Στις 26-31 Αυγούστου του 1907 έλαβε χώρα το Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο στο Άμστερνταμ.

Στο διάστημα μιας βδομάδας, οι σύνεδροι που συμμετείχαν στο Συνέδριο ασχολήθηκαν σοβαρά με μια σειρά καίριων ζητημάτων που απασχολούσαν το διεθνές αναρχικό κίνημα της εποχής, όπως το πάντα ακανθώδες ζήτημα της οργάνωσης, της δουλειάς στο συνδικαλιστικό κίνημα, το ζήτημα της γενικής απεργίας ως μεθόδου πάλης και διάφορα άλλα, καθώς και την πιθανότητα ίδρυσης μιας νέας Αναρχικής Διεθνούς.

Σύνεδροι

Στο συνέδριο συμμετείχαν πολλοί αναρχικοί και αναρχικές από όλον τον κόσμο. Πήραν μέρος σε αυτό σημαντικές φυσιογνωμίες του διεθνούς αναρχικού κινήματος της εποχής, όπως οι Christian Cornelissen, Errico Malatesta, Luigi Fabbri, Emma Goldman, Aristide Ceccarelli, Thomas Keel, Karl Walters, Nikolai Rogdaev, S. Velev, Pierre Monatte, Amedee Dunois και αρκετοί άλλοι από χώρες όπως Ολλανδία, Ιταλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Αργεντινή, Αγγλία, Πολωνία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία, Βέλγιο, Γαλλία και Βοημία.

Πριν το Συνέδριο του Άμστερνταμ

Το προηγούμενο από αυτό Αναρχικό Συνέδριο ήταν αυτό του 1881 στο Λονδίνο, που αποτέλεσε προσπάθεια επανασύστασης της παλαιάς Διεθνούς του St. Imier. Αυτό συγκέντρωσε τα λίγα εναπομείναντα αντιεξουσιαστικά στοιχεία της Διεθνούς που είχαν εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο[2], ήταν η τελευταία αναρχική προσπάθεια να «σταθεί η παλιά Διεθνής στα πόδια της με κάποιο τρόπο». Κατά την περίοδο ανάμεσα στο 1881 και το 1907 συνέβησαν αρκετές και δραματικές αλλαγές στο εργατικό κίνημα. Αυτή την περίοδο, οι αναρχικοί απομονώθηκαν από την εργατική τάξη, αν και μερικοί ελάχιστοι σύντροφοι παρέμειναν στο πλευρό των εργαζομένων.

Αν και ο αναρχισμός διατηρούσε μια αναμφισβήτητη ζωντάνια σε πολλές χώρες, σχεδόν παντού – εκτός από την Ισπανία – η αίσθηση της οργανωτικής συνέχειας, των διεθνών σχέσεων και μιας συνεκτικής επαναστατικής στρατηγικής είχε χαθεί. Πολλοί αναρχικοί έγιναν πιο δεκτικοί στο ρεφορμισμό, ενώ άλλοι ανέπτυξαν αδιάλλακτες θέσεις ενάντια στις εκλογές και υπέρ της προπαγάνδας με τη δράση, στοιχεία που θα χαρακτήριζαν τη φυσιογνωμία του αναρχικού κινήματος για τις επόμενες δεκαετίες. Η τελευταία τάση έγινε κυρίαρχη καθώς η Διεθνής παρήκμαζε, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο τους ρεφορμιστές και άλλους επαναστάτες. Ούτε ορισμένες μεμονωμένες προσπάθειες, όπως αυτή του Malatesta το 1884[3], φαίνονταν ικανές να αλλάξουν αυτήν την τάση και να ξαναφέρει ένα διεθνιστικό κίνημα πιο κοντά στο αρχικό (Antonioli, 2007).

Δομή συνεδρίου

Όταν το αναρχικό κίνημα συνειδητοποίησε σε κάποια φάση ότι έπρεπε να θέσει ένα τέλος στην απομόνωσή του, το αποτέλεσμα ήταν να συγκληθεί το Διεθνές Συνέδριο στο Άμστερνταμ στο οποίο έπρεπε να συζητηθούν τα πιο σημαντικά ζητήματα της εποχής: η στάση των αναρχικών απέναντι στο νέο (τότε) φαινόμενο του συνδικαλισμού καθώς και το ζήτημα της αναρχικής οργάνωσης και αυτά αποτέλεσαν τα κεντρικά και ρηξιακά ζητήματα που συζητήθηκαν στο εν λόγω συνέδριο.

Την πρώτη μέρα συζητήθηκε η κατάσταση του αναρχικού κινήματος με τοποθετήσεις από το Βέλγιο, τη Βοημία, την Ολλανδία, τις ΗΠΑ, τη Βιέννη, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Σερβία, την Ιταλία και τη Βρετανία. Τη δεύτερη μέρα το απόγευμα ξεκίνησε η συζήτηση «Αναρχισμός και Οργάνωση» η οποία συνεχίστηκε την επόμενη μέρα το πρωί. Μετά από αυτή τη συζήτηση, πραγματοποιήθηκε μια εσωτερική κουβέντα που επιχείρησε να βγάλει ένα αποτέλεσμα της συζήτησης που προηγήθηκε. Έτσι, δόθηκε στον Τύπο η εξής ανακοίνωση:

Φωτογραφία από συνάντηση της αναρχοσυνδικαλιστικής USI (Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης). Από το συνέδριο του Άμστερνταμ δεν διασώζεται κάποιο στιγμιότυπο

«Οι Αναρχικοί (άτομα και εκπρόσωποι ομάδων και ομοσπονδιών) που συγκεντρώθηκαν στο Άμστερνταμ δηλώνουν ότι:

Η Αναρχική Διεθνής συγκροτείται. Αποτελείται από τις υπάρχουσες οργανώσεις, από άτομα, ομάδες και ομοσπονδίες. Τα άτομα, οι ομάδες και οι ομοσπονδίες παραμένουν αυτόνομες. Ιδρύεται η Διεθνής Επιτροπή, αποτελούμενη από πέντε αντιπροσώπους. Η Επιτροπή θα βρει διεθνή αρχεία Αναρχικών, που θα είναι προσβάσιμα σε όλους τους συντρόφους. Θα επικοινωνήσει με τους Αναρχικούς σε όλες τις χώρες, είτε άμεσα είτε μέσω τριών συντρόφων που θα επιλέξουν οι ομάδες ή οι ομοσπονδίες αυτών των χωρών. Για την συμμετοχή ατόμων στη Διεθνή, το άτομο πρέπει να αναγνωρίζεται από μία οργάνωση, από την Επιτροπή ή από γνωστούς –στην Επιτροπή- συντρόφους. Τα έξοδα της Επιτροπής και των αρχείων θα καλυφθούν από τις ομοσπονδίες, ομάδες και άτομα».

Το βράδυ της τρίτης μέρας ξεκίνησε η συζήτηση «Αναρχισμός και Συνδικαλισμός», η οποία συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα του συνεδρίου και σημαδεύτηκε από την διαπάλη Monatte-Malatesta σε σχέση με τον ρόλο των συνδικάτων στην επαναστατική προοπτική και τη συμμετοχή των αναρχικών σε αυτά. Ο Monatte,μια από τις κεντρικές φιγούρες της γαλλικής CGT, υποστήριζε πως ο συνδικαλισμός βρίσκεται στον πυρήνα του αναρχισμού και τόνισε τις ομοιότητες μεταξύ συνδικαλισμού και αναρχισμού, λέγοντας πως ο συνδικαλισμός είναι φορέας αναρχικών αξιών στο εργατικό κίνημα. Αντιλαμβανόταν πως η εμπλοκή των αναρχικών στο εργατικό κίνημα εμπλούτιζε το τελευταίο, ενώ έκανε παράλληλα τον αναρχισμό πιο οικείο ανάμεσα στους εργάτες. Από την άλλη μεριά, ο Malatesta υποστήριξε την οργάνωση σε εργατικά συνδικάτα, αλλά δεν πίστευε πως η προοπτική αυτή θα ήταν από μόνη της αποτελεσματική. Οι αναρχικοί έπρεπε να εισέλθουν στα συνδικάτα, όχι με την πρόθεση να τα μετατρέψουν σε «κόκκινα συνδικάτα», αλλά με την πρόθεσή τους να τα χρησιμοποιήσουν ως πεδίο προπαγάνδας, προσπαθώντας να τα κρατήσουν ανοιχτά για όλους τους εργαζόμενους, παλεύοντας ενάντια στη γραφειοκρατία και τον συντηρητισμό. Σημείωσε εύστοχα ότι ακόμη και τα πιο ριζοσπαστικά συνδικάτα θα μπορούσαν να εκφυλιστούν σε συντηρητικά, πολεμώντας άλλα τμήματα της εργατικής τάξης. Η γενική απεργία δεν είναι πανάκεια, καθώς πάντα θα χρειάζεται να τη συνοδεύει η εξέγερση.

Την τελευταία μέρα, θέμα συζήτησης υπήρξε ο αντιμιλιταρισμός.

Αποφάσεις συνεδρίου

Συμπερασματικά, στο συνέδριο συμφωνήθηκε πως οι ιδέες της αναρχίας και της οργάνωσης δεν είναι καθόλου ασύμβατες μεταξύ τους αλλά συμπληρώνει η μια την άλλη. Συμφώνησαν πως η μεμονωμένη δράση, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν θα μπορούσε να είναι επαρκής χωρίς κοινή δράση, όπως και η κοινή δράση δεν θα ήταν επαρκής χωρίς ατομική δράση κι επιπλέον πως η οργάνωση και η σύνδεση μαχητικών δυνάμεων θα έδινε νέα ώθηση στην διάχυση των αναρχικών ιδεών. Συμφώνησαν επίσης στην δημιουργία και άλλων αναρχικών ομάδων και στην ομοσπονδιοποίηση των ήδη υπαρχουσών ομάδων.” Μια Αναρχική Διεθνής δημιουργήθηκε αποτελούμενη από διεθνή επιτροπή πέντε μελών (ErricoMalatesta, RudolfRocker, AlexanderSchapiro, JohnTurner και JeanWilquet), με ευθύνη να δημιουργήσουν ένα διεθνές αναρχικό αρχείο και να συνδέσουν τους αναρχικούς από διάφορες χώρες. Η επιτροπή είχε έδρα το Λονδίνο. Το νέο συνέδριο προγραμματίστηκε να πραγματοποιηθεί το 1909. Η νέα διεθνής εξέδωσε 12 φύλλα μιας εφημερίδας και το 1911 έπαψε να λειτουργεί.

Σε ό, τι αφορά τον συνδικαλισμό, οι αναρχικοί που βρέθηκαν και συζήτησαν στο συνέδριο του Άμστερνταμ αποφάσισαν πως τα συνδικάτα αποτελούν τα θεμελιώδη όργανα του αγώνα του προλεταριάτου, ότι είναι απαραίτητο το επαναστατικό πνεύμα, πάντα πιο τολμηρό προκειμένου να κατευθύνει τις προσπάθειες της συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενώ συνιστούν στους αναρχικούς σε όλον τον κόσμο, μην αφήνοντας στην άκρη την αναρχική δράση, να συμμετέχουν ενεργά στα συνδικάτα επιχειρώντας να διαχύσουν την επαναστατική δράση.

Αντί επιλόγου

Το συνέδριο του Άμστερνταμ αποτελεί μια ιστορική στιγμή στην εξέλιξη του διεθνούς αναρχικού κινήματος. Αναγνώρισε ως σημαντικά και επιχείρησε να απαντήσει σε κεντρικά ερωτήματα τόσο για την εποχή όσο και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το διεθνές αναρχικό κίνημα. Σημαντικά ζητήματα, όμως, που διακυβεύονται και αποτελούν θέμα ζύμωσης και συζήτησης μέχρι και σήμερα για τους αναρχικούς σε όλον τον κόσμο.

Έχει μεγάλη σημασία να διαβάζουμε την ιστορία μας, ως αναρχικοί και αναρχικές, να μαθαίνουμε και να εξάγουμε συμπεράσματα από αυτήν γιανα εφοδιαζόμαστε και να μπορούμε να συνεισφέρουμε προκειμένου το αναρχικό κίνημα να εξελίσσεται, να πηγαίνει μπροστά και να μπορεί να δίνει διεξοδικές λύσεις και επαναστατικές προοπτικές. Σήμερα, τα ζητήματα της οργάνωσης των αναρχικών και του τρόπου συμμετοχής τους στα σωματεία είναι μια ανοιχτή συζήτηση που δεν έχει καταλήξει 114 χρόνια μετά τη διεξαγωγή του συνεδρίου του Άμστερνταμ.

Η οργανωμένη και με σχέδιο, στρατηγική και προοπτική επαναστατικής ανατροπής, κίνηση των αναρχικών, η συμμετοχή και η επιδίωξη ριζοσπαστικής δράσης μέσα από τα σωματεία από τους αναρχικούς, η συμμετοχή τους σε όποιο πεδίο εκφράζεται η κρατική, καπιταλιστική βαρβαρότητα και η ύπαρξη ενός υποκειμένου που θα συνδέει όλους τους αγώνες στην κατεύθυνση της κοινωνικής επανάστασης είναι όλα ζητήματα που οφείλουμε ως αναρχικοί και αναρχικές να κατακτήσουμε και να χτίσουμε πάνω σε αυτά με μόνο όραμα τη μόνη ρεαλιστική προοπτική, την ανατροπή του κράτους και του κεφαλαίου και τη δόμηση μιας νέας ελεύθερης και ίσης κοινωνίας.

Μαρία Μ.


[1] Βέλγος αναρχικός και συνδικαλιστής.

[2] Η μόνη οργάνωση που εκπροσωπήθηκε στο Συνέδριο του Λονδίνου ήταν η Ομοσπονδία της Jura, η οποία αποτελούσε το επίκεντρο του αντιεξουσιαστικού σοσιαλισμού. Συγκροτήθηκε κόντρα στο Συνέδριο της Χάγης, το οποίο είχε πάρει την απόφαση να διαγράψει τους ελευθεριακούς Τζέϊμς Γκιγιώμ και Μιχαήλ Μπακούνιν με κατασκευασμένες κατηγορίες.

Οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Ισπανοί, οι Ρώσοι και οι Ελβετοί-Γερμανοί εκπροσωπήθηκαν από μετανάστες που ζούσαν στο Λονδίνο (η Vera Zasulic για τους Ρώσους, ο Malatesta και ο Merlino για τους Ιταλούς).

[3] See G. CERRITO, op. cit., p.34 and following; P.C. MASINI, op. cit., p.215 and following.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s