|Τάσος Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988)|
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο αγαπημένος μας ποιητής. Στα κυρίαρχα μέσα θα διαβάσεις πως είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του. Μα τι σημασία έχει αυτό; Σημασία έχει πως είναι αυτός που μας έμαθε την ποίηση από μικρά παιδιά, μας εξήγησε τα εφηβικά μας σκιρτήματα, τα πρώτα υπαρξιακά μας ερωτήματα και τις πρώτες κοινωνικές μας αγωνίες, έσπασε στερεότυπα και τετριμμένες εκφράσεις σε κάθε του λέξη, μας αφηγήθηκε τον κόσμο του, τον κόσμο του Έρωτα και της Επανάστασης.
Η εκτίναξη της τιμής των καυσίμων, με τη συνακόλουθη πληθωριστική εκτόξευση του κόστους των βασικών καταναλωτικών αγαθών, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κοινωνικό βάρος της λεγόμενης «πράσινης μετάβασης», τα υπερκέρδη των ενεργειακών μονοπωλίων και την επαπειλούμενη ενεργειακή φτώχεια. Πολύ πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο Έλληνας ολιγάρχης που εδώ και χρόνια ηγείται του ιδιωτικού πλιάτσικου στις υποδομές και στην εμπορία ενέργειας δήλωσε προκλητικά πως «το κράτος πρέπει να εξηγήσει στους πολίτες το κόστος της πράσινης μετάβασης».
Το Σάββατο 12 Μαρτίου, οι εργαζόμενοι του πολιτικού αεροδρομίου Galileo Galilei στην Πίζα ανακάλυψαν ότι το φορτίο μιας πτήσης που αναχωρούσε για την Ουκρανία δεν αποτελούνταν από «ανθρωπιστικό υλικό», όπως προμήθειες, τρόφιμα, φάρμακα και οτιδήποτε άλλο χρήσιμο για τον πληθυσμό της Ουκρανίας που βασανίζεται εδώ και εβδομάδες από τις μάχες και τους βομβαρδισμούς, αλλά περιλάμβανε όπλα διαφόρων τύπων, πυρομαχικά και εκρηκτικά που προορίζονταν για τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Αντιμέτωποι με αυτό το πολύ σοβαρό γεγονός, οι εργάτες μπλόκαραν αμέσως την επιχείρηση, αρνούμενοι να φορτώσουν το πολεμικό υλικό και ενημέρωσαν την Ένωση Συνδικάτων Βάσης, η οποία δημοσιοποίησε το γεγονός. Όπως λένε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι: «Βρεθήκαμε μπροστά σε μια πικρή και τρομερή έκπληξη, που επιβεβαιώνει το πολεμικό κλίμα στο οποίο μας παρασύρει η κυβέρνηση Ντράγκι».
Εδώ και περισσότερες από δύο εβδομάδες χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στους δρόμους των Τιράνων αλλά και άλλων αλβανικών πόλεων για να διαδηλώσουν ενάντια στην ακρίβεια. Κάποιες από τις συγκεντρώσεις έλαβαν ιδιαίτερα μαζικά χαρακτηριστικά ενώ σε αρκετές περιπτώσεις συνάντησαν την βίαιη καταστολή των μπάτσων που προχώρησαν σε συλλήψεις διαδηλωτών. Το ξέσπασμα αυτό όμως δεν προέκυψε εν μια νυκτί. Η κατακόρυφη άνοδος των τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης συναντήθηκε διαλεκτικά με την προεργασία και την “δουλειά μυρμηγκιού” που έκαναν τα μέλη της συλλογικότητας Organizata Politike τους προηγούμενους μήνες, αλλά και με τους αγώνες των προηγούμενων χρόνων που δημιούργησαν μία, μετά από πολλά χρόνια, κινηματική αναφορά στην αλβανική κοινωνία.
Μέσα σε ένα περιβάλλον ακραίας φτώχειας και κοινωνικής λεηλασίας, μέσα σε μια ασφυκτική συνθήκη όπου μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αδυνατεί να ανταπεξέλθει στο να καλύψει τις βασικές του ανάγκες και να ζήσει κάτω από στοιχειωδώς αξιοπρεπείς συνθήκες, μέσα σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης (υγειονομικής, οικονομικής, οικολογικής, κοινωνικής) και όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των καπιταλιστικών αντιθέσεων καλούμαστε να οργανώσουμε τη δράση μας. Να οργανώσουμε τη δράση μας, όχι αποκομμένοι από τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, αλλά ως κομμάτι της. Ως κομμάτι των εργατών που βιώνουν την εργασιακή βαρβαρότητα στο πετσί τους, που βιώνουν την υπερκμετάλλευση να τους συνθλίβει, που ψάχνουν αγωνιωδώς μεροκάματο, που αδυνατούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς, που βρέθηκαν άνεργοι γιατί ζήτησαν τα αυτονόητα. Ως εργάτες που βλέπουν τη μία κατάκτηση μετά την άλλη να χτυπιέται από κυβερνητικά νομοσχέδια, που βλέπουν τον μισθό τους να μειώνεται, που βλέπουν τα δικαιώματα τους να χτυπιούνται το ένα μετά το άλλο. Ως άνεργοι που τους κόβουν το ρεύμα γιατί δεν έχουν να πληρώσουν τον λογαριασμό, ως άστεγοι που τους πήραν το σπίτι γιατί χρωστούσαν, ως άνθρωποι που αδυνατούν να πληρώσουν το σούπερ μάρκετ για να ζήσουν. Ως εργάτες που δεν μπορούν να πάνε για δουλειά γιατί τσακίστηκαν από ένα εργατικό «ατύχημα» και δούλευαν μαύρα και ανασφάλιστα. Ως εργάτες που θέλουν να σηκώσουν κεφάλι απέναντι στην εργοδοτική τρομοκρατία, που θέλουν να ανασάνουν μέσα στην ασφυξία που τους προκαλεί η επίθεση του συστήματος αλλά πέφτουν διαρκώς σε τοίχο.
Ζούμε σε μία περίοδο οξυμένης οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής κρίσης, όπου η διαρκής εγκληματική, κρατική διαχείριση της πανδημίας συνεχίζει να συσσωρεύει νεκρούς στα κρεβάτια των νοσοκομείων. Παράλληλα, μετά από τόσους μήνες που η κοινωνική βάση βιώνει ένα όργιο απαγορεύσεων και καταστολής, σήμερα η πορεία της πανδημίας θάβεται με στόχο την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς στα πλαίσια του κρατικού καπιταλιστικού συστήματος, ενώ οι καταπιεσμένοι επωμίζονται ολοένα και πιο πολύ τις τραγικές συνέπειες όλης της προηγούμενης περιόδου, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ετούτη την βαθιά οικονομική κρίση που έχει επέλθει μετά από την μεγάλη έξαρση της πανδημίας έρχεται να ενισχύσει τον τελευταίο μήνα το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, με ισχυρές ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, με την ακρίβεια σε ρεύμα, πετρέλαιο και τρόφιμα να οδηγεί στην πείνα και την ανέχεια όλους τους ανθρώπους της κοινωνικής βάσης. Μα όλα αυτά αποτελούν τροφή στα χέρια των φασιστών που προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι ξανά.
Όταν το 2013 οι αστικοί κύκλοι προετοίμαζαν τα πρώτα βήματα για την προώθηση της καύσης σκουπιδιών, λίγοι ίσως φαντάζονταν πως κυοφορούνταν μια μεγάλη κοινωνική σύγκρουση στην πόλη του Βόλου. Το πεδίο εξάλλου είχε επιλεχθεί σχολαστικά για να μην εκδηλωθούν «κοινωνικές παρενέργειες». Μια εταιρία με ιστορία στην κοινωνική ενσωμάτωση (ΑΓΕΤ). Ένας επιχειρηματικός όμιλος που δε διστάζει πουθενά, ακόμα και στη χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων (Lafarge στη Συρία). Ένα επιχειρησιακό σωματείο «κοινωνικός εταίρος». Δήμαρχοι και περιφερειάρχες (Μπέος και Αγοραστός) manager επιχειρηματικών project. Το ΕΣΠΑ για πλούσια χρηματοδότηση και μια κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) ύπνωσης των λαϊκών διεκδικήσεων που θα κλιμακώσει γοργά το όλο εγχείρημα. Το εν λόγω εγχείρημα είχε βέβαια την ανάλογη ιδεολογική προετοιμασία. Προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων, «φιλοπεριβαλλοντική» λύση για τη διαχείριση των σκουπιδιών, εξοικονόμηση ενέργειας. Ο όλος σχεδιασμός εξάλλου λάμβανε χώρα σε μία περίοδο που «φούντωνε» ο ενεργειακός πόλεμος σε όλα τα επίπεδα και οι «εναλλακτικές πηγές ενέργειας» και τα «εναλλακτικά καύσιμα» είχαν την τιμητική τους. Η κρίση του καπιταλισμού και η ανάγκη ξεδιπλώματος νέων πεδίων κερδοφορίας ήταν και είναι τελικά η κινητήριος δύναμη για τη γενίκευση ενός πολέμου ενάντια στον άνθρωπο και στο περιβάλλον.