Φωτογραφίες από την παρέμβαση στην Pizza Fan στην Αγίας Σοφίας με αφορμή τις απολύσεις και τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες σε μαγαζί της εταιρίας στην πόλη των Ιωαννίνων.
Η αφίσα της συγκέντρωσης:
ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΜΟΝΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΗ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑ
«Ξέρω τον Γκοντό, ξέρω και τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν. Απλά δεν ήξερα ότι κυκλοφορούν στην πόλη».
«Ποιους Βλαντιμίρ και Εστ…τι;! Ποιους;! Τι λες;».
«Τίποτα… Όχι, δεν τον ξέρω τον Γκοντό. Εγώ δεν είμαι παρά ένα απλό, καθημερινό κατακάθι».
«Μα γι’ αυτό ακριβώς, ένας λόγος παραπάνω να τον ξέρεις! Όλοι οι τύποι σαν και του λόγου σου αργά ή γρήγορα βρίσκονται στην ανάγκη του. Ο Γκοντό υπάρχει επειδή υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσάς».
«Και τι ακριβώς είναι οι άνθρωποι σαν κι εμάς;».
«Ξέρεις τώρα…».
«Βοήθησέ με».
«Αποτυχημένοι… απελπισμένοι… ναρκάκηδες…».
«Αυτή την εικόνα έχεις για μένα;».
«Αυτή την εικόνα έχει όλος ο κόσμος για σένα, Σκιάχτρο! Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη πρόσφατα; Έχεις σκεφτεί ποια ήταν η τελευταία φορά που έφαγες κανονικό φαγητό; Και δεν εννοώ τα τσάμπα γεύματα που σου έδιναν στην εστία».
Όταν μελετάς την Ιστορία σου εντοπίζεις πρόσωπα και καταστάσεις που τα νιώθεις, τα συναισθάνεσαι, ταυτίζεσαι κι έτσι κάπως η ιστορία γίνεται πιο δική σου.
Lucía Sánchez Saornil. Ισπανίδα ποιήτρια, ζωγράφος, αναρχική, ιδρύτρια των Mujeres Libres. Πέθανε στις 2 Ιούνη του 1970.
Τα πρώτα ερωτικά της ποιήματα για την γυναικεία ομορφιά τα έγραψε με το αρσενικό ψευδώνυμο Luciano de San-Saor και δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά, το 1918, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Los Quijotes». Θεωρούταν μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες του Ουλτρισμού, ενός avant-garde λογοτεχνικού κινήματος της εποχής, και μάλιστα η μόνη γυναίκα.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες της Ιβηρικής
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια
Τα πόδια στο έδαφος
Το πρόσωπο στο γαλάζιο του ουρανού.
Επιβεβαιώνοντας την υπόσχεση της ζωής
Παραβιάζουμε την παράδοση
Πλάθουμε τον ζεστό πηλό
Ενός νέου κόσμου που γεννιέται από τον πόνο.
Αφήστε το παρελθόν να εξαφανιστεί στο τίποτα!
Τι μας ενδιαφέρει για το χθες!
Θέλουμε να γράψουμε ξανά τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες του κόσμου
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια, μπροστά προς το φως.
*ποίημα της Lucía Sánchez Saornil, που έγινε ύμνο των Mujeres Libres
Έγινε αναρχική στη δεκαετία του ’20, ανέλαβε τον ρόλο της γραμματέας σύνταξης στη CNT της Μαδρίτης, και άρχισε τακτικά να δημοσιεύει άρθα στη «Tierra y Libertad», «La Revista Blanca» και «Solidaridad Obrera», καταδεικνύοντας τον κεντρικό ρόλο του φεμινισμού στην ταξική πάλη. Μετά από αυτη τις την δραστηριότητα ανάμεσα στους άντρες συναδέλφους της, συν-ίδρυσε το 1936, τις Mujeres Libres, μαζί με τη Mercedes Comaposada και την Amparo Poch y Gascon. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα ποιήματα της έγιναν λιγότερο λυρικά και περισσότερο πολιτικά και συλλέχθηκαν στο «Romancero de Mujeres Libres» (Μπαλάντες των Ελεύθερων γυναικών, 1937), όπως και πολλά από τα άρθρα της στο «Horas de Revolución» (Οι ώρες της Επανάστασης, 1938).
Στις σελίδες της Εργατικής Αλληλεγγύης τους τελευταίους μήνες του 1935, η Lucía Sánchez Saornil είχε ήδη εκφράσει στο γραμματέα της CNT, Mariano R. Vázquez, την πρόθεσή της να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο, φεμινιστικό όργανο, αφού ανέλυσε τη θέση των γυναικών στον αναρχοσυνδικαλισμό και εξέφρασε την ακλόνητη πεποίθησή της για την ανάγκη της γυναικείας συνεισφοράς στον ελευθεριακό αγώνα. Σε αυτή τη σειρά άρθρων, που φέρουν τον τίτλο «Το γυναικείο ζήτημα στους κύκλους μας», η Lucía ασκεί κριτική στην τάση που θεωρεί το γυναικείο ζήτημα ως ένα θέμα δευτερεύον και ήσσονος σημασίας, ενώ εκφράζει την απογοήτευσή της για τη στάση των ανδρών, αναρχικών συντρόφων.
Σε αυτά τα άρθρα η Lucía εκθέτει τις βασικές ιδέες της φεμινιστικής σκέψης, καταλήγοντας ότι το γυναικείο ζήτημα είναι απολύτως πρωτεύον, δεδομένου ότι σχετίζεται όχι μόνο με τη χειραφέτηση των γυναικών, αλλά και με τη συμβολή τους στο δημιουργικό, επαναστατικό έργο και την ανοικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Αυτές οι ιδέες προέρχονται κατά ένα μέρος από τις αντιλήψεις της για τη σεξουαλική διαφορά και κατά ένα άλλο από την πεποίθηση του γεγονότος ότι οι γυναίκες αποτελούν μια ειδική και ξεχωριστή κοινωνική ομάδα με συγκεκριμένα προβλήματα. Σε αυτή τη βάση, δεν προτείνει την άκριτη ενσωμάτωση της γυναίκας στα συνδικάτα, αλλά μια συνειδητοποίηση και εκπαίδευση που θα τη βάλει «σε θέση να κατανοήσει την ανάγκη αυτής της οργάνωσης». H Lucía επικρίνει τη θέση του Mariano Vázquez, υποστηρίζοντας ότι το να κατηγορεί κανείς τις γυναίκες για την ίδια τους τη δουλεία αντιστοιχεί σε μια ανδρική οπτική: «Έξω από το δικό μας στρατόπεδο είναι πολύ κατανοητό ότι ο άνθρωπος επιθυμεί να διατηρεί την ηγεμονία του και αισθάνεται ευχαριστημένος με το να έχει μια σκλάβα […] Αλλά εγώ δε μιλούσα για όλους τους ανθρώπους, μιλούσα αποκλειστικά για τους αναρχικούς […]. Ο εχθρός όλων των τυραννιών είναι υποχρεωμένος, αν θέλει να είναι συνεπής με τις ιδέες του, να ξεκινήσει να στοχεύει οποιοδήποτε δεσποτικό προνόμιο νιώθει να επιθυμεί και ο ίδιος». Ο αναρχικός, κι επιμένει ότι αναφέρεται στον αναρχικό, πρέπει να αναγνωρίζει τη γυναίκα ως ισότιμη, μιας και «το αντίθετο θα είναι μεν πολύ “ανθρώπινο” αλλά δε θα είναι αναρχικό […] Αναρχικό θα είναι να αφήσουμε τη γυναίκα να ενεργήσει προς όφελος της ελευθερίας της, χωρίς κηδεμονίες ή εξαναγκασμούς». Η Lucía Sánchez αντιλαμβάνεται έτσι ως πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία μιας αυτόνομης οργάνωσης των γυναικών γύρω από το περιοδικό. Οι Mujeres Libres θα γεννηθούν έτσι με σκοπό την εκπαίδευση και την ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου των γυναικών, συνθήκη ουσιαστική για τη χειραφέτησή τους όπως και για την επαναστατική συνειδητοποίησή τους και την ένταξή τους στον αναρχοσυνδικαλιστικό αγώνα.
Όπως έγραφε η Lucia Sanchez Saornil το 1935: «Πιστεύω ότι δεν είναι δουλειά των αντρών να καθορίσουν τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, όσο ανεβασμένος κι αν είναι στα μάτια τους. Ο αναρχικός τρόπος, επαναλαμβάνω, είναι να αφήσεις τη γυναίκα να δρα ελεύθερη, χωρίς καθοδήγηση ή επιβολή: να την αφήσεις να κινηθεί στην κατεύθυνση που της υπαγορεύουν οι κλίσεις και οι ικανότητες της».
Αναρχικές όπως η Amparo Poch y Gascon, Eulalia Prieto, Lucia Sanchez Saornil και Mercedes Comaposada, που η εμπειρία τους στην αναρχική πολιτική προερχόταν από την προσπάθεια οργάνωσης φτωχών γυναικών, συνειδητοποίησαν ότι ο αναρχισμός δεν μπορούσε να επιτύχει τους αντιεξουσιαστικούς του σκοπούς για αυτονομία των ανθρώπων, χωρίς να δώσει δύναμη στις φτωχές γυναίκες. Οι γυναίκες βασίστηκαν από μόνες τους στην αναρχική ιδεολογία για να καλλιεργήσουν στις άλλες γυναίκες το αίσθημα της αυτοπεποίθησης, να δημιουργήσουν παραιατρικούς θεσμούς, κέντρα φροντίδας των παιδιών και επαγγελματικής κατάρτισης μέσα στα αναρχικά κέντρα κάθε πόλης.
Σε μια αποκαλυπτική περίληψη των άρθρων της για το «γυναικείο ζήτημα» στο Solidaridad Obrera το 1935, η Lucia Sanchez Saornil, ιδρύτρια της Mujeres Libres, εξήγησε: «Σίγουρα, πιστεύω ότι η μόνη λύση στα σεξουαλικά προβλήματα των γυναικών βρίσκεται στο η λύση του οικονομικού προβλήματος. Στην επανάσταση. Τίποτα περισσότερο. Οτιδήποτε άλλο θα συνέχιζε μόνο την ίδια υποδούλωση με νέο όνομα.”
Η Lucia Sanchez Saornil, για παράδειγμα, απέρριψε τον ορισμό της κοινωνίας για τις γυναίκες αποκλειστικά ως μητέρες και υποστήριξε ότι αυτός ο ορισμός του ρόλου συνέβαλε στη συνεχιζόμενη υποταγή των γυναικών”: Η έννοια της μητέρας απορροφά το καπέλο της γυναίκας, η λειτουργία εκμηδενίζει το άτομο.”
Saornil,
Τον Μάιο του 1938, έγινε γενική γραμματέας της Solidaridad Internacional Antifascista (SIA) και αργότερα εκδότρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Umbral» (Κατώφλι), στην οποία και γνώρισε τον σύντροφό της América Barroso. Μετά τη νίκη του Φράνκο, έφυγαν για το Παρίσι, αλλά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν παράνομα στην Ισπανία μετά τη ναζιστική εισβολή στη Γαλλία.
ΚΑΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΜΦΥΛΗ ΒΙΑ
Η Λ. και το παιδί της έχουν κακοποιηθεί επανειλημμένα από τον πρώην σύντροφο και πατέρα του παιδιού της. Η Λ., ενώ έχει προσωρινή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην την πλησιάζει στα 100μ. και ενώ αυτός παραβιάζει διαρκώς την απόφαση, καλεί την αστυνομία και αυτή δεν εμφανίζεται καν. Ο κακοποιητής της απειλεί καθημερινά τη ζωή της ίδιας και του παιδιού της, ενώ σε 7 μηνύσεις που έχει κάνει εναντίον του δεν έχει γίνει ποτέ η αυτόφωρη διαδικασία, όπως προβλέπεται.
Μετράμε ήδη 19 γυναικοκτονίες και η αστυνομία συγκαλύπτει τους κακοποιητές και τους γυναικοκτόνους. Κράτος, αστυνομία και θεσμοί συγκαλύπτουν τους κακοποιητές.
Δε θα αφήσουμε όμως καμία γυναίκα μόνη της! Θα σταθούμε η μία δίπλα στην άλλη υλικά και ηθικά! Καμία γυναίκα δε θα αφεθεί στο έλεος των κακοποιητών της!
Στο επερχόμενο δικαστήριο για την οριστικοποίηση των ασφαλιστικών μέτρων την Τετάρτη 8 Ιούνη, θα σταθούμε δίπλα της και θα είμαστε πολλοί!
ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΜΑΣ
Τους τελευταίους μήνες βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συνολική αύξηση του κόστους ζωής η οποία σηματοδοτεί μια έμμεση μείωση στους μισθούς και τις συντάξεις και δημιουργεί πραγματικό ζήτημα επιβίωσης για τους ανθρώπους των κατώτερων τάξεων. Νέες ανατιμήσεις σε μια σειρά βασικών ειδών, όπως τα τρόφιμα· τεράστιες αυξήσεις στους λογαριασμούς του ρεύματος και στα καύσιμα· ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων της υγείας και της παιδείας· αύξηση της ανεργίας και θεσμοθέτηση του εργασιακού μεσαίωνα· πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας· παράδοση του φυσικού κόσμου στα χέρια των επιχειρηματικών ομίλων. Αυτές είναι μόνο μερικές από τις πτυχές που συνθέτουν την σημερινή πραγματικότητα και σηματοδοτούν την επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου σε βάρος μας.
Όσο και αν οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ προσπαθούν να παρουσιάσουν την ακρίβεια ως «φυσικό φαινόμενο», η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Το νέο κύμα ακρίβειας και όσα αναφέρονται παραπάνω δεν έρχονται σε κενό χρόνο. Εδώ και χρόνια βιώνουμε μια συνολική και βαθιά κρίση του συστήματος, η οποία έγινε εμφανής σε όλους με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του ’08. Είναι προφανές, ότι σε περιόδους κρίσης, οι κυρίαρχοι εντείνουν την επίθεσή τους σε βάρος της κοινωνίας με σκοπό να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους και να επιστρέψουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Έτσι, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας διαρκούς φτωχοποίησης της κοινωνικής βάσης, η οποία αποτυπώνεται τόσο στη μείωση των μισθών, την αύξηση της ανεργίας και την ακρίβεια, όσο και στην μετατροπή κάθε κοινωνικού αγαθού σε προνόμιο των λίγων προνομιούχων.
Η περίοδος της πανδημίας λειτούργησε ως επιταχυντής της κρίσης. Μιας κρίσης που αναμένεται να λάβει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις το αμέσως επόμενο διάστημα. Τα τελευταία δύο χρόνια, το κράτος όχι απλά διαχειρίστηκε με εγκληματικό τρόπο την πανδημία, έχοντας την ευθύνη για χιλιάδες θανάτους, αλλά βρήκε και την καλύτερη ευκαιρία προκειμένου να περάσει μια σειρά αντικοινωνικών νόμων μέσω των οποίων επιχείρησε να άρει κάθε κοινωνική κατάκτηση, επεκτείνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις (νομοσχέδιο για το νέο Ε.Σ.Υ, νόμοι για την παιδεία κ.α) και τσακίζοντας κάθε αγώνα που εναντιώνεται σε αυτά τα σχέδια. Σήμερα, φαίνεται για ακόμη μια φορά πως, σε αντίθεση με όσα μας λένε, η υγειονομική κρίση πλήττει κατά κύριο λόγο την τάξη μας, καθώς εμείς είμαστε που χάνουμε τη ζωή μας στα υποστελεχωμένα νοσοκομεία, εμείς είμαστε που καλούμαστε να σηκώσουμε για ακόμα μια φορά στις πλάτες μας τα απότοκα της πανδημίας.
Την ίδια στιγμή, καταλαβαίνουμε όλοι πως άμεση σχέση με όλα τα παραπάνω έχει και ο πόλεμος που διεξάγεται το τελευταίο διάστημα στην Ουκρανία. Αν και το νέο κύμα ακρίβειας έχει την αφετηρία του μήνες πριν την έναρξη του πολέμου, είναι σίγουρο ότι η στρατιωτική σύγκρουση οδηγεί σε μια κατακόρυφη αύξηση των τιμών, σε μια συνολική αύξηση του κόστους ζωής. Ο πόλεμος αυτός, που είναι προϊόν των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και της προσπάθειας τόσο της Ρωσίας όσο και της Δύσης (συμπεριλαμβανομένου του Ουκρανικού κράτους) να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους και να ελέγξουν τα ενεργειακά περάσματα και τους πόρους της περιοχής, το μόνο που έχει να προσφέρει στους λαούς είναι περισσότερη φτώχεια και θάνατος. Η «ενεργειακή κρίση», για την οποία τόσο πολύ ακούμε το τελευταίο διάστημα, δεν είναι γενικά και αόριστα απότοκο του πολέμου. Είναι προϊόν του ίδιου του συστήματος και της στρατηγικής της «απελευθέρωσης» της ενέργειας και της «πράσινης μετάβασης» που εφαρμόζεται σε παγκόσμιο επίπεδο προκειμένου να πλουτίσουν οι πολυεθνικές της ενέργειας. Ο πόλεμος απλά γιγαντώνει το πρόβλημα και το καθιστά πιο εμφανές από ποτέ.
Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, δεν έχουμε παρά να συνειδητοποιήσουμε πως είναι η ώρα να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Αναγνωρίζοντας πως δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από επίδοξους σωτήρες οι οποίοι υπόσχονται πως θα λύσουν τα προβλήματα μέσα από τον δρόμο του κοινοβουλίου, οφείλουμε να προτάξουμε τους οριζόντιους αγώνες, την συλλογικοποίηση και την αλληλεγγύη. Μέσα από πρωτοβουλίες αγώνα και λαϊκές συνελεύσεις, μέσα από την οργάνωση και τον αγώνα στους χώρους δουλειάς, στις σχολές και σε κάθε κοινωνικό πεδίο, μέσα από τη δημιουργία δομών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, μπορούμε και πρέπει να μπλοκάρουμε τα σχέδια τους και να οργανώσουμε την αντεπίθεσή μας. Στον ταξικό πόλεμο που διεξάγεται οφείλουμε να διαλέξουμε πλευρά και να πάρουμε θέση, ως κομμάτι των εκμεταλλευόμενων, των φτωχών, των εργαζομένων και των αποκλεισμένων.
ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΞΙΚΑ ΜΑΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ
«Η παρατεταμένη κηδεμόνευση της δράσης και της σκέψης μας, μας έχει κάνει αδύναμους και ανεύθυνους…Όταν αισθανόμαστε αδύναμοι, αναζητούμε τη σωτηρία στη δύναμη ενός άλλου· όταν είμαστε φοβισμένοι και δεν τολμάμε να κουνήσουμε τα χέρια μας για να σφυρηλατήσουμε τη μοίρα μας, τότε την εμπιστευόμαστε στα χέρια ενός άλλου».
Ρούντολφ Ρόκερ
Στις 18 Μαΐου επιστρέφουν μετά από τρία χρόνια, λόγω πανδημίας, οι φοιτητικές εκλογές, οι οποίες θα αναδείξουν τα νέα Διοικητικά Συμβούλια στις σχολές. Εδώ και αρκετές ημέρες, οι πολιτικές δυνάμεις και οι παρατάξεις που δραστηριοποιούνται μέσα στις σχολές έχουν ξεκινήσει μια προεκλογική εκστρατεία μέσω της οποίας στοχεύουν να πείσουν τον κάθε φοιτητή και την κάθε φοιτήτρια να ψηφίσουν την εκάστοτε παράταξη και να της δώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες έδρες στα νέα Δ.Σ που θα προκύψουν.
Έπειτα από απουσία τριών ετών, φέτος από τις 26 ως τις 28 Μαΐου ο αυτοδιαχειριζόμενος χώρος Επί Τα Πρόσω πραγματοποιεί –για έκτη φορά στα εννέα χρόνια παρουσίας του στην πόλη της Πάτρας– το Φεστιβάλ Αναρχικού Βιβλίου. Επί τη ευκαιρία αυτού, λοιπόν, θεωρούμε πως αρμόζει να μιλήσουμε για τη σημασία του βιβλίου σε μια εποχή που δεν δείχνει να διαθέτει χώρο για αυτό, καθώς και για τη σημασία του πολιτικού χαρακτήρα της λογοτεχνίας σε ένα εκδοτικό κατεστημένο που προσπαθεί με κάθε τρόπο να την απογυμνώσει από αυτόν.
Κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια, προκειμένου να προσδιορίσω αυτό που λέμε ελεύθερη έκφραση. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, αποκτά στην πραγματικότητα διαφορετική μορφή σε μια εξοντωτική καθημερινότητα η οποία λειτουργεί μέσω μηχανισμών καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Ανάλογα με την εποχή και με το τι αυτή θεωρεί επιτυχημένο και επικερδές, ανακυκλώνει τους δημιουργούς, αναπαράγει τα «είδωλα» και το lifestyle, καλουπώνεται σύμφωνα με τα καπιταλιστικά δεδομένα, επηρεάζει το εναλλακτικό κοινό και διαμορφώνεται βάσει του προκαθορισμένου βιομηχανοποιημένου προϊόντος. Συνεπώς, κατά πόσο λοιπόν η έκφραση μας, θεωρείται όντως ελεύθερη; Ακολουθώντας τη συγκεκριμένη πορεία και η hip hop κουλτούρα, ξεκίνησε ως μία μουσική από τα κάτω και εντέλει κατέληξε να είναι άλλη μια μορφή τυποποιημένης έκφρασης μέσω εμπορευματικών σχέσεων. Αγνοώντας το μέχρι τότε αντιρατσιστικό του στοιχείο, ακολούθησε μία στάση κάπως απολιτίκ, ακίνδυνη και καιροσκοπική, σε αρκετές περιπτώσεις σεξιστική και ομοφοβική, θέλοντας τον MC να διαχωρίζεται από τον ακροατή μέσω του διδακτισμού του και αναπαράγοντας ολοένα και περισσότερο το σταριλίκι και την αυτοπροβολή. Η μαχητικότητα που κατείχε στο παρελθόν, πήρε μια μορφή θεάματος και καθαρής εκμετάλλευσης από μαγαζάτορες που κέρδισαν χρήματα, προβάλλοντας με ασφαλή τρόπο τη ζωή στο δρόμο και αντλώντας υπεραξία από τα προσωπικά βιώματα άλλων. Από την άλλη, ο εκφραστής της συγκεκριμένης κουλτούρας που κρατούσε το μικρόφωνο, απέκτησε ένα πιο mainstream ύφος, με σκοπό να προσεγγίσει, να επηρεάσει και να κατευθύνει το κοινό του. Οι ματσό συμπεριφορές, η ναρκοκουλτούρα, τα κανιβαλικά στιχάκια και οι ραπάδες που μας την είδανε dealers και μαχαιροβγάλτες, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα προτάγματα κινηματικών συγκροτημάτων. Για εμάς δεν είναι απλώς κάτι το ξένο ή κάτι που μας χαλά την αισθητική, αλλά είναι κάτι που στεκόμαστε ορθά απέναντι του. Γιατί το hip hop έχει βαθιές πολιτικές ρίζες και παίρνει έμπρακτα μέρος στον πόλεμο, διατηρώντας την ταξική του θέση. Γι’ αυτό και επιμένουμε τόσο, που κάποιος μπορεί και να μας χαρακτήριζε εμμονικούς.
Πέρασαν δυο χρόνια από τον Απρίλη 2020, όταν ο φασίστας δήμαρχος άρπαξε την ευκαιρία του lockdown και έκανε αυτό που δε μπορούσε υπό κανονικές συνθήκες: διέκοψε την παροχή της Κρύας Βρύσης από τα μισά και παραπάνω σπίτια κάνοντας το πρώτο βήμα προς την απομόνωσή της. Το δεύτερο και τελικό θα ήταν η ολοκληρωτική απομόνωσή της που επιχειρήθηκε τρεις φορές μέσα στο καλοκαίρι 2020 αλλά έμεινε στο επίπεδο του σχεδιασμού. Η δυναμική στάση των κατοίκων , η πραγματοποίηση 20 πολιτιστικών εκδηλώσεων μέσα σε ενάμιση μήνα και η μόνιμη παρουσία αλληλέγγυων δεν άφησαν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας της απέναντι πλευράς για μια επιτυχημένη επιχείρηση. Παράλληλα με την ίδια δυναμική διώξαμε τον δήμαρχο τις δυο φορές που μπήκε στο χωριό το ίδιο καλοκαίρι με συνοδεία ένα λεφούσι αστυνομικών, κρατικών, ιδιωτικών (μπράβων), και δημοτικών σε μια προσπάθεια να φοβίσει και να κάνει επίδειξη κυριαρχίας. Πρόλαβε ωστόσο να κλειδώσει τα δύο κοινοτική κτήρια μέσα από τα οποία εκπορεύονταν όλη η πολιτιστική δραστηριότητά μας, δεμένη με τον αγώνα του νερού, αντιφασιστική και αντιρατσιστική, με πλήρη αυτονομία και αυτοδιαχείριση. Έκτοτε, παρά το γεγονός ότι μπαίνει ελεύθερα σε όλα τα χωριά που ανήκουν στον δήμο Βόλου, δεν τόλμησε να πατήσει το πόδι του στις Σταγιάτες.
«Ήρθε η ώρα να πληρωνόμαστε για ότι δουλεύουμε. Την ίδια στιγμή που Cosco και Dport αυξάνουν τα κέρδη τους με τον δικό μας ιδρώτα και τους δικούς μας τραυματισμούς και επαγγελματικές ασθένειες, αρνούνται προκλητικά να αποτυπώσουν στους μισθούς μας και να αποδοθούν τα νυχτερινά, οι αργίες και τα σαββατοκύριακα πετώντας στους εργαζόμενους ένα ξεροκόμματο που βάφτισαν γενναία και μεγάλη αύξηση που δεν φτάνει ούτε για δυο καφέδες. Μήπως επειδή οι κύριοι δουλεύουν μόνο καθημερινές και τις αργίες είναι στο σπιτάκι τους, νομίζουν ότι κι εμείς κάνουμε το ίδιο; Τα ψέματα έχουν τελειώσει προ πολλού και η οργή μας για τον εμπαιγμό της εργοδοσίας όλο αυτό το διάστημα έχει βαρέσει κόκκινα. Είμαστε αυτοί που όλο αυτό το διάστημα κάνουμε προσπάθειες να υπογραφεί ΣΣΕ που θα την ψηφίσουν όλοι οι εργαζόμενοι και θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας ανάγκες.» από την ανακοίνωση του σωματίου της ΕΝΕΔΕΠ 15 Απριλίου 2022
Δευτέρα 25 Οκτώβρη: Είναι λίγο μετά τις 4 το απόγευμα. Η είδηση για τον φριχτό θάνατο του Δημήτρη Δαγκλή κάνει τον γύρο του λιμανιού, σημαίνοντας συναγερμό. Οι πάντες παγώνουν. Σταματούν τα πάντα κάθε εργασία στο λιμάνι και ειδοποιούν και τους εκτός βάρδιας, αλλά και τους δικούς τους, φίλους, συγγενείς, όσους μπορούν. Οι εργάτες συγκεντρώνονται στον Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων, μπροστά από τα κτίρια της εταιρείας, θρηνώντας τον νεκρό συνάδελφό τους, με την οργή και την αγανάκτηση να ξεχειλίζουν μιας και καταλαβαίνουν όλοι πως ο καθένας θα μπορούσε να είναι στη θέση του Δημήτρη με την ολοένα και μεγαλύτερη εντατικοποίηση της εργασίας την απουσία μέτρων προστασίας και τις απειλές της εργοδοσίας.