Tο Ενιαίο Μέτωπο και η Συγκρότηση της Τάσης

Άρθρο του Tommy Lawson στο libcom.org που παρουσιάζει τις έννοιες που χρησιμοποίησαν οι αναρχικοί για να ορίσουν τη συνεργασία τους με άλλες τάσεις κατά τη διάρκεια του αγώνα. Θα δημοσιευτεί σε 2 μέρη.

Όπως γνωρίζουμε, τα επαναστατικά κινήματα δεν αποτελούν την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αν το έκαναν, θα υπήρχε ήδη σοσιαλισμός. Επομένως, κάθε επαναστατική τάση πρέπει να θέτει προβληματισμούς που σχετίζονται με την απομόνωση αλλά και τις πιθανές συμμαχίες της, τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους της, τα στρατηγικά και τακτικά μέσα για την επίτευξή των. Οι σχέσεις μεταξύ επαναστατών και ρεφορμιστών, η συγκυριακή ανάλυση των αντικειμενικών συνθηκών, οι προοπτικές της άμυνας και της επίθεσης και το πολιτικό επίπεδο στο οποίο γίνονται οι συμμαχίες, αποτελούν, όλα, προβληματισμούς για περαιτέρω συζήτηση. Τέλος, μια ρεαλιστική εκτίμηση των σχέσεων με την εργατική βάση παρέχει σημαντικές πληροφορίες στη σύλληψη ιδεών. Τα θεωρητικά πλαίσια που εδραιώνονται με το πλεονέκτημα της εμπειρίας του παρελθόντος, μας βοηθούν να ξεκαθαρίσουμε τι λειτουργεί και πού.

Ένα κοινό πεδίο για τη συλλογική πάλη που χρησιμοποιούσαν οι σοσιαλιστές επαναστάτες ήταν το Ενιαίο Μέτωπο. Το Ενιαίο Μέτωπο θεωρητικοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 από τη μαρξιστική Κομιντέρν και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Λέον Τρότσκι. Σχεδόν ταυτόχρονα, ένα παρόμοιο μοντέλο διατυπώθηκε από τους Ιταλούς αναρχικούς Armando Borghi και Errico Malatesta. Οποιαδήποτε κατανόηση του Ενιαίου Μετώπου πρέπει να αντιπαρατεθεί με το Λαϊκό Μέτωπο, που υποστήριζαν τα σταλινικά κόμματα και η Κομιντέρν τη δεκαετία του 1930.

Ωστόσο, το Ενιαίο Μέτωπο, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από μαρξιστικές και αναρχικές ομάδες ως στρατηγική σήμερα, δεν προσφέρεται ως λύση «παντώς καιρού». Το πεδίο παρέμβασης, η επίτευξητων στόχων και το πολιτικό πλαίσιο, απαιτούν διαφορετικό είδος δουλειάς ώστε να επιτευχθούν οι σωστές προσεγγίσεις μιας πολιτικής δουλειάς εκ μέρους μας. Απαντώντας στα διαφορετικά πλαίσια, αναρχικοί διαφορετικών τάσεων έχουν εκφράσει διάφορες προσεγγίσεις. Από το Ενιαίο Προλεταριακό Μέτωπο και το Ενιαίο Επαναστατικό Μέτωπο της UAI[1], τη συνδικαλιστική Εργατική Συμμαχία της CNT, τη Μαχητική Τάση της FAU[2] ως τη σύγχρονη εσπεσιφιστική (ειδική) Συγκρότηση της Τάσης. Κάθε ένα από τα παραπάνω παραδείγματα, συνέβαλε στη συζήτηση για το πώς οι αναρχικοί μπορούν και πρέπει να προσεγγίσουν τις συνεργασίες με άλλες κοινωνικές δυνάμεις.

Γιατί Μετωπικός Αγώνας;

Ο κοινωνικός αγώνας κινητοποιεί όχι μόνο ανθρώπους διαφόρων τάξεων, αλλά προφανώς και διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών. Σε κάθε περίπτωση θα υπάρχει μια πληθώρα δυνάμεων που θα εργάζονται για την επίτευξη άλλοτε διαφορετικών και άλλοτε παρόμοιων στόχων. Για παράδειγμα, σχεδόν όλοι μπορούν να αντιτεθούν στη μοναρχία˙ από τους προοδευτικούς αστούς ρεπουμπλικάνους, μέχρι τους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς. Ενάντια σε μια συντηρητική κυβέρνηση, σε ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, μπορεί να είναι, επίσης ο καθένας˙ από σοσιαλδημοκράτες μέχρι αναρχικούς. Επιπλέον, σε μια στιγμή κοινωνικής επανάστασης θα υπάρχουν διάφορες παρατάξεις πρόθυμες να «πάνε μέχρι το τέλος», ακόμα κι αν διαφέρουν κάπως στα οράματά τους για μια μεταεπαναστατική κοινωνία. Μέσα στα κοινωνικά κινήματα και τους συνδικαλιστικούς αγώνες τα ερωτήματα που τίθενται είναι διαφορετικά για άλλη μία φορά.

Το οργανώνεσθαι, σε κάθε περίπτωση, απαιτεί μία θεωρητική συγκρότηση η οποία θα μπορεί να παρέχει ένα πλαίσιο για την αξιολόγηση μιας συγκεκριμένης κατάστασης: τι μπορεί να επιτευχθεί και πώς το κίνημα μπορεί να εξελιχθεί περαιτέρω. Πρέπει να αναλυθεί η ισορροπία δυνάμεων και να χαραχθεί μια πορεία προς τα εμπρός μιας και ένα θεωρητικό πλαίσιο θα πρέπει να παρέχει μια στρατηγική. Ιστορικά, υπήρξαν αρκετά εννοιολογικά πλαίσια και επακόλουθες στρατηγικές που υιοθετήθηκαν από την ακροαριστερά όσον αφορά την καθοδηγητική δουλειά όχι μόνο κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, αλλά και κατά τη διάρκεια των καθημερινών αγώνων. Αξίζει να αναφερθούμε εν συντομία σε καθεμία από αυτές, τις πιο κοινές στρατηγικές προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία και στη συνέχεια να προταθεί ένα εναλλακτικό πλαίσιο.

Το Λαϊκό και Ενιαίο Μέτωπο

Το πρώτο πλαίσιο που θα εξετάσουμε είναι το Λαϊκό Μέτωπο. Το Λαϊκό Μέτωπο ήταν το όνομα του εκλογικού συνασπισμού σοσιαλιστών και αριστερών Ρεπουμπλικανών κατά τις ισπανικές εκλογές του 1936. Στη Γαλλία, ένας παρόμοιος συνασπισμός υιοθέτησε ακριβώς το ίδιο όνομα. Η στρατηγική των κατ’ όνομα προλεταριακών, επαναστατικών οργανώσεων που εισέρχονταν και υπότασσαν εαυτόν σε συνασπισμούς με προοδευτικές αστικές δυνάμεις διατυπώθηκε από την Κομιντέρν ως λύση, ενάντια στη διεθνή απειλή του φασισμού. Η λογική ήταν ότι οι επαναστατικοί στόχοι της εργατικής τάξης ήταν προς το παρόν ανέφικτοι, επομένως οι οργανώσεις της έπρεπε να σχηματίσουν συμμαχία με τις προοδευτικές αστικές δυνάμεις. Οι εργάτες, υποστηρίχθηκε, δεν μπορούσαν να νικήσουν τον φασισμό μόνοι τους.

Ωστόσο, η Κομιντέρν το 1936 είχε επίσης ως απώτερο σκοπό να υποστηρίξει τα σοβιετικά εθνικά συμφέροντα έναντι της διεθνούς επανάστασης. Η στροφή προς το Λαϊκό Μέτωπο ήταν απότομη για τα συνδεδεμένα με την Κομιντέρν κόμματα, μετά από μια περίοδο «υπεραριστερισμού» που είχε ξεκινήσει το 1928. Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Τρίτης Περιόδου» που οδήγησε στο Λαϊκό Μέτωπο, τα Κομμουνιστικά Κόμματα είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν ακόμη και με άλλες αριστερές προλεταριακές δυνάμεις. Το ζιγκ-ζαγκ της πολιτικής της Κομιντέρν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αντανακλούσε τις άμεσες ανάγκες αυτού που είχε ήδη αναπτυχθεί ως σοβιετικός επεκτατισμός.

Ως εκ τούτου, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Ισπανία, τέθηκε υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης. Η υποστήριξη με τη μορφή όπλων γινόταν υπό όρους για την άμβλυνση των επαναστατικών φιλοδοξιών. Η κολεκτιβοποίηση εγκαταλείφθηκε για να «κερδηθεί ο πόλεμος» προσελκύοντας υποστήριξη από ξένα, μη φασιστικά αστικά κράτη. Αλλά το Λαϊκό Μέτωπο ήταν μια απόλυτη καταστροφή. Όχι μόνο τα ξένα «δημοκρατικά» έθνη δεν υποστήριξαν τη Δημοκρατία ενάντια στους φασίστες, αλλά οι αστικές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν τη συμμαχία για να συντρίψουν τις δυνάμεις της εργατικής τάξης. Το αποτέλεσμα ήταν μια αυστηρά περιορισμένη επαναστατική ώθηση που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να είχε προκύψει από μια σοβαρή κρίση του καπιταλισμού. Η υποχώρηση της κολεκτιβοποίησης είχε ένα δευτερεύον αποτέλεσμα, την παράλυση τόσο του ηθικού όσο και της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, η Γαλλία και το Βέλγιο γνώρισαν τεράστια κύματα απεργιών και καταλήψεις εργοστασίων. Η δυνατότητα του διεθνούς προλεταριάτου να βοηθήσει τους Ισπανούς επαναστάτες προδόθηκε στη συνέχεια από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τη λογική του Λαϊκού Μετώπου.

Όπως σημείωσε, τότε, το ιταλικό αριστερό-κομμουνιστικό περιοδικό Bilan, η Ισπανική Επανάσταση τελικά ηττήθηκε υπό το σύνθημα του Αντιφασισμού. Μετά την ήττα της Ισπανικής Επανάστασης, η στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου χρησιμοποιήθηκε έκτοτε με καταστροφικά αποτελέσματα˙ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μιας σειράςαγώνων για την Εθνική Απελευθέρωση[3] και ακόμη και της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973 στη Χιλή.

Το Λαϊκό Μέτωπο πρέπει φυσικά να αντιπαραβληθεί με το Ενιαίο Μέτωπο. Το Ενιαίο Μέτωπο, όπως γίνεται ευρέως κατανοητό, ήταν μια στρατηγική που αναπτύχθηκε από το Μπολσεβίκικο Κόμμα και εφαρμόστηκε μέσω της Κομιντέρν σε διάφορα άλλα εθνικά πλαίσια. Ήταν μια στρατηγική για την αμυντική περίοδο μετά τη Ρωσική Επανάσταση. Τα διεθνή επαναστατικά κινήματα, ιδιαίτερα εκείνα στην Ιταλία και τη Γερμανία, είχαν αποτύχει και η πιθανότητα διεθνούς επανάστασης είχε μειωθεί σοβαρά.

Στην Ιταλία, στις αρχές της φασιστικής αντίδρασης του 1921, ο διάσημος αναρχικός Ερρίκο Μαλατέστα πρότεινε το Fronte Unico Rivoluzionario. Η πρόθεση ήταν να σχηματιστεί ένα αμυντικό, Αντιφασιστικό Ενιαίο Μέτωπο. Οι Ιταλοί εργάτες είχαν αρχικά σχηματίσει Επιτροπές Εργατικής Άμυνας, ενώνοντας προλετάριους –σε αντίθεση με τις ηγεσίες τους- για να αντιμετωπίσουν τη φασιστική επίθεση. Αυτές οι Επιτροπές Άμυνας σύντομα ενώθηκαν με αριστερούς πρώην στρατιωτικούς, ιδρύοντας την αντιφασιστική πολιτοφυλακή  Artidi del Popolo. Εν τέλει το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα αποχώρησαν και τα δύο από τους Artidi, αφήνοντας τους αναρχικούς, τους συνδικαλιστές και τους ρεπουμπλικάνους να πολεμήσουν μόνοι τους τον φασισμό.  Ο Λέον Τρότσκι εξέλιξε περαιτέρω την Αντιφασιστική μορφή του Ενιαίου Μετώπου στη δεκαετία του 1930, υποστηρίζοντας ότι οι γερμανικές εργατικές οργανώσεις πρέπει, σε πρακτικό επίπεδο, να ενωθούν για μαζική δράση ώστε να αντιμετωπίσουν τη φασιστική απειλή.

Σε γενικές γραμμές, το Ενιαίο Μέτωπο προτείνει οι επαναστατικές προλεταριακές οργανώσεις να σχηματίσουν τακτικές και στρατηγικές συμμαχίες με ρεφορμιστικές προλεταριακές οργανώσεις, όπως οι σοσιαλδημοκράτες. Πρώτον, στην αμυντική μορφή είναι μια στρατηγική που εφαρμόζεται όταν οι ριζοσπαστικές δυνάμεις είναι μειοψηφία. Είναι επιτακτική ανάγκη σε αυτές τις συμμαχίες η επαναστατική οργάνωση να διατηρεί το δικαίωμά της στην ανεξαρτησία. Στον αγώνα για την επίτευξη συγκεκριμένων, κοινών πολιτικών στόχων, οι σοσιαλδημοκράτες θα κάνουν αυτό που αναπόφευκτα κάνουν. Θα παραπαίουν, θα σταματήσουν μακριά από τον στόχο ή θα προδώσουν την τάξη. Η άλλη όψη του Ενιαίου Μετώπου, είναι ότι κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αγώνα οι εργάτες παίρνουν μια γεύση της δικής τους δύναμης. Μπορεί να επιθυμούν να προβάλουν ακόμη πιο ριζοσπαστικά αιτήματα, τα οποία οι ρεφορμιστές δεν θα επιθυμούν να επιδιώξουν. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις καταστάσεις, οι επαναστατικές κομμουνιστικές οργανώσεις μπορούν να επισημάνουν τις αποτυχίες της ρεφορμιστικής πολιτικής. Αυτό μπορεί δυνητικά να οδηγήσει στο να κερδηθεί η βάση και ορισμένες φορές ακόμη και η ηγεσία των ρεφορμιστικών οργανώσεων με τις οποίες οι επαναστάτες συνεργάστηκαν. Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε μια περίοδο όπου οι επαναστάτες θα μπορούν να « να το γυρίσουν» στην επίθεση.

Μια ελαφρώς διαφορετική μορφή Ενιαίου Μετώπου είχε επίσης προταθεί από τον Ιταλό αναρχοσυνδικαλιστή Armando Borghi το 1920 στο αποκορύφωμα των εργοστασιακών καταλήψεων γνωστή ως Ενιαίο Προλεταριακό Μέτωπο,η οποία αποτέλεσε αποτέλεσε μια επιθετική θέση. Ο Borghi ήλπιζε να φέρει τις εργατικές οργανώσεις που είχανδιακηρύξειαφοσίωση τους στην επανάσταση, σε ένα κοινό μέτωπο με σκοπό τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό περιλάμβανε μια σειρά από συνδικάτα και σοσιαλιστικά κόμματα. Ενώ οι αναρχικοί συνειδητοποίησαν με την πρόταση ότι μπορεί να μην κερδίσουν την ηγεσία των λιγότερο επαναστατικών οργανώσεων, ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν τους εργάτες. Αυτή η επιθετική εκδοχή του Ενιαίου Μετώπου απέτυχε. Οι Σοσιαλιστές, παρά τη συμμετοχή τους στην Τρίτη Διεθνή και τη ρεφορμιστική συνδικαλιστική ένωση, τη CGIL, ψήφισαν να μην επιδιώξουν την κοινωνική επανάσταση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνολικά, το Ενιαίο Μέτωπο έχει σταθερή στρατηγική λογική ως αμυντική ιδέα. Μα φυσικά έχει και τα μειονεκτήματά του. Δεν είναι όμως τόσο τρομερά όσο του Λαϊκού Μετώπου. Το μοντέλο του Ενιαίου Μετώπου μπορεί να εφαρμοστεί με σύγχυση από ορισμένες τροτσκιστικές ομάδες σε κάθε είδους καταστάσεις και επίπεδα πολιτικής πάλης. Για παράδειγμα, στους Διεθνείς Σοσιαλιστές, το Ενιαίο Μέτωπο μπορεί να περιλαμβάνει εκστρατείες όπου οι προοδευτικές συμμαχίες περιλαμβάνουν στην πραγματικότητα αστικές και μικροαστικές δυνάμεις. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα οι σοσιαλιστικές οργανώσεις να προσαρμόζουν ή να εντάσσουν την πολιτική τους στις σοσιαλδημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις που υπερτερούν κατά πολύ.

Η εσφαλμένη χρήση του Ενιαίου Μετώπου σε αγώνες μπορεί να λειτουργήσει ως ξέπλυμα για τη φιλελεύθερη πολιτική. Επιπλέον, σε πιο σοβαρές πολιτικές συμμαχίες το Ενιαίο Μέτωπο μπορεί να κινδυνεύει να ερμηνευτεί από τους εργάτες ως προδοσία των επαναστατικών αρχών. Ειδικά εάν σε κρίσιμες στιγμές οι ρεφορμιστικές δυνάμεις δεν ανταποκρίνονται στο συμφωνηθέν καθήκον τους για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, ή εάν οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις στραφούν εναντίον των επαναστατών. Και στις δύο περιπτώσεις αυτό κινδυνεύει να αφήσει τις επαναστατικές δυνάμεις απομονωμένες και να παρουσιαστούν ως τυχοδιωκτικές. Τέλος, η συμφωνία από την ηγεσία των οργανώσεων για ένα Ενιαίο Μέτωπο δεν εγγυάται τη συνεργασία σε επίπεδο βάσης. Τελικά, αυτό που κάνει ένα Ενιαίο Μέτωπο αποτελεσματικό είναι τόσο η εμπιστοσύνη που οικοδομείται με τη συνεργασία σε βασικά επίπεδα των συστατικών οργανώσεων, το πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο στο οποίο θα λειτουργήσει το Ενιαίο Μέτωπο, όσο και η σωστή ανάλυση της συγκυρίας.


[1]     Η Ιταλική Αναρχική Κομμουνιστική Ένωση (Unione comunista anarchica italiana, UCAI) ή Ιταλική Αναρχική Ένωση (Unione anarchica italiana, UAI), ήταν μια ιταλική πολιτική οργάνωση που ιδρύθηκε στη Φλωρεντία το 1919. Έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Κόκκινης Διετίας, πριν κατασταλεί από το φασιστικό καθεστώς το 1926. Μέλη της υπήρξαν διάφοροι επιφανείς Ιταλοί αναρχικοί όπως ο Errico Malatesta, ο Armando Borghi και ο Luigi Fabbri.

[2]     Η Aναρχική Oμοσπονδία Ουρουγουάης (Federación Anarquista Uruguaya) ιδρύθηκε το 1956. Ο ένοπλος βραχίονας της οργάνωσης, η Λαϊκή Επαναστατική Οργάνωση 33 (Organización Popular Revolucionaria-33, OPR-33), έδρασε κατά την περίοδο της δικτατορίας παράλληλα με τους Tupamaros. Αργότερα, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της ανασύστασης του αναρχικού κινήματος στη Λατινική Αμερική.Η FAU είναι η οργάνωση που εισήγαγε το οργανωτικό μοντέλου του Εσπεσιφισμού, δηλαδή, της Ειδικής Αναρχικής Οργάνωσης και του οργανωτικού δυϊσμού.

[3]     Εννοεί τα αντιαποικιακά κινήματα που εκδηλώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s