
Τις τελευταίες εβδομάδες γίνεται πολύς λόγος για το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας, το οποίο έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να περάσει το κατώφλι της βουλής. Το εν λόγω νομοσχέδιο με τίτλο «Δευτεροβάθμια περίθαλψη, ιατρική εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», δεν αποτελεί παρά ένα νομοσχέδιο – οδοστρωτήρα, που έρχεται να προστεθεί στην αλυσίδα των αντιδραστικών νόμων των τελευταίων χρόνων που διαλύουν το Ε.Σ.Υ και μετατρέπουν την υγεία σε εμπόρευμα που λειτουργεί με βάση της νόμους της αγοράς.
Αν θέλουμε να σκιαγραφήσουμε το νέο σχέδιο νόμου, τότε θα πρέπει να κρατήσουμε τουλάχιστον τέσσερα κεντρικά σημεία, τα οποία φανερώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις προθέσεις των εμπνευστών του:
- Άρση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των ιατρών του Ε.Σ.Υ
- Δυνατότητα σε ιδιώτες ιατρούς να συνάψουν συμβάσεις μερικής απασχόλησης με δημόσια νοσοκομεία
- Δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού επαγγέλματος από ιατρούς που υπηρετούν στο Ε.Σ.Υ
- Καθιέρωση προγράμματος εξάμηνης κλινικής άσκησης για του αποφοίτους της ιατρικής, οι οποίοι θα πρέπει πριν το αγροτικό να εργαστούν για το συγκεκριμένο διάστημα σε κάποιο νοσοκομείο.
Το πρώτα τρία σημεία είναι αλληλένδετα και αναφέρονται μαζί στο σχέδιο νόμου με τον τίτλο «εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου που διέπει το καθεστώς απασχόλησης των ιατρών κλάδου Ε.Σ.Υ». Πίσω όμως από αυτόν τον καλογραμμένο τίτλο κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα και ο αντικοινωνικός σχεδιασμός των κυβερνόντων. Οι διατάξεις που δίνουν τη δυνατότητα προκήρυξης θέσεων μερικής απασχόλησης και επιτρέπουν στους ιατρούς του Ε.Σ.Υ να ασκήσουν ιδιωτικό έργο, αποτελούν την ταφόπλακα της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στην δημόσια υγεία. Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς αποτελεί ευθεία επίθεση στα κεκτημένα των εργαζομένων, οι οποίοι θα καλούνται να εργάζονται υπό ένα καθεστώς διαρκούς επισφάλειας και σε πολλές περιπτώσεις θα αναγκάζονται να δουλεύουν «part – time», με πολύ λιγότερα λεφτά και δικαιώματα. Η καθιέρωση των «part – time» εργαζομένων έρχεται σε σύγκρουση με τις πραγματικές ανάγκες του Ε.Σ.Υ και της κοινωνίας, καθώς αυτό που χρειάζεται είναι να καλυφθούν τα δεκάδες χιλιάδες κενά με μόνιμες προσλήψεις υγειονομικών και όχι να μπαλώνονται τρύπες με την πρόσληψη συμβασιούχων μερικού χρόνου.
Προχωρώντας παρακάτω στην σκιαγράφηση του νομοσχεδίου, μπορούμε να πούμε πως το δεύτερο και το τρίτο σημείο αποτελούν ένα ακόμα βήμα προς την κατεύθυνση της ολοένα μεγαλύτερης εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα με την δημόσια υγεία. Η είσοδος ιδιωτών στα δημόσια νοσοκομεία, αφενός περιορίζει τις μόνιμες και σταθερές θέσεις εργασίας στην δημόσια υγεία και αφετέρου δημιουργεί ένα ιδιότυπο καθεστώς, καθώς δημιουργούνται εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην παρεμπόδιση των συλλογικών διεκδικήσεων των εργαζομένων. Παράλληλα, και αυτό ίσως είναι το πιο κρίσιμο σημείο για τους ασθενείς και την κοινωνία, η άσκηση ιδιωτικού ιατρείου παράλληλα με την κατοχή θέσης σε δημόσιες δομές υγείας είναι δεδομένο πως θα μετατρέψει τα νοσοκομεία σε προθάλαμο των ιδιωτικών ιατρείων. Αυτό θα συμβεί τόσο επειδή οι τεράστιες λίστες αναμονής για τα ραντεβού θα αναγκάζουν τους ασθενείς να στραφούν στο ιδιωτικό ιατρείο του γιατρού που είχαν επισκεφθεί προηγουμένως στο δημόσιο νοσοκομείο, όσο και επειδή αρκετοί γιατροί θα παροτρύνουν οι ίδιοι τους ασθενείς να κλείσουν ραντεβού στο ιδιωτικό ιατρείο και όχι στο νοσοκομείο, είτε εξαιτίας των συνθηκών, είτε λόγω των καλύτερων οικονομικών απολαβών που θα εξασφαλίζουν με αυτόν τον τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, οι χαμένοι από όλη αυτήν την υπόθεση δεν είναι άλλοι από τους ασθενείς, και μιλάμε για τους ασθενείς των χαμηλότερων ταξικών στρωμάτων, οι οποίοι εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από το Ε.Σ.Υ.
Όσο αφορά το τέταρτο σημείο, αυτό της εξάμηνης κλινικής άσκησης των νέων γιατρών, στην ουσία αποτελεί τη συνέχεια ενός νόμου που είχε συζητηθεί την προηγούμενη χρονιά και είχε βρει απέναντί του τους αγωνιζόμενους υγειονομικούς και τους νέους γιατρούς. Όσο και αν το κράτος λέει ότι θεσπίζει αυτήν την εξάμηνη κλινική άσκηση προκειμένου να εκπαιδευτεί καλύτερα ο νέος γιατρός, η πραγματικότητα είναι πως η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί σε τίποτα άλλο παρά στο να καλύψει με όποιον τρόπο μπορεί να χιλιάδες κενά που υπάρχουν στα δημόσια νοσοκομεία. Γι αυτόν τον λόγο υποχρεούνται οι νέοι γιατροί να υπηρετήσουν αυτό το εξάμηνο, όντας ουσιαστικά αυτοί που θα βγάζουν την λάντζα μέσα στα υποστελεχωμένα νοσοκομεία.
Είναι προφανές ότι όσα αναφέρονται παραπάνω προσπαθούν απλά να σκιαγραφήσουν κάποιους βασικούς άξονες του νέου νόμου. Οι διατάξεις που εμπεριέχονται σε αυτόν σε καμία περίπτωση δεν έρχονται ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με τις επιταγές του κράτους και του κεφαλαίου, οι οποίοι θέλουν να τελειώνουν μια για πάντα με κάθε έννοια δημόσιας υγείας. Πριν από αυτό το νομοσχέδιο είχαν προηγηθεί μια σειρά από αντιδραστικούς νόμους, οι οποίοι καθιέρωναν τις ΣΔΙΤ, ξήλωναν την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, έδιναν τη δυνατότητα για διενέργεια απογευματινών χειρουργείων επί πληρωμή στα δημόσια νοσοκομεία και τσάκιζαν τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων. Και φυσικά, είχε προηγηθεί η εγκληματική διαχείριση της πανδημίας από την πλευρά του κράτους, η οποία φανέρωσε με τον καλύτερο τρόπο ότι το κράτος και οι κυρίαρχες τάξεις δεν ενδιαφέρονται σε καμία περίπτωση για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Όπως συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, το νέο νομοσχέδιο αποτελεί κομμάτι του σχεδίου για το «Νέο Ε.Σ.Υ», έναν όρο που χρησιμοποιεί το κράτος για να σηματοδοτήσει την διάλυση της δημόσιας-δωρεάν υγείας και την μετατροπή της υγείας σε εμπόρευμα. Μπροστά σε αυτή τη συνθήκη, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να αντιληφθούμε ότι ο αγώνας για την υπεράσπιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της υγείας είναι ένας αγώνας που μας αφορά όλους. Αφορά ιδιαίτερα όσους ανήκουμε στα κατώτερα στρώματα, όσους δεν μπορούμε να καταφύγουμε στα πανάκριβα ιδιωτικά κέντρα, όσους παλεύουμε κάθε μέρα προκειμένου να επιβιώσουμε, εν μέσω της ολομέτωπης επίθεσης που δεχόμαστε. Εμείς επομένως, οφείλουμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και μαζί με τους υγειονομικούς και όλη την αγωνιζόμενη κοινωνία, να βρεθούμε στους δρόμους για να υπερασπιστούμε τις ανάγκες και τα κεκτημένα μας, μπλοκάροντας τους σχεδιασμούς των κυρίαρχων.
Ανδρέας Κ.