“Η εικόνα είναι φιλοτεχνημένη από τον Kanellos Cob και εμπεριέχεται στο βιβλίο “Το κατέβασμα του φεγγαριού” (εκδόσεις Ίκαρος)

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΩΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΣΑΠΡΑΪΛΗ

Έχει θλιβερό ενδιαφέρον το πόση υποτίμηση από το εκδοτικό κατεστημένο και από τους κριτικούς λογοτεχνίας έχει συναντήσει το ευρύτερο λογοτεχνικό είδος του Φανταστικού κατά τον 20ο αιώνα, ειδικά αν σκεφτούμε πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα είδη στην ιστορία της τέχνης γενικότερα. Πράγματι, ήδη από την προϊστορική περίοδο γνωρίζουμε πως οι άνθρωποι φαντάζονταν ιστορίες για να αφηγηθούν το παρελθόν, να εξηγήσουν το παρόν, να προβλέψουν το μέλλον τους. Ήδη η πρώτη γνωστή μας λογοτεχνία, τα επικά ποιήματα και οι μύθοι, αποτελεί τις ρίζες αυτού που αιώνες αργότερα θα καταλήξει να τοποθετείται στα ράφια των βιβλιοπωλείων ως «Λογοτεχνία του Φανταστικού». Από τον Όμηρο στον Σαίξπηρ και στους ποιητές του ρομαντισμού, το Φανταστικό εξελίσσεται, αναδιαμορφώνεται και εν τέλει καταλήγει να αποτελεί μια τεράστια κατηγορία-ομπρέλα κάτω από την οποία συνάσσονται αμέτρητοι δημιουργοί που, με κοινό γνώμονα την αγάπη τους για την επινόηση νέων κόσμων και την απόπειρα συμφιλίωσης με το παράδοξο, μας χαρίζουν ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας τέχνης.

Κι όμως, κατά τους πιο πρόσφατους σε εμάς αιώνες, και δη από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά, η Φαντασία και ο Τρόμος τοποθετούνται στην κατηγορία της «παραλογοτεχνίας» και αντιμετωπίζονται ως φθηνιάρικα, «της σειράς» αναγνώσματα για το ημι-αγράμματο πόπολο, έργα ανάξια σημασίας από την πνευματική ελίτ, που τα διαχωρίζει και τα σπρώχνει στη λογοτεχνική αφάνια. Ο στείρος ρασιοναλισμός του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου δεν φαίνεται να έχει χώρο στην ατζέντα του για μια τέχνη της ονειροπώλησης, της απόδρασης, της όξυνσης του νου. Την ίδια στιγμή, διάφορα προοδευτικά-ριζοσπαστικά κινήματα που αντιπαλεύουν την πραγματικότητα της κυριαρχίας, επίσης επιλέγουν να αφορίσουν ή να σνομπάρουν το Φανταστικό, βλέποντας σε αυτό μια μάταιη –ίσως ακόμα αποπροσανατολιστική– τέχνη που προσφέρει βολικές ονειροφαντασίες, αντί να βοηθά τους αναγνώστες της να κινηθούν προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Κατά ένα παράδοξο σχεδόν τρόπο, τόσο η άρχουσα τάξη όσο και οι εχθροί της φαίνεται να αποστρέφονται την ιδιαίτερη δημιουργική διαδικασία του είδους.

Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Τρόμος και η Φαντασία, οι δυο βασικοί στυλοβάτες της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, είναι κάτι πολύ παραπάνω από λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά είδη. Ανήκουν σε εκείνη την πανάρχαια, ενστικτώδη κατηγορία των κοινωνικών και φυσικών αρχετύπων που καταφέρνουν εκατομμύρια χρόνια μετά ακόμη να καθορίζουν τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπινων όντων. Βουβά ή θορυβωδώς, εντυπωσιακά ή ταπεινά, είναι οι βάσεις κάθε είδους τέχνης που έχουν αντέξει περισσότερο απ’ όλες στον χρόνο, που συνεχίζουν να συγκεντρώνουν τους περισσότερους φίλους μα κι εχθρούς, που σταθερά και ασταμάτητα κάνουν την ανθρώπινη καρδιά να χτυπά με έναν ρυθμό λίγο πιο γρήγορο, το ανθρώπινο μυαλό να βλέπει μπροστά του κάτι παραπάνω από απλές έγχρωμες εικόνες και να μπαίνει στη διαδικασία να επεξεργάζεται μοτίβα, να νοιάζεται για την επιβίωση (Τρόμος) και για την εξέλιξη (Φαντασία)… να προχωρά τον ίδιο τον πολιτισμό του. Δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζει, λοιπόν, πως παρά τον πόλεμο που δέχθηκε κατά καιρούς, το συγκεκριμένο είδος κατόρθωσε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά να κερδίσει την προτίμηση του λαϊκού κοινού σε τέτοιο βαθμό, ώστε πλέον να επιβάλλει την παρουσία του ως ένα από τα πλέον επιφανή σε λογοτεχνία, κινηματογράφο, και λοιπά μέσα της ποπ κουλτούρας.

Ο σκηνοθέτης ταινιών τρόμου Wes Craven είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του πως αυτό που θέλει από τις ταινίες του είναι να βγάζουν τους δαίμονες των θεατών στην επιφάνεια, έτσι ώστε βγαίνοντας από την αίθουσα του σινεμά να αισθάνονται απελευθερωμένοι, να γελούν με τις φοβίες τους. Η συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Ursula K. Le Guin έχει παρομοίως δηλώσει πως όσοι δεν πιστεύουν στους δράκους, συχνά κατατρώγονται από τον δράκο που κρύβουν μέσα τους. Ο ρόλος του Τρόμου στην τέχνη έχει υπάρξει μες στην ανθρώπινη ιστορία εξίσου προειδοποιητικός και λυτρωτικός. Φέρνει στην επιφάνεια φόβους, τραύματα και δυσκολίες, τα ξεγυμνώνει, τα αποφορτίζει, καλεί τους αναγνώστες/θεατές να τα αντιμετωπίσουν, να στοχαστούν πάνω σε αυτά από διαφορετικές οπτικές, εν τέλει να τα κατανοήσουν και να συμφιλιωθούν μαζί τους. Αποφεύγει το καταχώνιασμα, αντιθέτως φέρνει τους αποδέκτες του να πιαστούν χέρι-χέρι με τους δαίμονές τους, να τους αντιπαλέψουν ως ίσοι και είτε να τους κάνουν οργανικό κομμάτι τους είτε να τους κατανικήσουν δίχως να κρύβονται απ’ αυτούς. Και όσο στο συγκεκριμένο είδος τέχνης εμπλέκονται ολοένα δημιουργοί με προοδευτικές (ή και ριζοσπαστικές) κοινωνικές αντιλήψεις, όσο τα κοινωνικά κινήματα το αγκαλιάζουν και του επιτρέπουν να αναπτύσσεται στο εσωτερικό τους, τόσο περισσότερο βλέπουμε τα έργα του σύγχρονου Τρόμου να αναμετρούνται όχι πια αποκλειστικά με τις ατομικές, αλλά με τις συλλογικές φοβίες και με τα τραύματα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Όπως θα έπρεπε κάθε είδος τέχνης να κάνει, κατά την άποψή μας.

Η λογοτεχνία του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη («Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας», «Γυναίκες που επιστρέφουν», «A plot of earth and other tales», «De mysteriis», «Το κατέβασμα του φεγγαριού») έρχεται να πατήσει εξίσου στα θεμέλια του λαογραφικού τρόμου και στην παράδοση κλασικών δημιουργών σαν τον H.P. Lovecraft, φέρνοντας όμως στο προσκήνιο σύγχρονα θέματα και κοινωνικά ζητήματα. Χρησιμοποιώντας την αναμέτρηση με τον φόβο και με το παράδοξο ως μέσο, διηγείται ιστορίες που στηρίζονται εν πολλοίς σε αφηγήσεις και μύθους της ελληνικής επαρχίας, στην πραγματικότητα όμως μας μιλούν για τη δική μας, αστική κοινωνία της εκμετάλλευσης και της αποξένωσης. Τι αξία έχει, άλλωστε, οποιαδήποτε τέχνη, αν αναλώνεται απλώς σε έναν στείρο παρελθοντολαγνικό ρομαντισμό, αν δεν απευθύνεται στους ανθρώπους της εποχής της; Στις ιστορίες του Τσαπραΐλη συναντάμε όλα εκείνα που κάνουν τον Τρόμο ως λογοτεχνικό είδος ένα όχημα απελευθέρωσης:

Τα body horror στοιχεία που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τα ζητήματα ταυτότητας, με το «ξένο» που λιγότερο ή περισσότερο καθένας από εμάς κρύβει μέσα του. Το γοτθικό στοιχείο ως αντανάκλαση της σύγκρουσης μεταξύ της φύσης και της απάνθρωπης ζωής στον αστικό ιστό, την τόσο τρομερή εκδίκηση της γης που όλοι κάνουμε πως δεν θα έρθει ποτέ και που προσπαθούμε να εξωραΐσουμε με «πράσινες καμπάνιες» και με μετα-αποκαλυπτικά κινηματογραφικά έργα που προειδοποιούν για το (εξ ολοκλήρου δικής μας υπαιτιότητας) αναπόφευκτο. Το αλλόκοσμο και το ακατανόητο ως προσωποποίηση του ενδόμυχου (μα και προσεκτικά καλλιεργημένου από την εκάστοτε κυριαρχία) φόβου-μίσους μας για το διαφορετικό, που με την ίδια ευκολία μας οδηγεί να υποκλινόμαστε στους ισχυρότερους και να επιτιθόμαστε στους πιο αδύναμους από εμάς, που ξυπνά μέσα μας τα πιο ποταπά ένστικτα επιβίωσης. Έτσι, πολλές φορές, όταν εν τέλει το «κακό» και το «σκοτάδι» κερδίζουν, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για την επιτυχημένη εκδίκηση αυτών των πληγωμένων, των φτωχών, των αδύναμων και των εκτοπισμένων, εκείνων που έχουν σπρωχθεί από το status quo προς την αόρατη μεριά της κοινωνίας. Όταν εν τέλει ο Τρόμος κερδίζει, στην πραγματικότητα καταφέρνει απλώς να παραμείνει στην επιφάνεια, να μας τρίψει στη μούρη όχι τον ίδιο τον δαίμονα μα όλα εκείνα τα στοιχεία που είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο έχουμε πασχίσει να κρύψουμε στη ντουλάπα μας. Να μας εξηγήσει πως τον δαίμονα εμείς οι ίδιοι τον έχουμε φτιάξει.

Και στο δικό μας χέρι είναι να τον αλλάξουμε.

Ρωμανός Γ.

Leave a comment