Μετά από απολογιστικές διαδικασίες, η ανοιχτή συνέλευση αλληλεγγύης στον Δημήτρη Κουφοντίνα στην Πάτρα, εξέδωσε τον παρακάτω πολιτικό απολογισμό για την απεργία πείνας και τον αγώνα που αναπτύχθηκε όλο αυτό το διάστημα, τον οποίο και αναδημοσιεύουμε.

Από τις πρώτες μέρες έναρξης της απεργίας πείνας του αγωνιστή Δ.Κουφοντίνα, με πρωτοβουλία πολλών συντρόφων/ισσων δημιουργείται η “Ανοιχτή συνέλευση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Δ.Κουφοντίνα” στην πόλη της Πάτρας, στεγαζόμενη στην Κατάληψη Παραρτήματος.

Για εμάς ως αναρχικούς/ές και ευρύτερα ως αγωνιζόμενους/ες η αλληλεγγύη στην απεργία πείνας του Δ.Κουφοντίνα είναι δεδομένη, καθώς δεν θεωρούμε πως πρέπει να υπάρχει η απόλυτη ιδεολογική ταύτιση με τον κάθε αγωνιστή/στρια για να στηρίξουμε έναν δίκαιο αγώνα που διεξάγει. Πόσο μάλλον όταν ένα κράτος καταπατά τον ίδιο τον φωτογραφικό νόμο που ψήφισε συγκεκριμένα γι’ αυτόν μετάγοντας τον στις φυλακές Δομοκού αντί για το υπόγειο κελί των φυλακών Κορυδαλλού όπου προβλέπει ο νόμος. Πόσο μάλλον όταν ένα κράτος (ειδικότερα με τη συγκεκριμένη σύσταση) επιχειρεί την πολιτική και φυσική εξόντωση ενός αγωνιστή αποκαλώντας τον “αμετανόητο δολοφόνο” και πως “είναι δικιά του επιλογή”, ενώ παράλληλα βροντοφωνάζει πως “η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται”. Δεν πέφτουμε από τα σύννεφα βλέποντας πως για ακόμα μια φορά βρισκόμαστε να αντικρίζουμε την εκδικητικότητα της εξουσίας προς τους/τις πολέμιους/ες της, όπως δεν πέφτουμε απ’ τα σύννεφα όταν πάνω στα σώματα των πολιτικών κρατουμένων, για ακόμη μια φορά, παίρνει μορφή ένα βάναυσο καθεστώς εξαίρεσης.

Παρ’ όλα αυτά η περίπτωση της απεργίας πείνας του Δ. Κουφοντίνα εισάγει όχι μόνο μια νέα αναβάθμιση του κυρίαρχου λόγου που σε αγαστή συνεργασία με τα ΜΜΕ δημιουργούν ένα ευρύ σύμπλεγμα που καλύπτει άμεσα τις προπαγανδιστικές ανάγκες του κράτους, αλλά παράλληλα αποτυπώνει ξεκάθαρα τις βλέψεις της εξουσίας για τη χάραξη της επόμενης μέρας στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Το γεγονός πως το κράτος αποσκοπεί στην ριζική και ποιοτική μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας είναι πλέον σαφές και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δε θα διστάσει μέχρι και να οδηγήσει έναν απεργό πείνας στα άκρα, ιδιαίτερα όταν αυτός ενσαρκώνει νοήματα και αντιλήψεις αγώνα μιας εποχής όπου η ριζοσπαστικότητα ήταν δομικό χαρακτηριστικό της.

Από μεριάς μας λοιπόν, αποφασίσαμε να τοποθετήσουμε το ζήτημα στην ιστορική διάσταση που του αρμόζει, θεωρώντας πως η συγκεκριμένη αντιμετώπιση της απεργίας πείνας από το κράτος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια βαθειά και ενδεχομένως αμετάκλητη ιστορική τομή αναβάθμισης του κυρίαρχου λόγου και πρακτικών. Μέσω μιας αρνητικής (με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται η λέξη) εξέλιξης του αγώνα θα μπορούσε να δοθεί το έδαφος στην εξουσία να επιτεθεί λυσσαλέα όχι μόνο στα αγωνιζόμενα κομμάτια αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία, αναδιαμορφώνοντας την (όπως προαναφέραμε) ριζικά με αξίες-έννοιες όπως η ζωή και η ελευθερία να μην μπορούν να αποκτήσουν όχι απλά επαναστατικό αλλά και γενικότερα αξιοπρεπές περιεχόμενο. Βάζοντας αυτά τα λίγα σημεία αποφασίσαμε να στήσουμε αναχώματα τόσο στα κυρίαρχα αφηγήματα, όσο και στην ίδια την πιθανότητα μιας αρνητικής έκβασης της απεργίας πείνας, στηρίζοντας την καθ’ όλη τη διάρκεια της.

Από τις πρώτες κιόλας μέρες έναρξης της απεργίας πείνας και μέχρι τη λήξη της, η συνέλευση ανέπτυξε μια πλειάδα πολύμορφων δράσεων, επιχειρώντας με αυτές να την τοποθετήσει στο δημόσιο πεδίο, διαχέοντας και επικοινωνώντας τον αγώνα του απεργού πείνας στην κοινωνία. Από τις τοποθετήσεις πανό σε κεντρικά σημεία της πόλης (κέντρο, Νότιο Πάρκο, σκάλες Αγίου Νικολαόυ κλπ.) και τις συγκεντρώσεις-πορείες σε γειτονιές όπου ο κόσμος συνεχίζει να βρίσκεται παρά τις απαγορεύσεις (Αγία Σοφία, Παναχαϊκή, Σκαγιοπούλειο, Ψηλαλώνια) μέχρι τις συνεχείς ανταποκρίσεις στις πανελλαδικές δράσεις αλληλεγγύης, η συνέλευση κατάφερε να δημιουργήσει έναν διαρκή πόλο πολιτικής πίεσης.

Ακόμη, σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη του ζητήματος στη πόλη (πάντα στη κατεύθυνση της εξώστρεφης επικοινώνησής του), είχε και η πολιτική απόφαση που πήρε η συνέλευση να κορυφώσει τον αγώνα και πιο συγκεκριμένα να καλέσει στις 19/1 σε πορεία αλληλεγγύης στον Δ. Κουφοντίνα από το Παράρτημα -εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας και διαδηλώσεων- και να διεκδικήσει την ύπαρξη της στο δρόμο. Αποτέλεσμά του καλέσματος ήταν τα ΜΑΤ να αποκλείσουν το Παράρτημα και να ακολουθήσουν συγκρούσεις, με τους/τις συντρόφους/ισσες να υπερασπίζονται τη πολιτική απόφαση της συνέλευσης. Ακολούθησαν 2 συλλήψεις από τις συγκρούσεις και μια από την επίθεση των ΟΠΚΕ στη συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω από το αστυνομικό μέγαρο για τους συλληφθέντες/είσες. Η συνέλευση όχι μόνο δεν έχασε τον βηματισμό της ύστερα από τη σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά συνέχιζε να ασκεί πολιτική πίεση στο κράτος για ικανοποίηση του αιτήματος του απεργού προβαίνοντας σε ταυτόχρονη κατάληψη στις 1/2 της ΝΟΔΕ Αχαΐας της ΝΔ (με αποτέλεσμα 9 συλλήψεις συντρόφων/ισσών) και σε παρέμβαση την ίδια μέρα στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Χρυσοχοΐδη. Ακόμη, η συνέλευση ανταποκρίθηκε σε όλες τις πανελλαδικές ημέρες δράσης με περαιτέρω παρεμβάσεις και πορείες τόσο κεντρικές όσο και σε γειτονιές της Πάτρας, ενώ πραγματοποίησε και κατάληψη στον Ιατρικό Σύλλογο Πατρών στις 17/2 όταν η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ έθεταν ανοιχτά το ενδεχόμενο της αναγκαστικής σίτισης του απεργού. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως για τις συγκρούσεις στις 19/1 συντάσσεται μια πρωτοφανής δικογραφία για τα δεδομένα της Πάτρας, καθώς πέραν των 3 συλληφθέντων/εισών, «μαρτυρίες» μπάτσων αναφέρουν άλλα 7 άτομα πως είχαν παρευρεθεί εκείνη τη μέρα στη πορεία, καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την σαφή αναβάθμιση της καταστολής απέναντι στους/στις αγωνιζόμενους/ες. Ωστόσο σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί πως αποτιμώντας την έκβαση των γεγονότων, η επιλογή αυτή της κορύφωσης του αγώνα, έγινε αρκετά νωρίς. Οι εκτιμήσεις μας αναφορικά με τη λήξη της απεργίας εν τέλει απήχαν από την πραγματικότητα καθώς η διάρκεια της ήταν σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη που μπορούσαμε να αναμένουμε βάσει εμπειρίας αλλά και ενημερώσεων από το κοντινό περιβάλλον του απεργού.

Όλες οι προαναφερθείσες δράσεις, όπως και δράσεις του κινήματος αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα, με μοναδική βαρύτητά η κάθε μια, όχι μόνο κινήθηκαν σε μια κατεύθυνση όπως προαναφέρθηκε, κοινωνικής ανάδειξης του ζητήματος της απεργίας πείνας αλλά παράλληλα κατόρθωσαν να στήσουν αναχώματα ενάντια στη συνθήκη πολιτικής απαγόρευσης και κοινωνικής πειθάρχησης με πρόσχημα τη πανδημία, αποσκοπώντας στην σύνδεση του συγκεκριμένου αγώνα με άλλους αγώνες αλλά και με την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι το αίτημα για αξιοπρέπεια και ζωή βρήκε ουσιαστικό έρεισμα σε μια πλειάδα κοινωνικών κομματιών τα οποία σαφώς και ευθέως βάλλονται από την κυβερνητική πολιτική. Το νέο νομοσχέδιο “αναδιάρθρωσης” της εκπαίδευσης και η εισαγωγή κατασταλτικών μηχανισμών στον πανεπιστημιακό χώρο δεν θα μπορούσε να ιδωθεί ξέχωρα, με το αίτημα για ικανοποίηση του αιτήματος του απεργού πείνας να τοποθετείται κεντρικά και παράλληλα συνδυαστικά και ευρύτερα στο λόγο φοιτητικών αγωνιστικών σχηματισμών. Παρόμοια στάση επέδειξαν και άλλα κοινωνικά κομμάτια, όπως εκείνα των καλλιτεχνών, των δικηγόρων και νομικών ευρύτερα, τα οποία βρέθηκαν στο δρόμο για πολλές μέρες, με ιδιαίτερη μαζικότητα, αντιλαμβανόμενα, από μια ίσως περισσότερο ανθρωπιστική και δικαιωματική σκοπιά, πως το κράτος είναι αμείλικτο και δεν διστάζει να τηρεί τους δικούς του νόμους κατά το δοκούν.

Ιδιαίτερα στην πόλη της Πάτρας όπου η συνθήκη της απαγόρευσης κυκλοφορίας επιβαλλόταν από τις 6:00μ.μ. (με αποτέλεσμα οι περισσότερες ενέργειες της συνέλευσης να πραγματοποιούνται τις πρωινές-μεσημεριανές ώρες), τόσο οι δράσεις της συνέλευσης όσο και οι πολιτικές αιχμές που έθετε ο λόγος της, θίγοντας την καταπιεστική αυτή συνθήκη της απαγόρευσης σε πολλαπλά σημεία, δημιούργησαν ένα έδαφος για τη πολιτική μας επιβίωση εντός της πόλης. Ένα έδαφος, που ήδη από τις αρχές του Νοέμβρη και την έναρξη του lockdown υπήρξε διακύβευμα για τον κινηματικό κόσμο της Πάτρας με τα αλλεπάλληλα καλέσματα ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας, την κρατική καταστολή, την κοινωνική πειθάρχηση και την εγκληματική διαχείριση της πανδημίας από το κράτος. Συγκεντρώσεις που δέχτηκαν επίθεση η μία μετά την άλλη από την αστυνομία, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν δίστασε να καταλάβει με στρατό κατοχής το κέντρο της πόλης (17 Νοέμβρη, απεργία 26ης Νοέμβρη, 6 Δεκέμβρη). Έτσι, δημιουργήθηκε ένα περιβάλλον συνεχούς διεκδίκησης του δημόσιου χώρου και του δρόμου όπου κορυφώθηκε με τις δράσεις αλληλεγγύης στον απεργό καταλήγοντας στην δημιουργία και την κατοχύρωση αυτού του εδάφους. Αν κάτι αξίζει να σημειώσουμε είναι πως όλα τα παραπάνω λειτούργησαν ως μια σημαντική και απαραίτητη παρακαταθήκη για την ανάλυση, την ερμηνεία, την επικοινωνία και εντέλει τη συλλογικοποίηση ενάντια στη ζοφερή αυτή νεοφιλελεύθερη και ακροδεξιά, κρατική και καπιταλιστική πραγματικότητα.

Ένας κριτικός απολογισμός για την απεργία πείνας και την έκβαση αυτής

Από τη σκοπιά μας, ένας τέτοιος αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι συλλογικός: του απεργού πείνας που θέτει ως μέσο διεκδίκησης το σώμα του, αλλά και του κινήματος αλληλεγγύης που ξεδιπλώνει τη δική του δυναμική. Με τον λόγο και τις δράσεις που παράγονται, τίθενται στη δημόσια σφαίρα ευρύτερα περιεχόμενα που ξεφεύγουν από την συγκεκριμένη νομική διεκδίκηση και άπτονται ευρύτερων επίδικων του αγώνα. Για την προετοιμασία, την διεξαγωγή και την έκβαση ενός αγώνα εντός/εκτός των τειχών, είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται μια διαλεκτική σχέση μεταξύ του κινήματος και του κρατουμένου, να συνδιαμορφώνονται στο μέτρο του δυνατού οι όροι και να ανιχνεύεται η καλύτερη στρατηγική, ενώ απαραίτητη είναι η έγκυρη πληροφόρηση, η καλή επικοινωνία και η συνεχής ανατροφοδότηση. Όταν οι αγώνες δίνονται από κοινού με αυτά τα χαρακτηριστικά, αναβαθμίζονται ποιοτικά και έχουν περισσότερες ελπίδες να είναι νικηφόροι. Ωστόσο, η έλλειψη αυτών, δημιουργεί μια θολή εικόνα στο κίνημα αλληλεγγύης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του απεργού, τα θέλω, τις σκέψεις και τις αποφάσεις του, φέρνοντας το κίνημα προ εκπλήξεως ή προ τετελεσμένου, συνεπώς πιάνοντας το απροετοίμαστο. Δημιουργείται εξουθένωση, αβεβαιότητα, προβληματισμός και συναισθηματική φόρτιση. Το θυμικό βαραίνει δυσανάλογα, και ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνει αυτό ο κεντρικός πόλος συσπείρωσης και δράσης, γύρω από τον οποίο, εκτυλίσσεται ένας, παρόλα αυτά, καθόλα πολιτικός αγώνας.

Μια απεργία πείνας συνιστά μιαν αγωνιστική παράδοση, ένα εργαλείο αγώνα: είτε το κράτος θα τηρήσει το κοινωνικό συμβόλαιο, είτε θα βρεθεί να διαχειρίζεται τον θάνατο ενός απεργού πείνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο η απεργία πείνας έληξε με οπισθοχώρηση του απεργού, χωρίς δηλαδή την ικανοποίηση του αιτήματος του.

Κάθε αγώνας δημιουργεί παρακαταθήκη, κάθε βήμα πίσω, προηγούμενο. Η μη νικηφόρα έκβαση αυτής της απεργίας πείνας, και η αμετακίνητη στάση που επέδειξε το κράτος, ενδεικτική της οξυμένης επίθεσης και των δυσμενών συσχετισμών για τους “από τα κάτω” στην κοινωνική και πολιτική συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε, θα καθορίσει σημαντικά την ύπαρξη και τη διεξαγωγή αντίστοιχων αγώνων στο μέλλον. Θα είναι δηλαδή πολύ δυσχερής η διεκδίκηση με χρήση του εργαλείου της απεργίας πείνας -ενός εκ των ελαχίστων που έχουν στη διάθεσή τους οι κρατούμενοι- .

Μιλώντας βέβαια για τη στάση των κρατούμενων την επόμενη μέρα δεν μπορούμε να μην προσεγγίσουμε και την τωρινή τους. Αν και το κίνημα αλληλεγγύης, όπως ήδη αναφέραμε, στάθηκε απέναντι στην καταστολή με πείσμα και συνέπεια, η παράδοση που θέλει τους κρατούμενους να επιδεικνύουν μια αγωνιστική στάση σε αντίστοιχες απεργίες και προηγούμενες διεκδικήσεις εγκλείστων, δεν φάνηκε να λειτουργεί και αυτή την φορά. Οι κινητοποιήσεις εντός των τειχών ήταν ελάχιστες και η δυναμική που ξεδιπλώθηκε στο επίπεδο της αλληλεγγύης αποτυπώθηκε μονάχα από τις αλληλέγγυες απεργίες πείνας των αναρχικών κρατουμένων Μαζιώτη, Δημητράκη, Γεωργιάδη και Σταθόπουλου. Η συνθήκη βέβαια αυτή δεν μπορεί να αναλυθεί μακριά και πέρα από την ευρύτερη συγκυρία. Μέσα σε συνθήκες πανδημίας το κράτος επιλέγει με πρόφαση την προστασία τους, να απομονώσει τους πλέον απομονωμένους και αποκλεισμένους στερώντας τους επισκεπτήρια και επαφές με οικείους. Αποστερημένοι βασικών για την κοινωνική τους επιβίωση, στοιβαγμένοι ο ένας/μια πάνω στον άλλο/άλλη χωρίς τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας από τον ιό, με το φορτίο του εγκλεισμού να ενισχύεται από τον διαρκή και αόρατο φόβο της κρατικής δολοφονικής διαχείρισης της πανδημίας, αυτοί, οι αόρατοι, μοιάζει να είναι δέκτες μιας εγκληματικής πολιτικής που στο στόχαστρο θέτει μαζί με εκείνους εν γένει τους “από τα κάτω”.

Και εδώ οφείλουμε να δούμε την ευρύτερη εικόνα που διαμορφώνεται: στις μάχες που χάνουμε, το κράτος κερδίζει έδαφος, έδαφος πολύτιμο και με αγώνες κατακτημένο. Έδαφος που πιθανά δεν θα μπορέσει να γυρίσει στα δικά μας χέρια. Σαφώς και η αντιστοιχία μεταξύ χαμένου εδάφους και ήττας της απεργίας δεν είναι μονοσήμαντη: όπως έχουμε δει σε παλιότερες απεργίες πείνας (π.χ. Ρωμανός 2014-2015), η ικανοποίηση του αιτήματος του απεργού δεν σημαίνει ταυτόχρονα και πως το κράτος έχασε έδαφος, αντίθετα μάλλον, ενισχύθηκε με την εφαρμογή του “βραχιολιού” ο πανοπτικός έλεγχος και η κρατική καταστολή. Τέτοιου είδους ζητήματα, δεν αφορούν στενά την έκβαση ενός ατομικού αγώνα, αλλά αντανακλούν την κρατική κίνηση στο σύνολο των ζητημάτων που αφορούν τη φυλακή και το σωφρονισμό και τα δικαιώματα των κρατουμένων. Ότι χάνεται ή κερδίζεται είναι για όλους και όλες. Το κράτος βρίσκει ευκαιρίες να πιέσει, λοιπόν, σε κάθε περίπτωση και να κάνει στρατηγικές επιλογές που από το φαινομενικά μερικό ενός ατομικού αγώνα, θα εφαρμοστούν συνολικά. Το ειδικό καθεστώς εξαίρεσης είναι ήδη εδώ και αναμένεται να διευρυνθεί.

Πέρα όμως από μια συζήτηση περί νίκης ή ήττας της απεργίας (που βέβαια είναι απαραίτητη), αποτιμώντας συνολικά την κινηματική δράση και τον ίδιο τον αγώνα σε κεντρικό, πανελλαδικό επίπεδο, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε αρκετά θετικά σημεία.

Εξ αρχής ήταν δεδομένο πως τόσο ο απεργός όσο και το κίνημα αλληλεγγύης θα αντιμετώπιζαν μια σκληρή και αδιάλλακτη στάση από το κράτος. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή ξεδιπλώθηκε, πέραν της καταστολής στο δρόμο που αποτελεί την εκκίνηση της εφαρμογής του νέου δόγματος για τις διαδηλώσεις και τον αγώνα που οραματίζονται, περιελάμβανε την εφαρμογή μιας απόλυτης σιωπής με όρους ομερτά από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, και των ηλεκτρονικών μέσων, τουλάχιστον για τις πρώτες εβδομάδες. Στη συνέχεια αυτό μετατράπηκε στην ανηλεή αναπαραγωγή της κυβερνητικής γραμμής, για μια σειρά ζητημάτων γύρω από την απεργία. Την κατάσταση της υγείας του, τη νομιμότητα και ορθότητα των κυβερνητικών αιτιάσεων, τη φυσιογνωμία του Κουφοντίνα, το ξεθάψιμο δήθεν μυστικών και σκοτεινών ιστοριών γύρω από την 17Ν, την αναπαραγωγή κάθε είδους ψευδούς εκδοχής των γεγονότων, με ασφαλώς κορυφαίο ίσως σημείο την ανερυθρίαστη και ξεδιάντροπη πλέον παρουσίαση της αναγκαστικής σίτισης ως ανθρωπιστικού μέτρου. Τόσο τα κανάλια όσο και τα site, πλημμύρισαν από αναλύσεις και άρθρα που έβαλλαν κατά του απεργού και του κινήματος αλληλεγγύης, παρουσιάζοντάς τους ως εκβιαστές της κοινωνίας, ως ανεύθυνους διασπορείς του κορωνοιού, ως τάγματα εφόδου σε πλήρη αρμονία, ανάλογα τη στιγμή του αγώνα και την καθεστωτική προπαγάνδα. Όλος ο κορμός που αντιπροσωπεύει τον κυβερνητικό και ευρύτερα συστημικό λόγο βάλθηκε να παραθέσει τα επιχειρήματα που καθιστούσαν την κυβερνητική γραμμή και την κρατική αδιαλλαξία ως τείχος απέναντι σε έναν σκοτεινό χαρακτήρα, έναν στυγνό δολοφόνο που εξυφαίνει ένα ευρύτερο σχέδιο διεμβόλισης της δημοκρατίας, με εμφυλιοπολεμικούς όρους που εκφράστηκαν σε κεντρικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Οι κάθε είδους και έκφανσης τοποθετήσεις υπέρ του αιτήματος του απεργού ενοποιήθηκαν και παρουσιάστηκαν ως ένα ενιαίο μπλοκ «υπερασπιστών του Κουφοντίνα» ώστε να γίνουν οι ανάλογες συνειδησιακές και νοηματικές συνδέσεις με την πολιτική φυσιογνωμία του απεργού και κατά συνέπεια με τις επιλογές αγώνα που έχει κάνει. Το δίλημμά από το κράτος τέθηκε: με τον Κουφοντίνα ή όχι, άρα με την τρομοκρατία ή όχι, άρα στην τελική ανάλυση με την αναγνώριση του κρατικού καπιταλιστικού μονοπωλίου της βίας και της επιβολής ή όχι. Αυτά διατρέχαν τις κάθε είδους τοποθετήσεις στον δημόσιο λόγο, με εξόφθαλμους και χονδροειδείς όρους, έως και στεγνά υβριστικούς και χυδαίους. Ο στόχος είναι ξεκάθαρα μια περίοδος έντασης, η περαιτέρω συντηρητικοποίηση των κοινωνικών κομματιών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση και το συντηρητικό μπλοκ, η επιβολή των πιο ψευδών και αποπροσανατολιστικών θεωριών ως ιστορικά ντοκουμέντα, η γελοιοποίηση και εγκληματοποίηση όσων αγωνίζονται και εν τέλει η αλλαγή σελίδας, με το θάψιμο της μεταπολίτευσης, με το σπάσιμο των νημάτων αγώνα όπου κρατούν μέχρι σήμερα και την δημιουργία ενός κόσμου που θα διψά για αίμα των εσωτερικών εχθρών την ίδια ώρα που θα γλύφει τα πόδια των εκμεταλλευτών μας. Η αργή και σε δημόσια θέα δολοφονία του Κουφοντίνα, ήταν ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Όσοι και όσες το δέχονται είναι όσοι και όσες δεν έχουν ζήτημα με τη δολοφονία του Ζακ, του Φύσσα, του Γρηγορόπουλου, των μεταναστών-στριών και τόσων άλλων, είναι όσοι και όσες αναμασούν τα επιχειρήματα που ακούγονται μετά από κάθε κρατική βαρβαρότητα και δολοφονία.

Όλα τα παραπάνω όμως, σε μεγάλο βαθμό και από πλατιά κομμάτια διαλύθηκαν. Η κρατική προπαγάνδα ψέματος και διαστρέβλωσης συνάντησε τεράστιες δυσκολίες και εν τέλει έπρεπε να αναδιπλωθεί, καθώς ακόμη και από το εσωτερικό του αστικού μπλοκ, οι διαφωνίες και η κατάδειξη της κυβερνητικής παρανομίας ήταν αρκετά μεγάλες, με κορυφαία πρόσωπα να κρατούν αποστάσεις από την επιλεγμένη κυβερνητική στρατηγική. Η αδιάλλακτη στάση, ιδιαίτερα στην Αθήνα, των συντρόφων-ισσών που αντιμετώπισαν τη λυσσαλέα κρατική καταστολή που σκόπευε να σωπάσει τις φωνές και πράξεις αλληλεγγύης στον Δ. Κουφοντίνα, δημιούργησε το απαραίτητο ρεύμα και κίνηση ώστε ο αγώνας να παραμείνει ζωντανός, ακέραιος στο χαρακτήρα του, να θέσει ζητήματα στην φαινομενική κρατική παντοδυναμία, να αποκαλύψει το νέο χαρακτήρα του κράτους που διαμορφώνεται. Ηρθε η στιγμή που συνδέθηκε και με τους ευρύτερους αγώνες και με τα υποκείμενα που όλο και περισσότερο εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους στο Δ. Κουφοντίνα, δημιουργώντας τις αδιαμφισβήτητα μεγάλες πορείες και συγκεντρώσεις πανελλαδικά και κυρίως, τη σύνδεση των ανθρώπων και των περιεχομένων στο δρόμο, σε μια κατεύθυνση που αδρά και σιγά σιγά διαμορφώνεται μια κοινή εικόνα για τη μοίρα που ακόμη μια φορά μας επιφυλάσσουν και μια αίσθηση ενός κοινού κόσμου που υπερασπιζόμαστε. Με αποκορύφωμα όλων αυτών, το κοινωνικό ξέσπασμα της Ν. Σμύρνης αλλά και τη μαζική παρουσία σε κάθε πόλη στις αντικατασταλτικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν.

Ο αγώνας που δώσαμε πλάι-πλάι επί δύο μήνες δεν ήταν παρά μια στιγμή. Μια στιγμή μέσα σε ένα συνεχές μερικών και μικρών νικών, ήττας, απογοήτευσης, παραίτησης, πάθους, αναθάρεματος, αγωνίας, ενθουσιασμού και αντιμετώπισης ενός εχθρού σαφώς πάνοπλου, σαφώς ισχυρού. Αν κάτι όμως ωφελεί, είναι τα ανταμώματα αυτά του αγώνα να αποτελέσουν πυξίδες και πολεμοφόδια μαζί. Να ατσαλωθούμε και να αξιοποιήσουμε κάθε μικρή ή μεγάλη μας αγωνιστική παρακαταθήκη οργανώνοντας την αντεπίθεση μας με όρους ποιοτικότερους, συντροφικότερους και πιο διεξοδικούς. Να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι σε εκείνα που χάσαμε αλλά και σε αυτά που κερδίσαμε, παλεύοντας ξανά και ξανά μέχρι να καταφέρουμε να προσπεράσουμε τις όποιες αγκυλώσεις, μέχρι να εντοπίσουμε τα ιδανικά και κομβικά σημεία συναρμογής, εκείνα που θα είναι ικανά να μετατρέψουν την επαναστατική προοπτική, σε επαναστατική πραγματικότητα. Ούτε βήμα πίσω!

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Ανοιχτή συνέλευση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας αγωνιστή Δ. Κουφοντίνα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s