Στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ενώ φωνάζει στο πρόσωπο του Ζελένσκι «Εσείς στέλνετε με τη βία επιστρατευμένους στην πρώτη γραμμή επειδή έχετε πρόβλημα με το ανθρώπινο δυναμικό», ο Τζέι Ντι Βανς απλώς αποκαλύπτει σε όλο τον κόσμο αυτό που η ατλαντική πολεμική προπαγάνδα είχε κρύψει επί τρία χρόνια – και το οποίο πλέον παρουσιάζεται ανοιχτά στον κόσμο, εργαλειακά και σίγουρα όχι για ηθικούς λόγους, από τη νέα διοίκηση των ΗΠΑ, μπροστά σε έναν πόλεμο που έχει προφανώς χαθεί και τώρα ξεδιάντροπα φορτώνεται στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Μια Ευρώπη της οποίας η άρχουσα τάξη – επαναλαμβάνοντας την ανάγκη να υπερασπιστεί την Ουκρανία μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό με τη ρητορική μιας «δίκαιης ειρήνης» – ανακοινώνει με δημοκρατικό πατριωτισμό αποτρόπαια σχέδια επανεξοπλισμού και πυρηνικής αποτροπής.

Ο πόλεμος είναι ο φρικτός ιστορικός ορίζοντας της εποχής μας.

Στη Σουηδία και τη Νορβηγία, κυβερνητικά φυλλάδια και η επέκταση των νεκροταφείων προετοιμάζουν τον πληθυσμό για το ενδεχόμενο πολέμου με τη Ρωσία· η φον ντερ Λάιεν δηλώνει πως θέλει «ειρήνη μέσω ισχύος»· ο Μακρόν προτείνει την επέκταση της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στην υπόλοιπη Ευρώπη· η Λομβαρδία αυξάνει τα αποθέματά της σε ιώδιο σε περίπτωση πυρηνικής επίθεσης· το ΝΑΤΟ προωθεί τη στρατιωτική κινητοποίηση των συμμάχων στον Ινδο-Ειρηνικό, για την προετοιμασία σύγκρουσης με την Κίνα· και ο ιταλικός στρατός ετοιμάζεται να στρατολογήσει άλλους σαράντα χιλιάδες στρατιώτες.

Μέσα στο πλαίσιο της τεχνολογικής και χρηματοοικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, η εκλογή του Τραμπ φέρνει στην επιφάνεια τη μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ των παγκοσμιοποιημένων και των εθνικιστικών φραξιών των δυτικών ελίτ. Με λίγα λόγια, οι πρώτοι επιδιώκουν άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία με κάθε κόστος, ενώ οι δεύτεροι θέλουν έναν συμβιβασμό με το Κρεμλίνο για να στραφούν, μέσα σε λίγα χρόνια, κατευθείαν ενάντια στην Κίνα. Ωστόσο, και οι δύο πλευρές συγκλίνουν σε ένα βασικό σημείο: τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης (που είχε ήδη αποφασιστεί και ανακοινωθεί πολύ πριν την «επιστροφή του βασιλιά Ντόναλντ»). Ένα παιχνίδι καθρεφτών και προκλήσεων που, ενώ μπορεί ανά πάσα στιγμή να οδηγήσει στην πυρηνική εξάλειψη της ανθρωπότητας, θα μετατρέψει την Ευρώπη – αν όχι σε ένα σωρό ραδιενεργών ερειπίων – σε ένα θωρακισμένο, στρατιωτικοποιημένο φρούριο, κυριαρχούμενο από μια πολεμική οικονομία που θα απορροφά κάθε ενέργεια και κοινωνικό πόρο.

Ο πόλεμος του αιώνα μας είναι υβριδικός, ολοκληρωτικός, ασύμμετρος, εμφύλιος.

Το πεδίο μάχης του βρίσκεται παντού. Ο πόλεμος του 21ου αιώνα είναι ένας πόλεμος χωρίς όρια, που παίρνει ποικίλες και διάχυτες μορφές. Ξεδιπλώνεται μέσω ενεργειακών ροών, παίρνει τη μορφή δολοφονιών και σαμποτάζ που εκτελούνται από κρατικά ενεργούμενα, και ενσωματώνει πλήρως το χρήμα, τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Η κεντρικότητα της τεχνολογίας και της επιστημονικής εξέλιξης αντηχεί σε κάθε σφαίρα του πολέμου, μέσα από drones, εφαρμογές που εμπλέκουν τον πληθυσμό σε υπηρεσίες πληροφοριών (π.χ. για τον εντοπισμό εχθρικών μονάδων), αλλά και μέσω της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης στα στρατιωτικά δόγματα, με σημασία και συνέπειες αντίστοιχες με την ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά συστήματα είναι θεμελιώδη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, η μάχη για την υπεροχή σε αυτές τις τεχνολογίες τροφοδοτεί τον διεθνή ανταγωνισμό για την αρπαγή πρώτων υλών και τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων. Την ίδια στιγμή, υποθέσεις περί «βακτηριολογικής αποτροπής» και ο ανοιχτά στρατιωτικός ρόλος των βιολογικών εργαστηρίων ταυτίζουν τον πόλεμο με πόλεμο ενάντια στη ζωή.

Ωστόσο, οι “παραδοσιακές” και αιματηρές μορφές πολέμου δεν εξαφανίζονται. Αντίθετα, επανεμφανίζονται στα μέτωπα ενός παγκοσμίου πολέμου, που μπορεί προς το παρόν να είναι “τμηματικός”, είναι όμως σαφώς προϊόν της κρίσης της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ και της σύγκρουσής τους με τους ανταγωνιστές τους, ιδιαίτερα την Κίνα. Στο ουκρανικό μέτωπο, η μαζική επιστράτευση και ο στατικός χαρακτήρας του πολέμου θυμίζουν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, όπου οι ΗΠΑ υπερασπίζονται τον εποικιστικό σιωνισμό του Ισραήλ – που ιδρύθηκε ως προκεχωρημένο φυλάκιο των δυτικών συμφερόντων – προκειμένου να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή, η γενοκτονία στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη φέρνει στη μνήμη γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρόκειται για επιστροφή στον 20ό αιώνα· πρόκειται για την αμοιβαία ενίσχυση της τεχνικής προόδου και της γενικευμένης κινητοποίησης στον ολοκληρωτικό πόλεμο του 21ου αιώνα.

Η αύξηση της τεχνολογικής ισχύος αποτελεί πλέον τον κύριο τομέα ανταγωνισμού για τις δυνάμεις που επιδιώκουν την παγκόσμια κυριαρχία.

Με μια αντιστροφή των εννοιών του μέσου και του σκοπού, η τεχνολογία, καθοδηγούμενη από τη σύγχρονη επιστήμη, επιβάλλεται σύμφωνα με τη δική της λογική. Ο ρόλος που απέκτησε το Starlink – το δορυφορικό σύστημα του Έλον Μασκ – με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ενδεικτικός μιας άνευ προηγουμένου κυριαρχίας των πολυεθνικών υψηλής τεχνολογίας. Όμως, όπως και σε άλλες φάσεις της βιομηχανικής επανάστασης, ο ρόλος του κράτους δεν μειώνεται· αντίθετα, το κράτος αποκτά ανανεωμένη κεντρικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρόγραμμα Stargate της νέας αμερικανικής κυβέρνησης – 500 δισεκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης – έχει συγκριθεί με το Σχέδιο Μανχάταν, το οποίο οδήγησε στους ατομικούς βομβαρδισμούς της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.

Η αυτοματοποιημένη φύση της γενοκτονίας στη Γάζα μοιάζει με ένα πείραμα πάνω στους «άγριους των αποικιών» για αυτό που πιθανώς θα συμβεί αργότερα και στους «πολιτισμένους» – όπως ακριβώς η γενοκτονία των Χερέρο στη Ναμίμπια από την γερμανική αποικιοκρατία (και το σύνολο των γενοκτονιών από άλλες αποικιακές δυνάμεις) προηγήθηκε και προετοίμασε τα στρατόπεδα εξόντωσης του ναζισμού. Καθώς γίνεται όλο και πιο σαφές ότι στην οργάνωση του πολεμικού-παγκόσμιου συστήματος υπάρχει μια «υπεράριθμη» ανθρωπότητα που δεν είναι αναγκαία και πρέπει είτε να διαχειριστεί είτε να εξαλειφθεί, η ιδέα ότι η ίδια η ανθρωπότητα μπορεί να αντικατασταθεί κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερη νομιμοποίηση – όπως υποστηρίζουν ανοιχτά ορισμένα τεχνοκρατικά ρεύματα που δεν βρίσκονται μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Ο πόλεμος είναι πρωτίστως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής – και το πιο αποτρόπαιο απ’ όλα.

Με αυτά τα λόγια, η Σιμόν Βέιλ, σε ηλικία 24 ετών, στο κείμενό της Στοχασμοί για τον Πόλεμο (1933), προειδοποιούσε για το σφάλμα να αντιμετωπίζεται ο πόλεμος ως υπόθεση εξωτερικής πολιτικής. Παρόλο που τα δραματικά γεγονότα που παρακολουθούμε καθημερινά σε ζωντανή μετάδοση φαίνονται μακρινά, ο πόλεμος είναι πιο κοντά απ’ όσο ασυνείδητα ελπίζουμε.

Οι υλικές υποδομές του πολέμου – ενισχυμένες όλο και περισσότερο από τεράστια προγράμματα επανεξοπλισμού – βρίσκονται συχνά μια ανάσα από εμάς: από τα κέντρα λήψης αποφάσεων μέχρι τα εργοστάσια όπλων και πυρομαχικών, τους κόμβους εφοδιασμού που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της στρατιωτικής λογιστικής, και το πανεπιστημιακό σύστημα που λειτουργεί σαν εργαστήριο για τη βιομηχανία πολέμου. Στον ψηφιοποιημένο κόσμο των δεδομένων, τα όρια ανάμεσα στο πολιτικό και το στρατιωτικό ξεπερνιούνται συνεχώς και προς τις δύο κατευθύνσεις: μια εφαρμογή κινητού που σήμερα χρησιμοποιείται για να μας προφιλάρει ως καταναλωτές, ασθενείς ή «ψηφιακούς πολίτες», μπορεί αλλού – και εδώ – να χρησιμοποιηθεί για να αποκλείσει, να στρατολογήσει ή να εξαλείψει ένα μέρος της ανθρωπότητας που θεωρείται απειλή ή περιττό. Τα δεδομένα που παράγουμε καθημερινά, εξάλλου, τίθενται απευθείας στην υπηρεσία της επιτήρησης και των στρατών.

Αν είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος ξεκινά από εδώ, είναι επίσης αλήθεια ότι ο πόλεμος επιστρέφει. Επιστρέφει ως ανάγκη «κατευνασμού» των περιοχών πίσω από τα μέτωπα μέσω στρατιωτικοποίησης: η πειραματική εφαρμογή “κόκκινων ζωνών” μετά την Πρωτοχρονιά [από τον Δεκέμβριο του 2024, αρκετές ιταλικές πόλεις εφαρμόζουν «κόκκινες ζώνες», από τις οποίες η αστυνομία μπορεί να απομακρύνει αυθαίρετα οποιονδήποτε θεωρεί «επικίνδυνο»], η προσπάθεια επιβολής στρατιωτικού νόμου με το «πακέτο ασφαλείας» [σύνολο κατασταλτικών νόμων που προωθεί η ιταλική κυβέρνηση και στοχεύουν σε εργατικούς αγώνες και στη διαμαρτυρία, αυξάνουν τις αστυνομικές εξουσίες και τις ποινές], η επέκταση του «μοντέλου Καϊβάνο» σε άλλες πόλεις [περίπτωση ομαδικού βιασμού το 2023 στο Καϊβάνο που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την εφαρμογή αυστηρών μέτρων δημόσιας τάξης και αστυνόμευσης σε φτωχές περιοχές].

Στο εσωτερικό, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης μεταξύ κρατών είναι πολυάριθμες και το κόστος μεταφέρεται στις υποτελείς τάξεις – αυξήσεις στους λογαριασμούς, περαιτέρω επισφάλεια στην εργασία, το τέλος όσων έχουν απομείνει από το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας». Αυτές οι θυσίες δικαιολογούνται μέσω της ανάγκης για εθνικό και ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό και άμυνα, με συνεχή χρήση της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» και της στρατιωτικοποίησης των κρίσεων. Αυτό το βιώσαμε σε μεγάλη κλίμακα κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν ο «πόλεμος ενάντια στον ιό», με την γενικευμένη κινητοποίηση και πειραματισμό πάνω στον πληθυσμό, προετοίμασε το έδαφος για τον σημερινό πόλεμο.

Ο ολικός πόλεμος είναι ταυτόχρονα και παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος.

Οι συνθήκες αυτού του εμφυλίου πολέμου έχουν διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό και στα δικά μας γεωγραφικά πλάτη, όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα ήδη από τον περασμένο αιώνα. Η κατάρρευση των ιδεολογικών συγκολλητικών υλικών, η σύγκρουση εντός του Κράτους αλλά και μέσα στις κατακερματισμένες τάξεις αποτελούν συμπτώματα ότι η βαρβαρότητα δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά ξεδιπλώνεται και εντός των τειχών που έχουν υψωθεί στο όνομα του «πολιτισμού» και της «προόδου».Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι συμβαίνει στα banlieues (προάστια) ως αντανάκλαση του «πολέμου των φτωχών» – Ιταλοί εναντίον ξένων, άνεργοι εναντίον παράτυπων εργατών, νόμιμοι καταστηματάρχες εναντίον πλανόδιων, νόμιμοι εναντίον παράνομων μεταναστών, κάτοικοι δημοσίων κατοικιών εναντίον καταληψιών, πολίτες εναντίον Ρομά, ακτιβιστές εναντίον των «maranza» [νέοι από τα προάστια, συχνά στιγματισμένοι, σημείωση μεταφραστή]… Αν πάμε στο Ηνωμένο Βασίλειο, βλέπουμε την επιστροφή πραγματικών πογκρόμ, με μετανάστες και ισλαμιστές στη θέση των Εβραίων και των Ρομά. Οι σύγχρονες εξεγέρσεις και επαναστάσεις είναι πάντα εμφύλιοι πόλεμοι, αλλά τα δύο αυτά δεν ταυτίζονται. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πανταχού παρόντα και οριζόντιο εμφύλιο πόλεμο, χωρίς κοινωνικό πόλεμο.

Κάποιες φορές όμως η σύγκρουση εκδηλώνεται κάθετα, όπως στις ταραχές μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και, με διαφορετική κοινωνική σύνθεση, στην επίθεση στο Καπιτώλιο (ΗΠΑ, 2020 και 2021: πρώτα προλετάριοι όλων των χρωμάτων ενάντια στους εξουσιαστές και τις θεσμικές αρχές, κυρίως ενάντια στην αστυνομία· έπειτα ένα μίγμα τάξεων, κυρίως όμως λευκών λαϊκών στρωμάτων, ενάντια στην εκλογή του Μπάιντεν). Επίσης, στις συγκρούσεις των ιθαγενών πληθυσμών της Βραζιλίας ενάντια στο “marco temporal” της αγροτοβιομηχανίας (2023), στις εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια (από το 2005 έως και τις πρόσφατες ταραχές για τον Ναέλ) και, σε δικά μας μέρη, στις αντιμπατσικές διαδηλώσεις μετά τη δολοφονία του Ράμι Ελγκαμλ στο Μιλάνο από τους Καραμπινιέρι.

Σε κάθε περίπτωση, τα φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης αποτελούν απειλή για την καθεστηκυία τάξη, στα οποία το κράτος απαντά με αυταρχισμό, ανεξαρτήτως του πολιτεύματος (δημοκρατία ή απολυταρχία) και χωρίς ενδιάμεσες διαδικασίες – παρά μόνο μέσω της τεχνικής προόδου. Για παράδειγμα, μέσω της ψηφιοποίησης και της βιομετρικής ταυτοποίησης, η πολιτική ταυτότητα γίνεται αδιάκριτη από ένα αυτοματοποιημένο εργαλείο επιτήρησης. Ο «πολίτης»  που επαναστατεί ή δεν υπακούει, σήμερα, «μπανάρεται» (αποκλείεται) όλο και περισσότερο με μηχανικό τρόπο.

Το να αναγνωρίσουμε την πορεία προς τον πόλεμο δεν σημαίνει να την αποδεχτούμε ως αναπόφευκτη.

Αν και η «θρησκεία του αναπόφευκτου» είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, κάποια σημάδια φαίνεται να την κλονίζουν: Στην Ουκρανία, μετά τον εθνικιστικό παροξυσμό, η λαϊκή στήριξη στον πόλεμο υποχωρεί, με μορφές μαζικής άρνησης, λιποταξίας και απείθειας που βαραίνουν σημαντικά στην πορεία της σύγκρουσης και αφήνουν να φανεί μια πιθανή κατάρρευση του δυτικού μετώπου. Την ίδια στιγμή, η γενοκτονία στη Γάζα έχει πυροδοτήσει ένα παγκόσμιο κίνημα, μερικές φορές συγκροτημένο, που χάρη σε επίμονες μειοψηφίες επανεφευρίσκει την άμεση δράση και φέρνει την Ιντιφάντα μέσα στα αμερικανικά πανεπιστήμια, αναλαμβάνοντας να πει το ανείπωτο: το πολεμοχαρές και γενοκτονικό θεμέλιο του δυτικού καπιταλισμού. Η επέκταση του πολέμου σε όλες τις σφαίρες της κοινωνίας πολλαπλασιάζει τις ευκαιρίες για σαμποτάζ και ανταρσία, δίνοντας στην «ανθρώπινη παραλλαγή» πρωτοφανείς δυνατότητες να μπλοκάρει τη θανατηφόρα μηχανή.

Αντιθέτως, η πολεμική προπαγάνδα έχει επηρεάσει – παραδόξως – ορισμένες μειοψηφικές «αντιστεκόμενες» ομάδες, που υποστήριξαν μια υποτιθέμενη, ανύπαρκτη ουκρανική αντίσταση, ενώ δίστασαν να στηρίξουν την παλαιστινιακή αντίσταση, αδυνατώντας να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε ένα εθνικιστικό ρεύμα υποκινούμενο και εξοπλισμένο από το ΝΑΤΟ (με πραγματικούς ναζί στις πρώτες γραμμές, στο κοινοβούλιο, στον στρατό και στην αστυνομία) και σε μια αντικατοχική αντίσταση απέναντι σε ένα συνεχιζόμενο αποικιακό σχέδιο εγκατάστασης εποίκων. Αν οι σοσιαλιστές του Κοινοβουλίου ψήφιζαν πολεμικές πιστώσεις έναν αιώνα πριν, οι γελοίοι και διεφθαρμένοι «προοδευτικοί» σημερινοί επίγονοί τους, μετά από έναν αιώνα ταξικής συνεργασίας, υποστηρίζουν το σχέδιο επανεξοπλισμού “ReArm Europe” και καλούν σε φιλοπόλεμες διαδηλώσεις «για την ελευθερία», που έχουν σκοπό μόνο τη συνέχιση της σφαγής στην Ουκρανία [αναφορά στις φιλοευρωπαϊκές διαδηλώσεις της 15ης Μαρτίου στην Ιταλία].

Εκατόν δέκα χρόνια μετά την είσοδο της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο Σφαγείο και ογδόντα χρόνια μετά το τέλος του Β’, είναι η ιστορία του επαναστατικού αντιμιλιταρισμού – και ακόμη περισσότερο εκείνων που τον εγκατέλειψαν στο όνομα ενός «δίκαιου πολέμου» – που ρίχνει τραγικό φως στον δρόμο που έχουμε μπροστά. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε τους αδελφοκτόνους πολέμους είναι να αναμετρηθούμε με τη λογική της αναπόφευκτης ήττας και τις συνεπαγωγές της: δηλαδή, να εργαστούμε για την καταστροφή του καπιταλιστικού στρατοπέδου που θέλει να μας στρατολογήσει και να μας οχυρώσει. Και ο μόνος τρόπος να μην καταλήξει η ηττοπάθεια να είναι εργαλείο του αντίπαλου καπιταλιστικού μπλοκ, είναι να υιοθετήσουμε τη λογική του διεθνισμού: αυτή που κάνει κάθε εκμεταλλευόμενο να βλέπει εχθρό του τη «δική του» κυρίαρχη τάξη και να στέκεται αλληλέγγυος με τους αδελφούς και τις αδελφές του στην απέναντι πλευρά του μετώπου.

Μετάφραση: Δήμος Π.

*Το κείμενο μεταφράστηκε από το πρώτο τεύχος του ιταλικού πολιτικού περιοδικού Disfare contro il mondoguerra (ενάντια στον Παγκόσμιο Πόλεμο). Εντοπίστηκε στον αναρχικό ιστότοπο από τη βόρεια Ιταλία Il rovescio – cronache dallo stato d’emergenza («Η αντίστροφη όψη – χρονικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης»).

Leave a comment