Στις 15 Μάη 1985 πέφτει νεκρός μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών με μπάτσους ο αναρχικός αντάρτης πόλης Χρήστος Τσουτσουβής, μέλος της Αντικρατικής Πάλης.

σε θέση μάχης*

Στις 15.5.1985 έπρεπε να μετακινηθούν δύο μοτοσυκλέτες που είχαν αφεθεί πριν μία εβδομάδα στην περιοχή Γκύζη προς Πολύγωνο. Επί της Αμφίκλειας η μία -ένα ΧΤ-, στην παράλληλη οδό -Λυκαίου νομίζω- η άλλη.

Την ευθύνη της μετακίνησης ανέλαβε ομάδα τριών ατόμων.

Οι μηχανές είχαν απαλλοτριωθεί περίπου δύο μήνες νωρίτερα με σκοπό να χρησιμοποιηθούν τον Απρίλη σε μία ενέργεια που ματαιώθηκε.

Είχαν φροντιστεί ώστε τίποτα πάνω τους να μην προκαλεί υποψίες ότι είναι κλεμμένες. Έφεραν πινακίδες υπουργείου με τις ανάγλυφες σφραγίδες που αντιστοιχούσαν σε ίδιου τύπου υπαρκτές μηχανές, κλειδαριές κανονικές κ.λ.π.

Οι τρεις σύντροφοι Χ, Ψ, Ζ μεταφέρθηκαν στην Αμφίκλειας με όχημα του οποίου την ευθύνη είχε ο Ζ. Αφού κατόπτευσαν τον χώρο και τα πέριξ, οι Χ και ψ κατέβηκαν από το όχημα, διακόσια μέτρα μακριά από τη μηχανή, προκειμένου να κάνουν μία τελευταία κατόπτευση του χώρου και να την πάρουν.

Ο Ζ κατευθύνθηκε με το όχημα στο σημείο όπου θα τη μετέφεραν, στην Κεδρηνού, στα όρια Γκύζη – Αμπελοκήπων. Θα περίμενε την άφιξη των Χ και Ψ, θα τους παραλάμβανε για να τους πάει στην άλλη μηχανή για να μετακινηθεί κι αυτή. Ο Ζ έφτασε στην Κεδρηνού και στάθμευσε κοντά στο νέο σημείο που θα τοποθετούσαν τις μηχανές.

Ο Ζ είχε στο αυτοκίνητο δέκτη που παρακολουθούσε τις επικοινωνίες ασυρμάτου της Άμεσης Δράσης ή της Ασφάλειας. Όχι ταυτόχρονα αλλά με χειροκίνητη εναλλαγή. Η ομάδα των τριών δεν είχε ενδοεπικοινωνία με ασυρμάτους ή άλλον τρόπο. Σε αυτή τη διαδρομή είχε τον δέκτη στην Ασφάλεια. Φθάνοντας, τον γύρισε στην Άμεση Δράση. Σε λίγα λεπτά άκουσε το κέντρο της ΑΔ αναστατωμένο να στέλνει πολλά περιπολικά στην Αμφίκλειας, με μόνη διευκρίνιση ότι υπήρχε “σοβαρό επεισόδιο”. Αμέσως άφησε το αυτοκίνητο για να μην εγκλωβιστεί στον κλοιό που θα δημιουργούσαν. Ένοπλος και πεζός κατευθύνθηκε προς το σημείο της εμπλοκής, σχεδόν τρέχοντας. Η απόσταση σε ευθεία είναι γύρω στα επτακόσια μέτρα. Στα διακόσια μέτρα είδε τον Ψ να έρχεται με βάδισμα ταχύ. Είχε το δεξί του χέρι στην κοιλιά κι όταν πλησίασε είδε το πουκάμισό του, από το στήθος και κάτω, μες τα αίματα. Ήταν καλοκαιρινή η μέρα και το πουκάμισο ανοιχτόχρωμο, και τα αίματα φαίνονταν έντονα, γι’ αυτό είχε το χέρι στην κοιλιά αλλά και για να κρατά καλυμμένο το 45άρι που είχε στη ζώνη του, χωρίς θήκη, και το 38άρι special του Χ. Αφού απάντησε ότι αυτός είναι καλά, είπε: “Φεύγουμε! Θα μας κλείσουν όπου να ‘ναι! Ο Χ (Μάστορας το παρανόμι του) χτυπήθηκε αλλά είναι ζωντανός, θα τον πάρουμε, θα τους γαμήσουμε… κλπ”. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο ο Ψ δεν ηρεμούσε. Έβριζε τον Χ. “Τους άφησε να τον πιάσουν. Περίμενα ν’ ακούσω τους πυροβολισμούς. Δεν έριξε”.

Ο Ζ κατευθύνθηκε προς Πανόρμου να κάνει τον κύκλο από Ψυχικό προς Γαλάτσι, Άνω Κυψέλη και Αντιόπης απ’ όπου είχαν ξεκινήσει για την επιχείρηση. Κατά τη διαδρομή παρακολουθούσε τις εντολές του Κέντρου και τις αναφορές στον Αρχηγό. Άκουγε για τα μπλόκα αλλά λίγες αναφορές περιπολικών λόγω αδυναμίας των ασυρμάτων τους. Ο Ψ ήταν σε επιθετική έξαψη. Το αίμα του Χ που του είχε λούσει το πουκάμισο μύριζε φρέσκο αίμα. Έβριζε τους μπάτσους που είχε πυροβολήσει, μιλούσε στον Χ σε πρώτο πρόσωπο, τον κατσάδιαζε… Σχεδόν δεν παρακολουθούσε τον ασύρματο, ούτε τον Ζ που τον ρωτούσε για κρίσιμα ζητήματα προσπαθώντας να τον προσγειώσει, γιατί ακόμα δεν είχε εξασφαλιστεί η διαφυγή τους.

Φθάνοντας σχεδόν στον προορισμό τους, ο Ζ άκου-σε στον ασύρματο την αναφορά του Κέντρου στον Αρχηγό. “Ο δράστης μεταφέρεται με περιπολικό αλλά είναι ήδη νεκρός… Οι συνάδελφοι έχουν ήδη μεταφερθεί, εν ζωή. Οι δυνάμεις έχουν αποκλείσει την ευρύτερη περιοχή και κάνουν αναζητήσεις και ελέγχους”. Όμως οι ψ και Ζ ήταν πλέον έξω από τον κλοιό.

Ακούγοντας την αναφορά, πριν ακόμα κατέβουν από το αυτοκίνητο, ο Ζ. στράφηκε προς τον σύντροφό του ερωτηματικά. Ο Ψ συνέχιζε το παραμιλητό κι έδειχνε να μην άκουσε τίποτα. Και ξαφνικά άρχισε να ουρλιάζει σχεδόν: “Λένε ψέματα, να πα να γαμηθούν, τον άφησαν να πεθάνει, θα τους γαμήσουμε… κλπ”.

Ανέβηκαν τις σκάλες να μπουν στο σπίτι από όπου είχαν ξεκινήσει. Ο τρίτος συγκάτοικος των Χ. Ψ, και σύντροφος, έλειπε μέρες σε ταξίδι. Δεν είχε εμπλακεί καθόλου με τις μηχανές. Ο Ψ πέταξε τα όπλα, που κι αυτά ήταν μες στα αίματα, στον καναπέ κι έτρεξε στο ντους. Εκεί συνέχισε να κατηγορεί τους μπάτσους, και μεταξύ των “θα τους γαμήσουμε” άρχισε να λέει για απαγωγή που θα έκαναν για να απελευθερώσουν τον σύντροφό τους. Όταν όμως θυμόταν ότι μόλις προ ολίγου είπαν ότι είναι νεκρός, πάλι έβριζε που τον άφησαν να πεθάνει. Ο Ζ είχε τακτοποιήσει τα όπλα, είχε στύψει πορτοκάλια κι είχε έτοιμο καφέ.

Ο Ψ βγήκε από το μπάνιο και χύθηκε στον καναπέ. Το παραμιλητό και η έξαψη είχαν φύγει εντελώς. Ήπιε αμίλητος μονορούφι το πορτοκάλι κι άναψε τσιγάρο.

Ο Ζ κάθισε απέναντί του, άναψε κι αυτός τσιγάρο, κοιτάζοντάς τον κατάματα. Είδε τον γνωστό του Ψ και του είπε: “Για λέγε…”

Και είπε: “Κάναμε μια βόλτα στο δρόμο μη και δούμε κάτι. Δεν είδαμε και πήγαμε στη μηχανή. Την ξεκλείδωσα και πήγα να τη βάλω μπρος. Ενώ είχε ρεύμα και βενζίνη, τίποτα… Άρχισα να ψάχνω γιατί. Ήμουν σκυμμένος προς τον τοίχο αφού η μηχανή ήταν στη βάση του. Ο Χ ήταν δυο μέτρα πίσω μου, στην άκρη του δρόμου ή στο πεζοδρόμιο. Περισσότερο πρόσεχε εμένα παρά τον περίγυρο. Όπως συνήθιζε. Τότε παρατηρώ ότι λείπει το μπουζί αλλά ο υποδοχέας του είναι στη θέση του. Σαλτάρω, αλλά ταυτόχρονα ακούω ν’ ανεβαίνει την ανηφόρα της Αμφίκλειας, γκαζαριστό αυτοκίνητο. Η απόσταση από την Καστριώτου που το πρωτοάκουσα δεν είναι παρά εξήντα-εβδομήντα μέτρα. Σταματάει δίπλα μας, ανοίγουν πόρτες και περιμένω ν’ ακούσω πυροβολισμούς. ‘Αστυνομία! Ακίνητοι!’ Τότε στρέφω κι εγώ κι ακούω τον Χ να τους ανταπαντά ‘Στ’ αρχίδια μου’ ή κάτι τέτοιο, ενώ προσπαθούν να τον ακινητοποιήσουν. Βλέπω ένα γομάρι να προσπαθεί να του πιάσει τα χέρια κι ο άλλος πέφτει πάνω μου. Τότε τον πυροβολώ εξ επαφής στην κοιλιά και πέφτει. Πυροβολώ και τον άλλον που ο Χ τον έχει σπρώξει και πέφτει, κι ο Χ πυροβολεί τον οδηγό που έχει βγει. Είναι στην άλλη πλευρά του αυτοκινήτου από μένα, έχει καλυφθεί στην ανοιχτή πόρτα του και πέφτει κι αυτός. Δεν αντιλήφθηκα ότι κι ο οδηγός πυροβολούσε ταυτόχρονα, δεν είχα καλή ορατότητα προς το μέρος του. Από την απέναντι πλευρά του οδηγού έχω κολλήσει γονατιστός στο αυτοκίνητο… Δεν πυροβολεί κανείς και προσπαθώ ν’ αλλάξω γεμιστήρα. Περιμένω να ακούσω κάτι από τον Χ αλλά δεν ακούω. Μόνο τους μπάτσους ακούω που θυμήθηκαν ότι έχουν μανάδες και παιδιά και τους επικαλούνται για βοήθεια. Στρέφω προς τη μεριά της Αμφίκλειας και βλέπω τον Χ να απομακρύνεται με ένα παράξενο κι ακανόνιστο βήμα. Τρέχω και τον προλαβαίνω πριν στρίψει από την Καστριώτου προς τη Λυκαίου. Κρατά στο δεξί του χέρι περίστροφο. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω, σταματάει. Είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Μου δείχνει το όπλο, πατάει επανειλημμένα τη σκανδάλη και πέφτοντας πάνω μου, αφού τον έχω αγκαλιάσει από τη μέση, μου ψιθυρίζει: ‘… άδειο, … άδειο’. ‘Θα σε κουβαλήσω, θα φύγουμε, μπορείς!’ του φωνάζω, αλλά δεν με ακούει μάλλον. Συγκρατώ πια όλο το βάρος του πάνω μου, το πουκάμισό μου μουσκεύει στο αίμα του, και θα πέσουμε κι οι δυο. Τον ακουμπάω στο πεζοδρόμιο, παίρνω το όπλο του κι όπως έχω απομακρυνθεί δέκα μέτρα ακούω πίσω μια φωνή να με μαλώνει: ‘Βρε! Δεν ντρέπεσαι, βρε! Πάρε το παιδί, βρε! Πού το αφήνεις;’ Κοκαλώνω. Στρέφοντας βλέπω στο υπερυψωμένο μπαλκονάκι-κεφαλόσκαλο της μονοκατοικίας που είναι πεσμένος ο Χ, μια γιαγιά. Της λέω κάτι του τύπου Ειδοποίησα, έρχονται τώρα σύντροφοι να τον πάρουν για νοσοκομείο’. Με κοιτάζει δύσπιστα, ακούω σειρήνες που έρχονται, φεύγω τρέχοντας”.

*Θέλουμε εδώ να επαναλάβουμε πως αυτό το κεφάλαιο περιέχει αφηγήσεις παλιών συντρόφων/ισσών, έτσι όπως τις άκουσαν “από πρώτο χέρι”, από συντρόφους που έζησαν τα γεγονότα της Μάχης του Γκύζη. Έχουμε πλήρη πεποίθηση πως η αφήγηση είναι ακριβής»

 [Απόσπασμα από το βιβλίο “ΕΝΑΣ – ΤΡΕΙΣ, σαράντα χρόνια από την μάχη του Γκύζη“, εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου, 2025, σ. 15]

Leave a Reply