Εισαγωγικό σημείωμα του Πασκουάλε Αμπαντάτζελο για την παρούσα έντυπη έκδοση.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό ήθελα να έρθω στην Ελλάδα για να επισκεφτώ τα μέρη που γεννήθηκαν και έζησαν οι γονείς μου, όμως μια σειρά από λόγους και διάφορες υποχρεώσεις μ’ έκαναν πάντα ν’ αναβάλω την πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας μου. Το περασμένο Οκτώβρη, χάρη στην πρόσκληση των συντρόφων και των συντροφισσών από την Ελλάδα για την παρουσίαση του “Έτρεχα και σκεφτόμουν την Άννα” στην Αθήνα και την Πάτρα, μπόρεσα επιτέλους να πραγματώσω αυτή την επιθυμία μου. Χωρίς αυτήν την πρόσκληση, η οποία αποτέλεσε για μένα ένα καθοριστικό πολιτικό κίνητρο, θα συνέχιζα πιθανώς ν’ αναβάλω αυτό το ταξίδι μου στην Ελλάδα.

Οι βιβλιοπαρουσιάσεις στην Αθήνα και την Πάτρα πήγαν πολύ καλά, χάρη στους συντρόφους και τις συντρόφισσες που τις διοργάνωσαν, στο σύντροφο Λεωνίδα που έκανε τη διερμηνεία, καθώς και σε πάρα πολλούς/ές άλλους/ες συντρόφους και συντρόφισσες που συμμετείχαν με παρεμβάσεις, ερωτήσεις και ζητώντας περαιτέρω επεξηγήσεις, δίνοντας ζωή σε μια ενδιαφέρουσα πολιτική συζήτηση, γύρω από τις ιστορίες της επαναστατικής πάλης στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πολιτικές ιστορίες και υποθέσεις που έχουν πολλά κοινά σημεία.  

Στην Αθήνα και την Πάτρα πέρασα αξέχαστες ημέρες και γνώρισα καταπληκτικούς/ές συντρόφους και συντρόφισσες που ελπίζω ότι θα μπορέσω να ξανασυναντήσω. Στην Πάτρα, επισκεπτόμενος τα μέρη όπου γεννήθηκαν και έζησαν οι γονείς μου ένιωσα ένα έντονο συναίσθημα και συγκινήθηκα. Εκείνες τις στιγμές, ένιωσα να τρέχει δυνατά στις φλέβες το ελληνικό αίμα μου και οι ρίζες μου βγήκαν και πάλι στην επιφάνεια, με υπερηφάνεια και  μ’ έναν τρόπο καταιγιστικό. Τα ελληνικά ήταν η μητρική μου γλώσσα. Είναι η γλώσσα που άρχισα να μιλάω και είναι επίσης η μοναδική γλώσσα που γνώριζα και μιλούσα μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Μέχρι τα έξι μου, για το ιταλικό δημοτολόγιο ήμουν ένα ελληνάκι και έπειτα στα εφτά μού έδωσαν την ιταλική υπηκοότητα. Τα επόμενα χρόνια, μετά το θάνατο του πατέρα μου, έζησα μακριά από την οικογένεια μου και τις ρίζες μου, αρχικά στο ίδρυμα κι έπειτα στη φυλακή. Αυτή η αποκοπή συνεισέφερε έτσι ώστε κατά τη διάρκεια των χρόνων να μάθω την ιταλική γλώσσα, αλλά δυστυχώς να ξεχάσω την ελληνική. Θυμάμαι ακόμα μερικές ελληνικές λέξεις αλλά, προς μεγάλη λύπη μου, δεν είμαι σε θέση να μιλήσω και να καταλάβω τα ελληνικά, όπως συνέβαινε στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια. Χάρη σε μερικούς/ές συντρόφους και συντρόφισσες από την Ελλάδα που μιλάνε ιταλικά, αυτό το όριο -κατά τη διάρκεια των ημερών που βρέθηκα στην Ελλάδα- δεν μ’ εμπόδισε στην επικοινωνία μου και με άλλους συντρόφους και συντρόφισσες. Όπως και να έχει, μπόρεσα να διηγηθώ και να εξηγήσω καλά αυτό που συνέβη στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των χρόνων του ΄70, δηλαδή τότε που στην Ιταλία έλαβε χώρα ένας εμφύλιος πόλεμος χαμηλής έντασης, κατά τη διάρκεια του οποίου υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί και από τις δύο πλευρές του οδοφράγματος. Από την μια πλευρά, είναι εκείνοι που πέθαναν για να υπερασπιστούν το καπιταλιστικό Κράτος, από την άλλη οι νεκροί σύντροφοι και οι νεκρές συντρόφισσες που έπεσαν μαχόμενοι για την ανατροπή του και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια που η εξουσία δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αναγνωρίσει, παρά τους έξι χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, τις δώδεκα χιλιάδες ένοπλες ενέργειες, τις εκατοντάδες αποδράσεις από τις φυλακές, τις καθημερινές μαζικές εξεγέρσεις και διαδηλώσεις στις προλεταριακές συνοικίες και τις άγριες εργατικές απεργίες στις φάμπρικες.

Για εμένα υπήρξε τιμή και χαρά η συμμετοχή μου σ’ αυτήν την ένδοξη σελίδα της ιστορίας της επαναστατικής ταξικής πάλης στην Ιταλία. Χάσαμε τον πόλεμο αλλά κερδίσαμε πάρα πολλές μάχες και αποσπάσαμε μεγάλες ικανοποιήσεις. Όποιος αγωνίζεται μπορεί να χάσει αλλά όποιος δεν αγωνίζεται έχει ήδη χάσει και είναι προορισμένος να ζει μια ζωή γεμάτη μονάχα από συνεχείς ταπεινώσεις.

 
Μετάφραση: Λεωνίδας Β.

Ιούλης 2023

Περισσότερες πληροφορίες για την έκδοση εδω

Leave a comment