξε η αστυνομία του Σικάγο έναντι των συγκεντρωμένων εργατών την 4η Μαΐου του 1886. Η θυσία αυτή σε καμία περίπτωση δεν εκλήφθηκε ως τέτοια την περίοδο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα: αντιθέτως, τρία μόλις χρόνια μετά υψώθηκε στο σημείο άγαλμα 2,7 μέτρων που εικόνιζε αστυνομικό με υψωμένο το δεξί του χέρι. Με το παρόν άρθρο θέλουμε να ανασύρουμε από την αφάνεια όσους με περισσή επιμέλεια έχουν παραγκωνιστεί από τις συνήθεις αναφορές στα ιστορικά γεγονότα του Haymarket και να τιμήσουμε το αναρχικό κίνημα της αμερικανικής πρωτομαγιάς που το αμερικανικό κράτος από το 1894 έχει μετατοπίσει στην πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη (Labor Day), σε μια προσπάθεια συσκότισης της ιστορικής μνήμης.

            Η 4η Μαΐου 1886 δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί ως μεμονωμένο γεγονός. Η μεγάλη σιδηροδρομική απεργία τον Ιούλιο του 1877, που διαπέρασε τις ΗΠΑ από τη Βοστόνη ως το Σαν Φρανσίσκο και από τις Μεγάλες Λίμνες ως τον Κόλπο, ήρθε ως απάντηση στην ανακοίνωση της εταιρείας Baltimore & Ohio Railroadγια 10% περικοπές στους μισθούς κι έθεσε τα θεμέλια για τη μετουσίωση του εργατικού κινήματος σε απτή απειλή για την αστική τάξη: η αστυνομία και η πολιτοφυλακή ανέλαβαν να επαναφέρουν την τάξη με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς σε 17 πολιτείες. Στο Σικάγο, συγκεκριμένα, οι εμποροβιομήχανοι συγκεντρώθηκαν για να καταστρώσουν σχέδιο κατάπνιξης των διαδηλώσεων, ενώ εφημερίδες όπως η Chicago Timesκαλούσαν στη χρήση χειροβομβίδων έναντι του «άπλυτου και αχτένιστου όχλου των αποβρασμάτωνκαι χασομέριδων». Επιφανείς πολίτες άφηναν την πόλη έντρομοι και οι δρόμοι περιπολούνταν από δύο μονάδες του ομοσπονδιακού πεζικού, συντάγματα της πολιτειακής πολιτοφυλακής, πυροβολαρχία, ιππικό, υποτακτικούς του σερίφη, βετεράνους του εμφυλίου όπως και των πολέμων κατά των Ινδιάνων αλλά και λοιπούς καλοθελητές πατριώτες. Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Albert Parsons στοχοποιήθηκε σε βαθμό που ο Allan Pinkerton, ο διευθυντής της διαβόητης “ερευνητικής” εταιρίας, τον ονομάτισε ως τον κυρίως υπεύθυνο για τις ταραχές, ενώ παρουσία κι άλλων εργαζομένων δύο άγνωστοι τον απήγαγαν από την αίθουσα στοιχειοθεσίας της εφημερίδας Chicago Tribune και τον απείλησαν με όπλο στον κρόταφο ότι θα του τίναζαν τα μυαλά στον αέρα αν επέστρεφε ξανά στην εφημερίδα. Τελικά, την Πέμπτη 26 Μαΐου οι δυνάμεις στάλθηκαν στη γέφυρα της οδού Halsted κατά του εξεγερμένου πλήθους που είχε απωθήσει αστυνομικές δυνάμεις με πέτρες και τούβλα, με αποτέλεσμα πάνω από δέκα νεκρούς και διπλάσιο αριθμό τραυματιών. Η απεργία κόπασε την επομένη με τελικό απολογισμό νοσοκομεία και φυλακές γεμάτες με εργάτες, ανάμεσα σε 25 έως50 νεκρούς πολίτες, περίπου 200 τραυματίες και 300 με 400 συλλήψεις·απώλειες από την πλευρά της αστυνομίας και του στρατού: καμία.

Στον απόηχο αυτών των γεγονότων,η Αμερικανική Εργατική Συνομοσπονδία είχε εξαγγείλειήδη το 1884ότι από την 1η Μαΐου του 1886 η εργασία θα μειωνόταν στις οχτώ ώρες, θέση που επανέλαβε το 1885, καλώντας τους εργάτες σε μαζικές απεργίεςκαι διαδηλώσεις. Ως βιομηχανική μητρόπολη που ταλανιζόταν από τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, το Σικάγο αναδείχθηκε σεεπίκεντρο της επαναστατικής δραστηριότητας για τη μείωση του ωραρίου, με τους μετανάστες (κυρίως Γερμανούς) να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η Διεθνής Εργατική Ένωση (IWPA) (ή αλλιώς Μαύρη Διεθνής), που συστήθηκε το 1881 και αποτελούσε το βασικό όργανο των επαναστατών αναρχικών στο Σικάγο, ήταν αρχικά αντίθετη με το αίτημα, θεωρώντας το οχτάωρο ως ρεβιζιονιστικό μέτρο που θα καθυστερούσε την επανάσταση·σύντομα όμως  συντάχθηκε -εξαιρουμένης της πιο ριζοσπαστικής της τάσης- με το μαζικό αίτημα για περιορισμό τηςεργασίας ως πρώτο βήμα προς την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς. Οι August Spies και Albert Parsons αναδείχθηκαν σε ηγετικές μορφές του αιτήματος και στοχοποιήθηκαν από τον τύπο της εποχής: σε κύριο άρθρο της Chicago Mailμε τίτλο «Σφραγίστε τους κοπρίτες» (Brand the curs), οι συντάκτες ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία των δυο αναρχικών, πριν καν συμβεί οτιδήποτε, κι έκλειναν λέγοντας: «Τα μάτια σας πάνω τους. Να τους θεωρήσετε προσωπικά υπεύθυνους για οποιαδήποτε ταραχή. Τιμωρείστε τους παραδειγματικά για όποια επεισόδια προκύψουν».

Παρά τις προσδοκίες όμως, η 1η Μαΐου ήταν μια μαζικότατη απεργία που δεν συνοδεύτηκε από συγκρούσεις: περίπου 300.000 εργάτες συμμετείχαν παναμερικανικά και 13.000 επιχειρήσεις έκλεισαν σε όλη τη χώρα, ενώ στο Σικάγο απήργησαν περί τα 40.000 άτομα, με συγκεντρώσεις και πορείες να λαμβάνουν χώρα σε διάφορα σημεία της πόλης και ομιλητές να απευθύνονται στα πλήθη στα αγγλικά, τα γερμανικά και τα τσέχικα. ΗIWPA και ηΚεντρική Ένωση Εργατών (Central Labor Union) ηγήθηκαν της πιο επιβλητικής διαμαρτυρίας, όταν ο Albert Parsons με τη γυναίκα του Lucy Parsons και τα δυο τους παιδιά οδήγησαν 80.000 κόσμου στην κεντρική οδό Michigan, τραγουδώντας και παρελαύνοντας χέρι χέρι υπό την απειλή οπλισμένων αστυνομικών,Pinkertons και πολιτοφυλάκων, που ήταν τοποθετημένοι στις ταράτσες των γύρω κτιρίων. Παρομοίως, χαλαρή ήταν και η 2η Μαΐου, κάτι που προκάλεσε στους επαναστάτες τον φόβο ότι η ευκαιρία για μια γενικευμένη εξέγερση υπήρχε περίπτωση να χαθεί. Τα πράγματα άλλαξαν την 3η Μάη: ενώ η μέρα ξεκίνησε με αρκετές διαδηλώσεις χωρίς συγκρούσεις, το απόγευμα δημιουργήθηκαν εντάσεις στο εργοστάσιο McCormick, όπου είχαν σημειωθεί ήδη το 1877 συμπλοκές μεταξύ εργαζομένων και αστυνομίας. Ο Cyrus H. McCormick Jr. ήταν ορκισμένος εχθρός των συνδικάτων και είχε ήδη επιβάλει περικοπές ύψους 15%, προχωρώντας σε μαζικές απολύσεις, σε ανταπεργία και χρήση απεργοσπαστών και τραμπούκων της Pinkerton, υπό την αιγίδα της αστυνομίας και του επιθεωρητή Bonfield. Οι απεργοί ήρθαν σε σύγκρουση με τους απεργοσπάστες, οδηγώντας τους πίσω στο εργοστάσιο, ενώ η αστυνομία κατέφτασε για να περιορίσει τους απεργούς, σκοτώνοντας δύο και διαλύοντας το πλήθος. O Spies που ήταν σε παρακείμενη συγκέντρωση, αφού έφτασε στο σημείο και παρακολούθησε τα γεγονότα αυτοπροσώπως, έφυγε προς τα γραφεία της Arbeiter-Zeitung(εφημερίδα της IWPA) και συνέταξε εκρηκτικά καλέσματα στα αγγλικά και τα γερμανικά(«ΕΚΔΙΚΗΣΗ – Εργατική τάξη, στα όπλα!»).Ακολούθησαν κι άλλα φυλλάδια/καλέσματα, ορισμένα από τα οποία περιείχαν κρυφά συνθήματα που καλούσαν σε οπλοφορία. Τελικά, ο Fischer ζήτησε από τον Spies να είναι ο κύριος ομιλητής και πρότεινε η συγκέντρωση να γίνει στην πλατεία Haymarketστις 7.30 μμ. της επομένης ώστε να υπάρχει χώρος για 20.000 άτομα.

Το απόγευμα της 4ης Μαΐου η συγκέντρωση ήταν τόσο απογοητευτική που ο Spies πρότεινε να μεταφερθεί ένα τετράγωνο πιο πάνω στην οδό Des Plaines. Εκεί, ανεβασμένος σε μια πρόχειρη εξέδρα ξεκίνησε την (όχι ιδιαίτερα εμπρηστική) ομιλία του, ώσπου έφτασε ο Parsons με τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του κι ανέβηκε στο βήμα: μίλησε για τα βασικά μειονεκτήματα του αμερικανικού καπιταλισμού και για την άγρια καταστολή της εργατικής τάξης, ενώ κάλεσε τους εργάτες να οπλιστούν και να οργανωθούν. Επόμενος και τελευταίος ομιλητής ήταν ο Fielden, αλλά αφού πέρασαν δέκα λεπτά ο καιρός σκοτείνιασε και το πλήθος άρχισε να αποχωρεί, ανάμεσά τους οParsons με τους δικούς του, κι έμειναν περίπου 300 άτομα ώσπου να ολοκληρωθεί η ομιλία. Ο δήμαρχος Harrison ήταν παρών στη συγκέντρωση και πριν αποχωρήσει, αφού έκρινε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, έδωσε οδηγίες στον επιθεωρητή Bonfield να μαζέψει τις δυνάμεις του. Οι χαφιέδες όμως που είχαν απομείνει, με αφορμή ένα κομμάτι της ομιλίας του Fielden, που καλούσε τους πολίτες «να πνίξουν, να σκοτώσουν, να μαχαιρώσουν, με κάθε μέσο να πληγώσουν τον νόμο ώστε να αναχαιτίσουν την πρόοδό του», έσπευσαν να ενημερώσουν τον Bonfield ότι υπήρχαν προτροπές για επεισόδια. Η αστυνομία τότε πλαισίωσε τη συγκέντρωση και ο διοικητής Ward διέταξε τη διάλυσή της. Παρά τις διαμαρτυρίες ότι δεν έκαναν τίποτε παράνομο, το πλήθος άρχισε να αποχωρεί, αλλά τότε μια βόμβα ρίχτηκε προς στη μεριά της αστυνομίας· η έκρηξη ήταν τεράστια. Μετά από μια στιγμή σαστιμάρας, η αστυνομία άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως: ο αριθμός των νεκρών πολιτών δεν εξακριβώθηκε ποτέ (τουλάχιστον 4)· από τους 7 νεκρούς αστυνομικούς μόνο ένας πέθανε από την έκρηξη της βόμβας, ενώ οι υπόλοιποι υπέκυψαν αργότερα στα τραύματα από σφαίρα που προκλήθηκαν από την ίδια την αστυνομία.

            Όσα ακολούθησαν μπορούν να συγκριθούν ίσως μόνο με τις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ κατά τον 17ο αι.: το κόκκινο χρώμα απαγορεύτηκε ακόμα και στις διαφημίσεις, αμέτρητες συλλήψεις, απαγόρευση συγκεντρώσεων, κλείσιμο εφημερίδων, κάλεσμα «πρώτα να κρεμαστούν και μετά να δικαστούν» οι αναρχικοί, ενώ ο τύπος σε όλη τη χώρα έκανε ό,τι μπορούσε για να συνδέσει τη ρίψη της βόμβας με τον Parsons, τον Spies και τους συνεργάτες τους. Η επιχειρηματική ελίτ, με προεξάρχοντα τον Cyrus H. McCormick Jr., χορήγησε πάνω από $100.000-σημερινή αξία περίπου 3,1 εκατομμύρια ευρώ- για την εξάρθρωση της αναρχικής συνωμοσίας, ποσό που μοιράστηκε στις οικογένειες των θυμάτων/αστυνομικών και της αστυνομίας. Κατά το μπαράζ συλλήψεων που ακολούθησε δεν τηρήθηκε κανένα πρωτόκολλο, αφού η τακτική ήταν «κάντε πρώτα τις εφόδους και μετά κοιτάμε τον νόμο», ενώ ενδεικτική είναι η περίπτωση του GeorgeEngel, ο οποίος απήχθη και κλείστηκε σε ένα ασφυκτικό απομονωτήριο, χωρίς να ενημερωθεί κανένας οικείος του. Η κόρη του επανειλημμένα τον αναζήτησε στο αστυνομικό τμήμα που φημολογείτο ότι ήταν υπό κράτηση και μόνο την όγδοη μέρα της επίσκεψής της ανακάλυψε ότι βρισκόταν όντως εκεί όταν τον άκουσε να τραγουδά από ένα υπόγειο κελί την Εργατική Μασσαλιώτιδα.

Όλοι οι επιφανείς αναρχικοί της πόλης συνελήφθησαν εντός ολίγων ημερών, ανεξάρτητα από το αν ήταν παρόντες στην πλατεία την ώρα της έκρηξης. Στις 27 Μαΐου το Συμβούλιο Ορκωτών απήγγειλε κατηγορίες στους εξής δέκα για τη δολοφονία του Degan, όπως επίσης και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, για εξέγερση και παράνομη συγκέντρωση: Albert Parsons, August Spies, Michael Schwab, Samuel Fielden, George Engel, Adolph Fischer, Oscar Neebe, Louis Lingg, William Seliger και Rudolph Schnaubelt. Από τους τελευταίους δύο, ο πρώτος συνεργάστηκε με τις αρχές, ενώ ο δεύτερος έφυγε από την πόλη πριν συλληφθεί. Ομοίως ο Parsons βρήκε καταφύγιο στη Waukesha του Wisconsin, από όπου επέστρεψε και παραδόθηκε αυτοβούλως την ημέρα της έναρξης της δίκης για να βρίσκεται στο πλευρό των συντρόφων του. Άμεσα συστήθηκε η Επιτροπή Υπεράσπισης που ανέλαβε να εγείρει χρήματα για πληρωμή δικηγόρων και λοιπών εξόδων, ποσά που συγκεντρώθηκαν κυρίως από μικρές δωρεές εργατών από όλη τη χώρα και το εξωτερικού.  Συνήγορος υπεράσπισης ανέλαβε ο William Perkins Black (γνωστός και ως Captain Black, από τη συμμετοχή του στον εμφύλιο), ένας επιφανής δικηγόρος του Σικάγο, η πρώτη κίνηση του οποίου ήταν να ζητήσει αλλαγή έδρας, ελπίζοντας ότι θα τύχαινε σε πιο επιεική δικαστή. Τελικά, η υπόθεση έπεσε στα χέρια του Joseph Easton Gary, που είχε τη φήμη του δίκαιου και αμερόληπτου. Όπως αποδείχτηκε, επρόκειτο για ολέθρια επιλογή, μιας και ο δικαστής Gary ηγήθηκε μιας δίκης-φάρσα, καθώς η δική του προκατάληψη εναντίον των κατηγορουμένων πολλές φορές είχε ως συνέπεια να καθοδηγεί το σώμα των ενόρκων, εκ των οποίων, σημειωτέον, κανένας δεν κρίθηκε ακατάλληλος λόγω μεροληψίας· αντιθέτως, επιλέχθηκαν πολλοί που είχαν ήδη διαμορφώσει την άποψη ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι.

Κανένα στοιχείο -ούτε μια σακούλα…- δεν προέκυψε που να συνδέει τη ρίψη της βόμβας με τους κατηγορούμενους, οι οποίοι καταδικάστηκαν κυρίως για τις απόψεις τους, με τη γραμμή κατηγορίαςνα εστιάζει στα καλέσματα για χρήση δυναμίτη που είχαν κατά καιρούς δημοσιεύσει ορισμένοι από αυτούς. Η τελική ετυμηγορία, που όριζε θάνατο για όλους εκτός του Neebe, ήρθε στις 20 Αυγούστου1886 κι έγινε δεκτή από τους κατηγορουμένους με ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία. Έκτοτε ξεκίνησε το μακρύ μαρτύριο της φυλάκισης μέχρι την εκτέλεση της ποινής, την 11η Νοέμβρη του 1887: καμία από τις εφέσεις δεν τελεσφόρησε, επιτεύχθηκε όμως μετά από αρκετή πίεση στον κυβερνήτη της πολιτείας του Illinoisη μετατροπή της ποινής του θανάτου σε φυλάκιση για τους SchwabκαιFielden· οι υπόλοιποι αρνήθηκαν να υποβάλουν αίτημα για επιείκεια στον κυβερνήτη -απαραίτητη προϋπόθεση για την αλλαγή της ποινής- θεωρώντας ότι έτσι θα αποδέχονταν την εγκυρότητα των κατηγοριών. Ξεχωριστή μνεία οφείλουμε εδώ στον Lingg,που κατά τη διάρκεια της δίκης δήλωσε στον δικαστή Gary ότι δεν αναγνωρίζει την καπιταλιστική δικαιοσύνη: μία μέρα πριν την εκτέλεση, σύμφωνα με ορισμένες αναφορές κάπνισε ένα πούρο στο κελί του κι έπειτα έβαλε στο στόμα του ένα φυτίλι δυναμίτη, το άναψε με ένα σπίρτο κι αυτοκτόνησε,στερώνταςέτσι από το κράτος την ευκαιρία να του αφαιρέσει τη ζωή.

Η μέρα της εκτέλεσης έμεινε γνωστή ως Μαύρη Παρασκευή. Το Σικάγο έδινε την εντύπωση πόλης υπό πολιορκία, καθώς τα σενάρια πως αναρχικοί θα έρχονταν να σώσουν τους συντρόφους τους έδιναν κι έπαιρναν.Οι κρατούμενοι έδειξαν ηρωική αυτοκυριαρχία κατά την πορεία τους προς τον θάνατο: έγραψαν τα τελευταία τους σημειώματα, απήγγειλαν ποίηση και τραγούδησαν την Εργατική Μασσαλιώτιδα. Στημένοι στο ικρίωμα με καλυμμένα τα πρόσωπα, αναμένοντας την εντολή που θα τους οδηγούσε στον πνιγμό, φώναξαν τα τελευταία τους λόγια. Πρώτος ο Spies: «Θα έρθει η στιγμή που η σιωπή μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα!». «Ζήτω η Αναρχία!», ακολούθησαν ο Engel και ο Fischer, ενώ ο τελευταίος πρόσθεσε: «Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!». Τελευταίος ο Parsons: «Θα μου επιτραπεί να μιλήσω, ω άνδρες της Αμερικής; Άφησε με να μιλήσω, σερίφη Matson! Αφήστε τη φωνή του λαού να ακουστεί! O-». Αλλά η καταπακτή άνοιξε και η πρόταση δεν ολοκληρώθηκε. Εφτά λεπτά μετά ήταν όλοι τους νεκροί.

Την επομένη οι νεκροί επιστράφηκαν στους οικείους τους -ο Ling μαζί με τον Engel κατά την επιθυμία του τελευταίου- και κατέστη δυνατόν σε όποιον επιθυμούσε να τους επισκεφτεί· ως τις 11.30μμ περίπου 10.000 άτομα είχαν επισκεφτεί το σπίτι των Parsons. Κυριακή, πια, 13 Νοεμβρίου ξεκίνησε η πορεία υπό πολύ αυστηρά μέτρα: 20.000 κόσμου οδήγησαν τη νεκροφόρα που περισυνέλεξε τους νεκρούς από τα σπίτια τους και πήραν το τρένο προς το νεκροταφείο Waldheim, περίπου 15 χλμ. δυτικά του κέντρου, δίπλα στις όχθες του ποταμού Desplaines. Τα φέρετρα ήταν στολισμένα με χρώμα άλικο, το χρώμα της αναρχίας και της επανάστασης, ενώ τα σώματα των νεκρών ήταν τυλιγμένα με εμβληματικές κόκκινες κορδέλες. Την πρόσκαιρη ταφή ακολούθησε η εκταφή και μεταφορά των νεκρών σε έναν θόλο που είχε χτιστεί για να τους δεχτεί. Εκεί τοποθετήθηκε στις 25 Ιουνίου 1893 το χάλκινο μνημείο που στέκει ακόμα και σήμερα, φιλοτεχνημένο από τον Albert Weinert, μιας γυναίκας που τείνει ένα στεφάνι προς το μέτωπο ενός νεκρού εργάτη, με το έτος 1887 και τα τελευταία λόγια του Spies χαραγμένα στη βάση του. Δίπλα μπορεί κανείς να δει τον τάφο της Lucy Parsons, της Emma Goldman κι άλλων αναρχικών μεταγενέστερων γενεών.

Αρκεί λίγο ναβγεις από το κέντρο, κι αν αφουγκραστείς με προσοχή, μπορείς ακόμα να ακούσεις τους αναρχικούς του Σικάγο να σου σιγοτραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα.


[1]Το παρόν κείμενο είναι εμπνευσμένο (και αντλεί κυρίως) από το βιβλίο του P. Avrich, 1984. The Haymarket Tragedy. Princeton: University Press.

Leave a comment