Μια συζήτηση με τη Μαρία Μπουσδέκη, αρχιτέκτων μηχανικό και συγγραφέα των βιβλίων «Gentrification και εκτοπισμός. Μια μελέτη και μερικές σκέψεις για το τι συμβαίνει στις γειτονιές μας» [2024]  & «Gentrification στην Πάτρα;» [2025] που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Δυσήνιος Τύπος [*].

Ξεκινώντας αυτή τη συζήτησή μας θεωρώ χρήσιμο ν’ αναφερθείς αρχικά στους λόγους που σε ώθησαν έτσι ώστε να ασχοληθείς ερευνητικά με το ζήτημα του gentrification, με τη εξευγενοποίηση των σύγχρονων πόλεων που σταδιακά έχει μεταμορφώσει, ή ακριβέστερα παραμορφώσει τα ιστορικά κέντρα και τις γειτονιές, τη φυσιογνωμία τους και την ανθρωπογεωγραφία των κατοίκων τους.

Η έρευνα για το gentrification ξεκινά το μακρινό 2016 στα χρόνια των σπουδών μου, τότε που τα παραδείγματα gentrification στον ελλαδικό χώρο ήταν μικρά και μεμονωμένα -αν και όχι αμελητέα (Γκάζι, Πλάκα κ.ο.κ.). Η έρευνα ξεκίνησε κάπως τυχαία. Με ενδιέφερε περισσότερο να ψάξω και να βρω τη σχέση του χώρου με την κοινωνία και την οικονομία συνολικά. Το gentrification όπως εκφράστηκε από τις απαρχές του τη δεκαετία του 1970 στα γκέτο της Αμερικής μου φάνηκε το πιο καθαρό παράδειγμα για το πως συνομιλεί η ανάγκη για κίνηση του κεφαλαίου με την διαμόρφωση του χώρου και την πολιτική διαχείριση.

Έτσι ξεκίνησε η μελέτη του φαινομένου πιο πολύ επικεντρωμένη στα παραδείγματα της Αμερικής και της Αγγλίας και καθόλου περιμένοντας να εκφραστεί κι εδώ με τον τρόπο που εκφράστηκε κάποια χρόνια αργότερα.

Γενικά, το gentrification είναι ένα πολύ ορατό παράδειγμα για να περιγράψουμε αυτή τη σύνδεση. Από το γενικό πλαίσιο της κίνησης του παγκόσμιου κεφαλαίου και την ανάγκη μετασχηματισμού των πόλεων μέχρι το ειδικό των μικροκεφαλαίων που ενεργοποιούνται κατά τη διαδικασία, το gentrification κάνει παραπάνω από σαφές πως ο χώρος -είτε σχεδιάζεται είτε διαμορφώνεται μοιραία από τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις- καθορίζεται από την οικονομία. Ταυτόχρονα, η καλή λειτουργία της οικονομίας προϋποθέτει καλή λειτουργία της κοινωνίας. Έτσι, ο χώρος καλείται να εξυπηρετήσει την πολιτική διαχείριση των πληθυσμών για την εύρυθμη αυτή λειτουργία αλλά και να διαμορφωθεί με τρόπο τέτοιο που να αναπαράγει και τις κοινωνικές σχέσεις.

Όλα αυτά φαίνονται με τον πιο εμφατικό τρόπο στην υπόθεση του gentrification και -για μένα-ήταν το απτό παράδειγμα για να τα συνειδητοποιήσω. Φυσικά, κάποια χρόνια πριν υπήρχε και μια εκτεταμένη συζήτηση σε συλλογικά σχήματα του κλάδου για τις μετακινήσεις πληθυσμών σε περιοχές όπως το Μεταξουργείο με το ταυτόχρονο άνοιγμα πολλών μαγαζιών διασκέδασης. Υπήρχαν, δηλαδή, μικροαναφορές -σε σχέση με αυτό που συμβαίνει σήμερα- και ζυμώσεις σχετικά.

Το πρώτο βιβλίο σου ξεκινάει γράφοντας:  Ας αφιερωθεί αυτή η έκδοση σε όλα εκείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν σε γειτονιές που δεν αναγνωρίζουν πια, λίγο πιο πολύ σε εκείνα τα παιδιά που πρωτοπερπάτησαν στους δρόμους των Εξαρχείων… Διαβάζοντας το δεύτερο μέρος του γίνονται κατανοητοί οι λόγοι αυτής της επιλογής σου και νομίζω ότι έχει την αξία του να μάς πεις και εδώ κάτι για αυτούς. 

Τα Εξάρχεια, όπως τα βίωσα σαν έφηβο κορίτσι, την περίοδο 2008-2009 που τα γνώρισα μου προσέφεραν μια μαγεία. Μου άνοιξαν έναν κόσμο όπου ένιωθα ελεύθερη, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ήταν πολύχρωμα, είχαν ζωντάνια, πολλή μουσική και παιδιά της ηλικίας μου. Σχηματίζαμε μεγάλες παρέες στη Βαλτετσίου, αφού περνούσαμε από την πλατεία να χαιρετίσουμε, ερωτευτήκαμε, βγήκαμε ραντεβού, χτυπηθήκαμε σε ραπ και πανκ συναυλίες. Ο δημόσιος χώρος ούρλιαζε για ανάγκη από ζωντάνια, νιότη, αγωνία και έκφραση. Έτσι τα γνώρισα εγώ τα Εξάρχεια και νομίζω και πολλοί ακόμα. Μέχρι που ήρθε η μαύρη περίοδος 2015-2019. Μια περίοδος που στα Εξάρχεια, που στο εφηβικό μου μυαλό ήταν το μόνο μέρος της γης που μπορούσα να είμαι ακριβώς όπως ήθελα, ξαφνικά χρειαζόμουν τη συνοδεία κάποιου φίλου για να κυκλοφορήσω. Αργότερα ήρθαν οι μπάτσοι, ο δημόσιος χώρος εξαφανίστηκε, σταδιακά τα μαγαζιά γέμισαν και οι τουρίστες παρελαύνουν.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως -εντάξει- υπάρχει μια νεοφιλελεύθερη πολιτική για τον χώρο που αλλάζει άρδην την ίδια την πόλη και τη φυσιογνωμία της και αυτό έχει κινητήριο δύναμη το κέρδος. Αλλά τα Εξάρχεια ποτέ δεν ήταν απλά μια γειτονιά. Τα Εξάρχεια, για πολλούς από εμάς, ήταν η μόνη διέξοδος και ο μόνος τρόπος να γίνουμε οι άνθρωποι που ονειρευόμαστε. Δε θέλω να ρομαντικοποιήσω τις γειτονιές γιατί φυσικά δεν είναι καν τα Εξάρχεια, αλλά οι άνθρωποι που πέρασαν, οι αγώνες που γεννήθηκαν, οι χώροι που άνοιξαν και λειτούργησαν ως απελευθερωμένοι χώροι και τόσα άλλα. Αλλά όπως όλα αυτά εδαφικοποιήθηκαν εκεί έτσι και, αντιστρόφως, τα Εξάρχεια έγιναν το σύμβολο όλων αυτών. Και είναι και αυτό στόχος της εν εξελίξει διαδικασίας gentrification που συντελείται τα τελευταία χρόνια.

Και είναι παραπάνω από τραυματικό για τον κάθε ένα από εμάς να μην βλέπουμε πια παιδιά να περπατούν, να γελούν και να ερωτεύονται ελεύθερα στους δρόμους των Εξαρχείων αλλά μπάτσους, μεθυσμένους τουρίστες και χιπστερ αφεντικά. Είναι παραπάνω από τραυματικό να βλέπουμε τουρίστες να φωτογραφίζουν τα μνημεία και τα γκράφιτι ανυπακοής, τραπεζοκαθίσματα να καλύπτουν τα πεζούλια και τα παγκάκια που δώσαμε τα πρώτα μας φιλιά και λαμαρίνες εκεί που αράζαμε και πίναμε καφέ και ακούσαμε πρώτη φορά λαιβ τις αγαπημένες μας μπάντες. Και δεν πιστεύω ότι είναι τραυματικό μόνο για μένα, είναι τραυματικό για πολλές γενιές που προηγήθηκαν και όσες ακολούθησαν. Αλλά αυτό που περιγράφω ως τραύμα δεν είναι κάτι παραπάνω από όλα τα υπόλοιπα τραύματα που φέρει ο καθένας από εμάς σε αυτόν τον σάπιο κόσμο. Είναι η έκφραση της επίθεσης της εξουσίας στον καθένα από εμάς μεμονωμένα. Και αυτό πρέπει να κατανοηθεί στον καθένα μας ως τέτοιο, να αναλυθεί από όλους μας μαζί κι έτσι μόνο να μπορέσει να γίνει συλλογικός αγώνας ή να στρατευτεί με τους υπάρχοντες. Αυτό θέλησε να κάνει αυτό το βιβλίο και γι αυτό προέκυψε πολύ φυσικά αυτή η αφιέρωση.

Αν κάτι έχει απομείνει, πάντως, από εκείνα τα Εξάρχεια οφείλεται σε εκείνους κι εκείνες που παραμένουν και αγωνίζονται πεισματικά κόντρα άλλοτε σε ναρκεμπόρους, άλλοτε σε μπουλντόζες, μπάτσους και τόσα άλλα.

Στον πρόλογο του «Gentrification και εκτοπισμός», η Μαρία-Νεφέλη Σιώζου αναφέρει: «Πρόκειται για ένα συγγραφικό έργο, που επιθυμεί να ανοίξει διάλογο με τα τρέχοντα κινήματα της πόλης, ενάντια σε μια μητρόπολη που αλλάζει συνεχώς. Με επίκεντρο τις πολιτικές της εξευγενοποίησης, της αστικοποίησης και της ωραιοποίησης που απονεκρώνουν τις γειτονιές, μετατρέποντας, τόσο τη γειτονιά όσο και τη ζωή εντός της, σε τουριστικό «προϊόν» προς κατανάλωση, η συγγραφέας παρουσιάζει τους σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από την πόλη και την αρχιτεκτονική συνδέοντας τους με τα πεδία των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών επιστημών αλλά και με τις συνθήκες της ταξικής πάλης». Σχετικά με αυτό το διάλογο, οι βιβλιοπαρουσιάσεις αυτής της πρώτης μελέτης σου αποτέλεσαν αφορμές για τη διεξαγωγή του. Θέλεις να σταθείς λίγο στα ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτές;

Η Νεφέλη σωστά έγραψε στον πρόλογο πως αυτό το βιβλίο επιθυμεί να ανοίξει έναν διάλογο. Έναν διάλογο που -με την καθοριστική συμβολή και της ίδιας- άνοιξε τελικά όντως. Ο διάλογος αυτός άνοιξε σε πολλές πόλεις και γειτονιές της Ελλάδας όπου τα διακυβεύματα ήταν εμφανώς διαφορετικά. Το βιβλίο έδωσε την αφορμή να γίνουν πολλές συζητήσεις για πολλά θέματα που αντιμετωπίζει ο καθένας στην πόλη ή την γειτονιά του χωρίς αυτό να εμπίπτει απαραίτητα στον όρο gentrification. Μια αστική ανάπλαση, για παράδειγμα, που μπορεί να συμβαίνει σε μια περιοχή, ακόμα κι αν αυτή έχει ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό πληθυσμών δεν είναι απαραίτητα gentrification. Ή αντίστοιχα ή υπερτουριστικοποίηση πόλεων και η ραγδαία αύξηση καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης και μαγαζιών διασκέδασης δεν σημαίνει ότι έχουμε απαραίτητα gentrification ακόμα κι αν παρατηρούνται αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων εξαιτίας αυτών.

Ωστόσο, νομίζω πως το βασικό ζήτημα που επανερχόταν διαρκώς στις συζητήσεις ήταν ένα ερώτημα. Πως μπορεί να εμποδιστεί το gentrification; Υπάρχουν παραδείγματα που το gentrification εμποδίστηκε; Και η απάντηση δεν είναι διόλου εύκολη αφενός, αφετέρου δεν είμαι ακριβώς και η αρμόδια να το απαντήσω. Υπό την έννοια ότι μόνο τα κινήματα, οι κοινωνικές, ταξικές και πολιτικές συλλογικότητες που δρουν και αγωνίζονται στον κάθε τόπο είναι το μόνο αρμόδιο υποκείμενο για να απαντήσει. Και η απάντηση θέλει δουλειά, ζύμωση και άμεση δράση. Πάντα η απάντηση θα είναι ο αγώνας και πάντα μόνο αυτός μπορεί να στήσει αναχώματα στην επέλαση των εξοντωτικών πολιτικών. Στην περίπτωση του gentrification η ανάλυση είναι πολύ σημαντικό όπλο προκειμένου να γίνεται αντιληπτή η πολυπλοκότητα και τα πολλά επίπεδα του φαινομένου προκειμένου ανάλογα να βρεθούν και οι τρόποι να εμποδιστεί. Και η ίδια η έκδοση αυτού του βιβλίου θέλησε να είναι ακριβώς αυτό: μια προσπάθεια να ενισχυθούν τα υπάρχοντα κινήματα με μία ανάλυση που υπήρχε διαθέσιμη και σε καμία περίπτωση να τα αντικαταστήσει ή να πει τι πρέπει να γίνει.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν παραδείγματα που να έχουν μπλοκάρει τέτοιες διαδικασίες, ξέρω ότι υπάρχουν κοινότητες που έχουν αντισταθεί σθεναρά και έχουν καταφέρει πολλά. Και το πιο σημαντικό παράδειγμα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό των Εξαρχείων. Από τους αγώνες ενάντια στις ναρκομαφίες και την διορατικότητα τόσων ανθρώπων να δούν, να μιλήσουν και να αγωνιστούν με τρομερά ρίσκα για το τι πάει να συμβεί στη γειτονιά τον Εξαρχείων, μέχρι τις αντιστάσεις για την εγκατάσταση μετρό στην πλατεία Εξαρχείων και τους μπάτσους, η γειτονιά των Εξαρχείων δείχνει έναν δρόμο που σίγουρα λέει πως το κράτος και το κεφάλαιο όταν συναντά αντιστάσεις ζορίζεται και ενίοτε υπαναχωρεί.

Να σημειώσω εδώ πως η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου έγινε στις 6 Απρίλη του 2024 στην πλατεία Εξαρχείων, ελάχιστες μέρες πριν την ολική κατάληψη του εναπομείναντος ελεύθερου χώρου από τις λαμαρίνες και ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι: μια αφορμή να συνενωθούν οι επιμέρους συλλογικότητες και να μιλήσουν από το μετερίζι τους για την κάθε μια πτυχή του gentrification όπως το βιώνουν και στο τέλος να πάρουν αυτές τον λόγο και να διαμορφώσουν τη κουβέντα σε μια εκδήλωση που πήρε τα χαρακτηριστικά πολιτικής συγκέντρωσης.

Η δεύτερη μελέτη σου (Gentrification στην Πάτρα) καταπιάνεται με την πόλη στην οποία ζεις και εργάζεσαι εδώ και πολλά χρόνια. Θα ήθελες να αναφερθείς στους όρους και τους τρόπους με τους οποίους τίθεται αυτό το ερώτημα στην αχαϊκή πρωτεύουσα;

Αφού έκλεισε ο κύκλος του πρώτου βιβλίου, άρχισα να βλέπω πολύ έντονα όλα αυτά που συγκέντρωσα στην πρώτη έκδοση να συμβαίνουν γύρω μου στην Πάτρα, την πόλη που ζω εδώ και 15 χρόνια. Έβλεπα μικρές αλλαγές που όμως συμβαίνουν όλες μαζί ταυτόχρονα και αλλάζουν σταδιακά τον χαρακτήρα της πόλης. Με ενδιέφερε πολύ να πούμε άμεσα πως αυτό που συμβαίνει σήμερα και τα αποτελέσματά του θα φανούν σε 4-5 χρόνια λέγεται τουριστικό gentrification και θα έχει ολέθριες επιπτώσεις στην ισότιμη πρόσβαση στην κατοικία και την πόλη.

Για χρόνια, ευσεβής πόθος κράτους και κεφαλαίου υπήρξε η μετατροπή της Πάτρας σε έναν κόμβο εμπορικό, τουριστικό, αναπτυξιακό. Η στρατηγική της θέση, κοντά στην Αθήνα, σε σύνδεση με την Ιταλία και σε κομβικό σημείο σε σχέση με το οδικό δίκτυο της χώρας, η ύπαρξη σημαντικών τοποσήμων ενδιαφέροντος αλλά και όλα εκείνα τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά που μπορεί να προσφέρει η ύπαρξη τριών πανεπιστημίων στην πόλη είναι τα βασικά στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν από χρόνια να την έχουν αναδείξει σε πόλο ανάπτυξης. Ωστόσο, αυτό φαινόταν να αποτυγχάνει όλα τα προηγούμενα χρόνια, παρά τις προσπάθειες. Λίγο οι συνεχείς καθυστερήσεις των διαφόρων έργων που ήταν κρίσιμα προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού ανά τα χρόνια, λίγο το γεγονός πως είναι μια πόλη που επιζητά το εύκολο, γρήγορο αλλά και μικρό κέρδος από την ύπαρξη τόσων χιλιάδων φοιτητών σε αυτήν, αυτό το σχέδιο φαινόταν για χρόνια να είναι απλά ένας ευσεβής πόθος.

Σήμερα, που η τάση ανάπτυξης στις χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι η τουριστικοποίηση, σήμερα που σχεδιασμοί χρόνων για την Πάτρα φαίνονται να παίρνουν σάρκα και οστά και να συναντιούνται με αυτήν την τάση, σήμερα  που οι φοιτητές στην πόλη μοιάζουν να μειώνονται εκθετικά κάθε χρόνο εξαιτίας και της εντατικοποίησης των σπουδών και της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), είναι το momentum για να στηθεί ένα ζοφερό σκηνικό για την ύπαρξη και αξιοπρεπή διαβίωσή μας σε αυτήν.

Έτσι, ανοίγει ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για την Πάτρα. Ένα πεδίο, όμως, που τα οικονομικά κέρδη είναι τεράστια και που οι επιπτώσεις του στη ζωή όλων μας, ακόμα και αυτών που καμιά φορά είναι δρώντα υποκείμενα του φαινομένου θα είναι ανυπολόγιστα και μη αναστρέψιμα. Ο κατακόρυφος πολλαπλασιασμός των καταλυμάτων Airbnb στην Πάτρα, η σαρωτική ανάπλαση κέντρου και Άνω Πόλης, ο επανασχεδιασμός και ολοκλήρωση μεγάλων έργων μεταφοράς σε εσωτερικό και εξωτερικό, η κατασκευαστική δραστηριότητα που ανθεί, η δειλή μεν μεταβολή δε του μοντέλου κατοίκησης, το πλήθος τυποποιημένων gentrified μαγαζιών διασκέδασης στα πρότυπα της Αθήνας, οι τουρίστες στην Αρόη και στα καφενεία των Προσφυγικών συνθέτουν μια δυσοίωνη εικόνα από το μέλλον.

Αυτή η έκδοση δεν είναι τόσο ερευνητική και δε θα μπορούσε να είναι καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα για όλα αυτά που περιγράφω ακόμα. Θεωρώ πως στα δεδομένα του 2026 και ακόμα περισσότερο του 2027 θα δούμε ακραίες αφίξεις τουριστών, αυξήσεις τιμών ακινήτων κ.ο.κ. Η έκδοση αυτή πιο πολύ παρατηρεί και συγκεντρώνει όλες μαζί τις αλλαγές που έχουν συμβεί στην πόλη τα τελευταία χρόνια κατά τη γνώμη μου εξάγουν το συμπέρασμα πως έχουμε Gentrification.

Στην παρουσίαση που έγινε, πάντως, στην Αγορά Αργύρη, στις 30 Ιανουαρίου 2026 φάνηκε πως υπήρχε μεγάλη ανάγκη για μια τέτοια συζήτηση και πως το αν αυτό που λέγεται gentrification έρχεται και στην πόλη μας είναι ένα ερώτημα που απασχολεί.

Κλείνοντας, θεωρώ απαραίτητο να στρέψουμε το βλέμμα μας προς το αθηναϊκό κέντρο, προς τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Εκεί, ανάμεσα στο Εφετείο και τη ΓΑΔΑ, μια αγωνιζόμενη κοινότητα 400 και πλέον ανθρώπων, εργαζόμενων και άνεργων, ντόπιων, μεταναστ(ρι)ών και προσφύγων, βρίσκονται στο στόχαστρο μιας επαπειλούμενης αστυνομικής επιχείρησης εκκένωσης. Ένας από αυτούς, ο κάτοικος και μέλος της Συνέλευσης Κατειλημμένων Προσφυγικών Αριστείδης Χαντζής έχει ξεκινήσει από τις 5 Φεβρουαρίου απεργία πείνας μέχρι θανάτου, με την υγεία και τη ζωή του να βρίσκονται πλέον σε διαρκή κίνδυνο. Θα ήθελες να στείλεις κάποιο μήνυμα σ’ εκείνον, στους κατοίκους των Προσφυγικών αλλά και τις χιλιάδες των αλληλέγγυων στην Αθήνα, σ’ όλη τη χώρα (αλλά) και στο εξωτερικό, που κινητοποιούνται στο πλευρό τους και αντιστέκονται “ενάντια στα χέρια που αρπακτικά απλώνονται πάνω από τη πόλη”

Έχει συνολικά τρομερό ενδιαφέρον το πως το αστικό τοπίο στον αστικό σχεδιασμό χαρακτηρίζεται με το δίπολο κενό-πλήρες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ό,τι δεν χρησιμοποιείται με τρόπο κυρίαρχα αποδεκτό θεωρείται κενό, άρα εν δυνάμει και εκμεταλλεύσιμο προς σχεδιασμό. Τα Κατειλημμένα Προσφυγικά για τους κυρίαρχους σχεδιαστές είναι ένα αστικό κενό. Όμως, έχουν καταφέρει με τις δομές τους, τους ανθρώπους τους και τους μαχητικούς αγώνες τους να εκβιάσουν, να γίνουν ορατοί. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Είναι γεγονός πως ο μόνος σχεδιασμός που θα μας χωράει όλους και όλες θα είναι αυτός που θα σχεδιάζεται από όλους και όλες εμάς και θα βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων. Αυτό νομίζω πως οραματίζονται και τα Κατειλημμένα Προσφυγικά. Αλλά τα Κατειλημμένα Προσφυγικά κάνουν σήμερα και κάτι ακόμα. Στήνουν σήμερα και διεκδικούν όλα όσα οραματίζονται. Και το κάνουν με όλα τα μέσα. Κι αυτό είναι καταδικασμένο να νικήσει. Γιατί εμπνέει, γιατί δείχνει έναν δρόμο και γιατί κόντρα στην επιλογή του μονότονου ατομικού δρόμου, που σήμερα κυριαρχεί, δείχνει τον δρόμο του συλλογικού αγώνα και της αυτοοργάνωσης της ζωής. Τον μόνο δρόμο, δηλαδή, που δεν βγάζει σε αδιέξοδο.

Απέναντι στον θάνατο και τον εκτοπισμό πάντα θα νικάει η Ζωή. Δύναμη στον απεργό πείνας Αριστοτέλη Χατζή και στους συντρόφους και τις συντρόφισσες του που δεν παραιτούνται κι επιμένουν. Θα νικήσουμε!

——–

Από τις εκδόσεις Δυσήνιος Τύπος κυκλοφορεί επίσης η συλλογή ποιημάτων της  Θένιας Πραντίκου και της Μαρίας Μπουσδέκη με τίτλο «Λέξεις που γεννήθηκαν στο δρόμο» [2022]

Leave a Reply