Αν και το μοίρασμα της εξουσίας μεταξύ δυο ή και –σπανιότερα– τριών κομμάτων αποτελεί ένα σύνηθες φαινόμενο, τουλάχιστον στις λεγόμενες αστικές δημοκρατίες της Δύσης ο μονοκομματισμός δεν είναι κάτι που βλέπουμε συχνά. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι μάλλον αρκετοί, σχηματικά όμως μπορούμε να τους συμπυκνώσουμε σε δυο. Από την πλευρά των από τα κάτω, ένας μοναδικός εξουσιαστικός φορέας είναι κατά πάσα πιθανότητα αδύνατο να χωρέσει όλες τις κοινωνικές δυναμικές, τα συμφέροντα, τα ιδεολογήματα, καθώς και την εντέχνως συντηρημένη από τους κυρίαρχους μισαλλοδοξία που μαστίζει τα μικροαστικά, εργατικά και λούμπεν κομμάτια. Όσον αφορά τους από τα πάνω, πέραν της ταξικής ενότητας που συνηθίζουν να επιδεικνύουν κάθε φορά που η κυριαρχία τους απειλείται από κάποια κοινωνική αναταραχή, οι μεταξύ τους διαμάχες, τα διαφορετικά συμφέροντα και ο τρόπος διαχείρισης των κρίσεων που επιλέγει κάθε κομμάτι της αστικής τάξης ως πλέον δόκιμο για το ίδιο, καθιστούν αδύνατη τη σύμπλευσή τους κάτω από τη σημαία ενός μόνου κομματικού μηχανισμού.
Η συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ και η ισχυροποίηση της ΝΔ (με την παράλληλη εισβολή διαφόρων ακροδεξιών μορφωμάτων σε μια βουλή από την οποία απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της αριστεράς) φέρνει την Ελλάδα σε μια αρκετά πρωτόγνωρη κατάσταση στην οποία φαίνεται πως το πολιτικό κουμάντο γίνεται από ένα μόνο κόμμα – το κυβερνόν. Μάλιστα, δεν πρόκειται απλώς για μια αυτοδύναμη και ιδιαίτερα ισχυρή κυβέρνηση, αλλά και για μια πλήρως συντηρητική κοινοβουλευτική ατζέντα, μιας και τα περισσότερα μικρά κόμματα τοποθετούνται δεξιότερα της ΝΔ. Όσο και αν διάφοροι αστικοί κύκλοι πανηγυρίζουν με τη συγκεκριμένη έκβαση, φαντάζει εξαιρετικά απίθανο το σύνολο των από τα πάνω να συντάσσεται με μια τέτοια τροπή. Είναι δεδομένο πως η ΝΔ εξυπηρετεί αρκετά και ισχυρά συμφέροντα εντός κι εκτός συνόρων, ακόμα κι έτσι όμως ένα τμήμα της ντόπιας αστικής τάξης φαίνεται να θεωρεί εαυτόν όχι αρκετά ευεργετημένο και να αποστασιοποιείται αναζητώντας έναν νέο πολιτικό εκφραστή των συμφερόντων του.
Η υποψηφιότητα του εφοπλιστή Στέφανου Κασσελάκη για την αρχηγεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως μια τέτοια απόπειρα. Σε έναν δυτικό κόσμο όπου η alt-right τείνει να γίνει mainstream στη θέση της παραδοσιακής δεξιάς, αποπολιτικοποιώντας και την ίδια στιγμή επιθετικοποιώντας τον λόγο της, οξύνοντας ολοένα πιο συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά με μια όμως λιγότερο έντονη πολιτική ταυτότητα ως ενωτικό στοιχείο της βάσης της, η άλλη πλευρά της αστικής πολιτικής διαχείρισης επιλέγει να ψαρέψει σε θολά νερά βάζοντας ως στόχο την «εναλλακτική» προοδευτική νεολαία, τις μειονότητες και τις κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν την ορατότητά τους. Ασφαλώς φροντίζοντας επιμελώς να αφαιρεί από τους παραπάνω την ταξική τους συνείδηση και τα στοιχεία που τους συνδέουν με τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό, ικανοποιώντας για τα μάτια του κόσμου και με όρους δικαιωματισμού τα ειδικά ζητήματα προβληματισμού τους, κατορθώνει παράλληλα να αποστερεί τα ανταγωνιστικά κινήματα από εν δυνάμει αγωνιζόμενους ανθρώπους και να δημιουργεί τη δική της μερίδα ψηφοφόρων και υποστηριχτών. Κι όπως ακριβώς η alt-right πατά πάνω στις πλάτες των incels, των συνωμοσιολόγων και των μισαλλόδοξων νεο-συντηρητικών για να δημιουργήσει ριζώματα, έτσι η αντίπαλή της αστική πλευρά χτίζει τη βάση της στα θεμέλια της ενσωμάτωσης και της απο-επικινδυνότητας του political correctness.
Η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και η εκτίναξη της ΝΔ δημιούργησαν ένα μονοκομματικό σκηνικό το οποίο δεν μπορεί να βολέψει όλα τα αστικά συμφέροντα εξίσου. Την ίδια στιγμή αποστερεί από την κυριαρχία τον εναλλακτικό διαχειριστή καταστάσεων που θα κουλαντρίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια και θα προβάλει ένα πιο προοδευτικό προφίλ. Ακόμα και αν το ίδιο το μητσοτακικό κόμμα δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα χρειάζεται ένα αντίπαλο δέος που θα κρατά τις ισορροπίες και θα εξασφαλίζει κοινωνική ειρήνη και συστημική συμπόρευση στους κόλπους των κομματιών που αντιδρούν στη δεξιά πολιτική διαχείριση. Φαίνεται λοιπόν πως έπειτα από μια μακρά περίοδο κοινωνικών αναταραχών, η λήξη της μεταπολίτευσης και το τέλος των μετασχηματιστικών οραμάτων είναι η κυρίαρχη επιδίωξη, η βασική ανάγκη της άρχουσας τάξης. Κάτι τέτοιο μπορεί να έχει ως παράδειγμα πλεύσης τις ΗΠΑ, όπου Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί εναλλάσσονται, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις όσον αφορά την εξωτερική και την οικονομική πολιτική που ακολουθούν, συγκρουόμενοι κυρίως επικοινωνιακά όσον αφορά τον δικαιωματισμό και την κοινωνική ατζέντα τους, επί της ουσίας δε όσον αφορά το ποια αστικά/καπιταλιστικά συμφέροντα επιλέγει το καθένα από τα δυο κόμματα να υπηρετήσει. Και αν αυτή τη στιγμή χάριν της σύγκρισης θέτουμε στη θέση των Ρεπουμπλικανών τη δική μας ΝΔ, ένας αναγεννημένος (νεκραναστημένος ίσως) ΣΥΡΙΖΑ πιθανόν ταιριάζει καλύτερα από κάθε άλλο κόμμα στον ρόλο του αντίστοιχου εγχώριου αντίβαρου.
Στο παραπάνω πολιτικό μόρφωμα, ο Κασσελάκης φαντάζει ο καταλληλότερος αρχηγός. «Αυτοδημιούργητος» εφοπλιστής, απόφοιτος αμερικανικού πανεπιστημίου, μορφωμένος, νεαρός και επιτυχημένος, ένας προοδευτικός άριστος ηγέτης κόντρα στη συντηρητική αριστεία της μητσοτακικής ΝΔ. Παίζοντας το σύγχρονο επικοινωνιακό «alt» παιχνίδι, που θέλει την εικόνα του πολιτικού προσώπου απαλλαγμένη από τα ιδεολογήματα του παρελθόντος, στοχευμένη κυρίως στην trendy δημοτικότητά του και στηριγμένη κατά βάση στο άτομο παρά στο πολιτικό σύνολο, ενάντια στην επικρατούσα alt-right εμφανίζεται ως το εγχώριο χαρτί της νέας alt-left – μιας εναλλακτικής αριστεράς απαλλαγμένης από τα ιδεολογικά σχήματα του παρελθόντος, απαλλαγμένης από το φάντασμα του κομμουνισμού και των εξεγερσιακών κινημάτων, δίχως ούτε τύποις όραμα για κάποιον κοινωνικό μετασχηματισμό. Κοινώς, μιας αριστεράς τέλεια προσαρμοσμένης στο «τέλος της ιστορίας», έτοιμης να εκπροσωπήσει ένα κομμάτι της αστικής τάξης και του κεφαλαίου εξίσου αποτελεσματικά με τη δεξιά.
Ρωμανός Γ.

