
Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε στις βιβλιοπαρουσιάσεις σε Πάτρα και Καρδίτσα και δημοσιεύτηκε στο 19ο τεύχος της εφημερίδας Ζερμινάλ.
Περσεφόνη. Κόρη του Δία και της θεάς Δήμητρας, θεά της καρποφορίας και της γονιμότητας. Η ομορφιά της ήταν τόση, που ο Πλούτωνας, θεός του Άδη, την ερωτεύτηκε και αποφάσισε να την κλέψει. Έτσι, μια μέρα καθώς η Περσεφόνη μάζευε λουλούδια μαζί με τις Ωκεανίδες νύμφες, απομακρύνθηκε για να κόψει έναν νάρκισσο, όταν ξαφνικά η γη άνοιξε στα δύο. Τότε ξεπρόβαλε ο Πλούτωνας με το άρμα του την άρπαξε στον Κάτω Κόσμο, χωρίς κανείς να αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Η Δήμητρα έψαχνε μάταια την κόρη της και από την στεναχώρια και τα δάκρυά της, μαράζωσαν η γη και οι καλλιέργειες. Οι άνθρωποι πεινούσαν και οι μέρες περνούσαν χωρίς να φανεί η Περσεφόνη. Μια μέρα ο Ήλιος, έχοντας δει τα πάντα, λυπήθηκε τη Δήμητρα, της είπε τι συνέβη και τότε ο Δίας, παρακινούμενος από τις ικεσίες των ανθρώπων που πεινούσαν, διέταξε τον θεό του Άδη να ελευθερώσει την κόρη του. Αδυνατώντας να παρακούσει τις διαταγές του Δία, ο Πλούτωνας παγίδεψε την Περσεφόνη δίνοντάς της να φάει ένα ρόδι πριν την αφήσει, γνωρίζοντας πως αν κατανάλωνε τροφή στον Κάτω Κόσμο, θα δενόταν μαζί του και δεν θα μπορούσε να φύγει. Η κόρη έφαγε έξι σπόρια ρόδι μονάχα κι όταν το έμαθε η Δήμητρα έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει, ο Δίας πρότεινε έναν συμβιβασμό: Για κάθε σπόρο που είχε φάει, η Περσεφόνη θα έμενε κι έναν μήνα στον Άδη. Έτσι, θα περνούσε το μισό χρόνο δίπλα στη μητέρα της και τον υπόλοιπο μαζί με τον Πλούτωνα. Έκτοτε, τους έξι μήνες που η Περσεφόνη ήταν στον Άδη, η Δήμητρα πενθούσε και μαζί της πενθούσε κι όλη η φύση και τους έξι μήνες που ανέβαινε στη Γη, όλα άνθιζαν από τη χαρά της.
Νουάρ. Μάλλον κινηματογραφικός όρος. Αισθητικός και περιεχομενικός. Σκοτεινές σκηνές και σκοτεινές αφηγήσεις. Πόνος και πραγματικότητα με έναν μαύρο ρομαντισμό και μια ατμόσφαιρα άλλων εποχών.
Νέον. Το δεύτερο λαμπρότερο ευγενές αέριο. Το φως που παράγει είναι κόκκινο-πορτοκαλί σε μια λυχνία με αυτό το αέριο υπό χαμηλή πίεση. Συνδεδεμένο με φανταχτερές επιγραφές ή παρακμιακά φώτα σε κάποιους σκοτεινούς θαλάμους.
Ο Ρωμανός γράφει για την Περσεφόνη. Γράφει για την κάθε Περσεφόνη στ’ αλήθεια. Και οι αφηγήσεις του είναι πολύ νουάρ και ακόμα πιο πολύ νέον.
Η Περσεφόνη είναι ο κεντρικός ρόλος της καθεμιάς από τις ιστορίες. Κι αν δεν είναι φαινομενικά, θα το δεις μόλις φτάσεις στο τέλος της ιστορίας πως μάλλον κάποια Περσεφόνη είναι ο κεντρικός ρόλος της ιστορίας τελικά. Ή κάποιες.
Η Περσεφόνη είναι η κάθε γυναίκα της κάθε πατριαρχικής και ταξικής κοινωνίας που παλεύει με το τέρας. Η βία, η τάξη και η καταπίεση. Η γη, η φύση και ο θερισμός. Ή και αλλιώς η μητρότητα και η αναπαραγωγή. Όλα στοιχεία της ζωής αλλά και τόσο περιεκτικοί συμβολισμοί όταν ο μύθος της Περσεφόνης τα συνοδεύει, τα διαπνέει και τα συνδέει. Όλα στοιχεία-ένα σώμα με το σώμα της κάθε γυναίκας, της κάθε Περσεφόνης.
Μα πιο πολύ απ’ όλα, αυτή η σχέση γυναίκας και ιδιοκτησίας, αυτή η σχέση που συμπυκνώνει όλες τις σχέσεις, όλες τις εξουσίες και τις καταπιέσεις. Της κάθε γυναίκας που άγεται και φέρεται από το ένα σπίτι στο άλλο, από τους γονείς στους οποίους ανήκει στον άντρα που θα γίνει κτήμα του. Και η μοίρα της στ’ αλήθεια δεν είναι δική της επιλογή. Αυτή η σχέση που διαπνέει πια το σύνολο της ύπαρξής της.
Η κόρη της Μαρίας, η Μαρία, η Στέλλα, η Άννα, η Έλενα, ένα νεογέννητο κορίτσι, η Εύα και η Κατερίνα, η τυχαία ξένη σε έναν τόπο μικρό και μακρινό, η Βanshee, η Έλλη και τελικά οι Περσεφόνες. Πρωταγωνίστριες της δικιάς τους ιστορίας, αλλά τελικά πρωταγωνίστριες της ίδιας ιστορίας. Όλες πλάσματα που διακατέχονται από αυτήν την αντίθεση, μισά στοργή, αγάπη και καρποφορία, μισά μαράζι, λύπη και οργή. Πλάσματα που κάτι τόσο μοναδικό τα δένει με τους εξουσιαστές τους που κανένας άλλος έξω από αυτές δεν μπορεί ούτε να το δεί και φυσικά ούτε να το σπάσει. Έτσι, αν και συλλογή μεμονωμένων διηγημάτων η ουσία του βιβλίου δεν βρίσκεται στην καθεμιά ιστορία ξεχωριστά αλλά στο παζλ που το σύνολό αυτών συνθέτει.
Αυτό το βιβλίο, όμως επιχειρεί και κάτι άλλο. Να ξαναγράψει τον μύθο. Με μια σκοπιά και με μια προοπτική απελευθερωτική. Γιατί μάλλον ο Άδης και η Δήμητρα σε κάποιο μπαρ κάθονται και τα πίνουν παρέα τελικά.
Νουαρ γιατί είναι κινηματογραφικός. Είναι κινηματογραφική η γραφή, τα μέσα του και ο Ρωμανός ο ίδιος. Νουαρ γιατί στήνει σκοτεινά σκηνικά. Νουαρ γιατί τα σκοτάδια είναι τέτοια όσο η πραγματικότητα που δεν έχει παλάτια και πρίγκιπες, αλλά ανθρώπους του μόχθου από τη μία, καταπιεστές, βιαστές και γυναικοκτόνους από την άλλη. Νουάρ για την ωμότητα κάθε σκηνής και τον ρομαντισμό της περιγραφής. Που συμβαίνουν ταυτόχρονα.
Νέον γιατί τα διηγήματά του έχουν αυτήν την ένταση κι αυτή τη παρακμή. Αυτή της πραγματικότητας.
Αυτό το βιβλίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμιγώς πολιτικό. Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνία. Μα είναι τελικά, πολιτική λογοτεχνία. Όπως είναι κάθε ένα γραπτό του Ρωμανού. Γιατί παίρνει θέση. Θέση πολιτική, ταξική και ρηξιακή. Όπως είναι κάθε ένα γραπτό του Ρωμανού. Κάθε μια του ιστορία. Που -μέσα από το σύμπαν που πλάθει- μπορείς να δεις πώς ο άνισος κόσμος που ζούμε επιτίθεται στον καθένα και στην καθεμιά από εμάς, στα σώματα και τις ψυχές μας.
Άλλωστε εδώ που τα λέμε λογοτεχνία χωρίς θέση δεν υπάρχει. Ο Μπρεχτ κάποτε είπε: «Αυτοί που είναι εναντίον της πολιτικής είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται». Με άλλα λόγια η μη θέση, θέση είναι κι αυτή. Κι αυτό επειδή η πολιτική διαπνέει το σύνολο των πραγμάτων που παράγονται σε μια κοινωνία γεμάτη αντιθέσεις, σε μια κοινωνία στημένη πάνω σε αντιθέσεις. Μοιραία τις φέρουν πάνω τους. Συνειδητά πρέπει οι δημιουργοί να τις πολεμήσουν. Ή να τις αποδεχτούν.
Αυτό το βιβλίο, βρίσκει ένα εργαλείο να διαπιστώσει την πραγματικότητα. Τη λογοτεχνία. Κάνει τη λογοτεχνία όπλο, να δουν κι άλλοι την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τη βία που ασκείται στα σώματα των γυναικών -και όχι μόνο- της τάξης μας. Αυτό το βιβλίο είναι η αφορμή. Ή ελπίζει να γίνει. Η αφορμή να κοιτάξεις το τέρας κατάματα. Για να το πολεμήσεις. Και να αλλάξεις τον μύθο, όπως αυτός φτιάχτηκε σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της υπάρχουσας κοινωνίας. Να αλλάξεις, δηλαδή, το προδιαγεγραμμένο μέλλον σου. Και να φτιάξεις το δικό σου. Το στ’ αληθινά δικό σου.
